Τι κοινό έχει ο έρωτας με την ηρεμία; Είναι και τα δύο άπιαστα αλλά και πόθος διακαής των ανθρώπων. Είναι δε τόσο άπιαστα που όσο τα κυνηγάς τόσο ξεφεύγουν. Κι όταν νομίσεις πως τα κατέκτησες και πως είναι κτήμα σου, εκείνα καταφέρνουν , μόλις γυρίσεις το κεφάλι, να εξαφανίζονται χλευάζοντας τους κόπους που έκανες για να τα αποκτήσεις.
Κι εσύ μένεις το ίδιο μόνος και φοβισμένος όπως πριν τον έρωτα και το ίδιο αναστατωμένος, αγχωμένος και φορτισμένος όπως πριν την ηρεμία.
Η εσωτερική ηρεμία και γαλήνη είναι, στην τρίτη δεκαετία της νέας χιλιετίας, κριτήριο επιτυχίας, σπάνιο αγαθό και ευκαιρία εμπορευματοποίησης για κάποιους επιδέξιους που υπόσχονται αλάνθαστες μεθόδους για την απόκτησή της. Μέθοδοι , που δυστυχώς παράγουν αμφίβολα και θνησιγενή αποτελέσματα. Μέρες απομόνωσης σε ειδυλλιακούς προορισμούς , των οποίων η επιρροή εξαφανίζεται στα πρώτα λεπτά επιστροφής στην πόλη.
Επιτρέψτε μου να μοιραστώ μαζί σας μια ανάμνηση από τα φοιτητικά μου χρόνια. Υπήρχε ένας καθηγητής στη Σχολή, στο πρώτο έτος, ιδιαίτερα ξεχωριστός . Το μάθημα που δίδασκε ήταν Μαθηματικά.
Η ηλικία του ήταν απροσδιόριστη . κάπου μεταξύ τριάντα και πενήντα. Η όψη του παρέπεμπε στον Ντοστογιέφσκι : μακριά καστανή γενειάδα , μέτωπο μεγάλο , μάτια χωμένα στις κόγχες τους. Τα ρούχα που φορούσε έμοιαζαν ξένα επάνω του – σαν να είχαν βγει από άλλη δεκαετία: παλιομοδίτικο κουστούμι, ταλαιπωρημένος χαρτοφύλακας. Πασχίζω να θυμηθώ το όνομά του αλλά δεν τα καταφέρνω. Ίσως γιατί δεν μας έκανε άλλο μάθημα πέρα από εκείνα τα μαθηματικά του πρώτου έτους. Ίσως γιατί άλλα πράγματα με έκαναν να τον θυμούμαι πιο σημαντικά από το όνομα.
Ας πούμε εκείνο το «Ο.Ε.Δ» που σημείωνε στο κάτω μέρος του πίνακα τον οποίο είχε γεμίσει με ολοκληρώματα και εξισώσεις. Κάποιος τον ρώτησε κάποτε τι σημαίνει . «’Οπερ έδει δείξαι» έγραψε δίπλα στα αρχικά. Τι ήταν πιο παράδοξο δεν ξέρω , οι φοιτητές Πολυτεχνείου που δεν ήξεραν την φράση του Ευκλείδη ή ο καθηγητής που χρησιμοποιούσε λόγο από καιρό ξεχασμένο.
Αλλά και το φέρσιμό του ήταν διαφορετικό. Έμπαινε στην τάξη , καλημέριζε, γέμιζε τον πίνακα με ασκήσεις , μας ευχαριστούσε , έφευγε. Όσο διαρκούσε το μάθημα, ό,τι και να συνέβαινε στην τάξη εκείνος κοίταζε είτε τον πίνακα, είτε το πάτωμα, είτε κάπου απροσδιόριστα, στο βάθος της αίθουσας. Φαινόταν το βλέμμα του να έχει τραβήξει κάτι που λάμβανε χώρα πίσω από τους τοίχους , πέρα από το κτήριο, μακρυά από την Πολυτεχνειούπολη.
Λένε ότι οι πρωτοετείς τα μαθαίνουν πάντα τελευταίοι κι έτσι κι εμείς , κάποια στιγμή μάθαμε πως ο καθηγητής μας ήταν μοναχός. Δεν θυμάμαι αν η διδασκαλία ήταν η διακονία του ή αν είχε επιστρέψει στα εγκόσμια για πάντα, θυμάμαι την εντύπωση που μας είχε κάνει η είδηση αυτή.
Ο μοναχισμός ήταν κάτι εντελώς ξένο στον κόσμο ενός μετα- εφήβου της δεκαετίας του ’90. Το γιατί ένας άνθρωπος να επέλεγε τον δρόμο του αναχωρητισμού στην εποχή που όλα επιτρέπονταν και όλα ήταν πιθανά, δεν χωρούσε στο μυαλό μας.
Και να που ήταν! Γι’ αυτό έμοιαζε ξένος σε όλα, ουρανοκατέβατος , θα έλεγα, με ταιριαστή παρομοίωση. Μα πιο πολύ έμοιαζε εξόριστος στον κόσμο αυτό . Και με την γνώση αυτή- ότι ανήκει δηλαδή κάπου αλλού- τίποτα εξωτερικό δεν φαινόταν να είναι ικανό να απειλήσει το εσωτερικό του. Και το εσωτερικό του αντανακλούσε αυτό που σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι το ζητούμενο : γαλήνη , ηρεμία.
«Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἔξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον»
Κι αν τον ρωτούσα σήμερα, ποιο είναι το μυστικό για ακλόνητη- σαν τη δική του- ηρεμία , ίσως ν’ απαντούσε:
Αλίμονο στην ηρεμία που για να γεννηθεί χρειάζεται ο κόσμος να κάνει ησυχία.
Και ίσως να συμπλήρωνε:
Ησυχία πρέπει να γίνει μέσα μας . να παύσουν οι μύριες φωνές που άναρχα κράζουν και να ακούσουμε την σιωπή.
Κι αν επέμενα και ρωτούσα «και πώς επιτέλους γίνεται αυτό, να γίνει ησυχία μέσα μας» μάλλον θα σιωπούσε και θα κοίταζε πίσω από τον τοίχο , πέρα από το κτήριο, μακρυά . Και πριν αποτραβηχτεί ξανά στα βάθη της μνήμης μου, θα έγραφε στο τέλος του πίνακα: Ο.Ε.Δ.- όπερ έδει δείξαι. ( το αποτέλεσμα είναι αυτό που ζητήθηκε ν’ αποδειχθεί)