Το 1992, το Έψιλον της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας , φιλοξενούσε την συνέντευξη ενός Ινδιάνου της φυλής των Lakota που είχε κάνει την πρωτοπόρα κίνηση να νυμφευτεί Ελληνίδα και να ζει στην Ελλάδα.
Στο μυαλό ενός έφηβου , όπως εγώ, τότε, οι Ινδιάνοι κατείχαν μία περίοπτη θέση. Για να χρησιμοποιήσω την ορολογία τους , ήταν ένα ιερό τοτέμ. Σίγουρα το Χορεύοντας με τους Λύκους που είχε προβληθεί την προηγούμενη χρονιά είχε παίξει τον ρόλο του, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.
Το πρότυπο του Ινδιάνου , προβαλλόταν και προβάλλεται ως αντιδιαμετρικά αντίθετο με αυτό του δυτικού ανθρώπου. Παρουσιάζεται ως ο ελεύθερος, ο αδάμαστος , ο αυθεντικός άνθρωπος, εκείνος που δεν έχει διαρρήξει τους δεσμούς του με την φύση και δεν έχει αλλοτριωθεί από τον πολιτισμό. Είναι ο ευγενής άγριος (noble savage) που ηττήθηκε από τον λευκό κατακτητή αλλά αποτελεί ζωντανό παράδειγμα πως θα ήταν η ζωή αν δεν είχε επέλθει ο δυτικός πολιτισμός.
Είναι προφανές ότι τα παραπάνω αποτελούν ιδανικό καταφύγιο για τα νεανικά μυαλά που βρίσκονται στο κατώφλι της ενηλικίωσης και ψάχνουν τρόπους να εκφράσουν την εναντίωσή τους στον κόσμο των μεγάλων. Να γιατί εκείνη η συνέντευξη ήταν το πρώτο που διάβασα , όταν έπεσε στα χέρια μου το περιοδικό.
Περιέργως , το μόνο που θυμάμαι από τα λεγόμενα του Ινδιάνου είναι πως η φυλή του ονομάζεται Lakota και όχι Sioux (καθώς η δεύτερη ονομασία ήταν προϊόν των Γάλλων) και κάτι που ανέφερε όταν του ζητήθηκε να συγκρίνει τους Έλληνες με τους Ινδιάνους.
«Εμείς στους χορούς μας προσπαθούμε να ενωθούμε με την Μητέρα Γή, εσείς, στους δικούς σας, προσπαθείτε να πετάξετε στον ουρανό»
Μπορείτε να το δείτε κι εσείς; Ινδιάνους να χορεύουν στον ρυθμό του τύμπανου με σώμα κυρτωμένο προς τη γη και Έλληνες να πιάνουν τα χέρια σε κυκλική διάταξη ενώ ο κορυφαίος του χορού σαλτάρει τα πόδια του ψηλά στον ουρανό;
Πόσο εύστοχο να γνωρίζεις έναν λαό από τον τρόπο που χορεύει. Και πόσα μπορείς να καταλάβεις από αυτό-ως και τους θεούς που λατρεύει. Γιατί για τους Ινδιάνους, θεότητες είναι τα πνεύματα των προγόνων που κοιμούνται κάτω από τη γη, ενώ για εμάς οι θεοί κατοικούν στα ουράνια δώματα που λέει κι ο Όμηρος.
Και πόσο αναπάντεχο. Από έναν λαό , που εισήγαγε τον τρόπο σκέψης πάνω στον οποίον θεμελιώθηκε ολόκληρος ο δυτικός κόσμος, που λάτρεψε την επιστήμη και την φιλοσοφία, ένας Ινδιάνος επιλέγει να επικεντρωθεί σε μία από τις πιο μη ορθολογικές , μυστηριακές και αρχέγονες στιγμές του – στον χορό.
Αν και δεν θα μπορούσα να το πω με λόγια τότε, ένοιωσα ότι ο ξένος είδε κάτι που δεν έβλεπα εγώ: πως το μυστηριακό και το αρχέγονο ενυπάρχουν ανόθευτα στον σύγχρονο κόσμο και στον δυτικό άνθρωπο.
Ποια μεγαλύτερη απόδειξη ότι πρόκειται για κάτι αναλλοίωτο από χρόνο και ιστορία όταν συναντάμε περιγραφή χορού – όπως τον ξέρουμε σήμερα – στην Ιλιάδα .
Νέοι και παρθένες ὀρχεῦντ᾽ ἀλλήλων ἐπὶ καρπῷ χεῖρας ἔχοντες (Ιλιάς Σ 594, περιγραφή παράστασης χορού Κρητών στην ασπίδα του Αχιλλέως)
Πόσες φορές ως έφηβοι δείξαμε υπερβολικό σνομπισμό στις εκπομπές που πρόβαλαν παραδοσιακούς χορούς την Κυριακή το μεσημέρι , μόνο και μόνο για να μπούμε στον χορό στα πανηγύρια του Δεκαπενταύγουστου , χρόνια αργότερα και να μην λέμε να σταματήσουμε;
Για τους Έλληνες ο χορός είναι κάτι που κάνουμε μαζί, όχι κατά μόνας. Το ρήμα ορχούμαι προέρχεται από την λέξη όρχος (=σειρά ομοειδών). Χορεύουμε δηλαδή με τους ομοίους μας, με αυτούς με τους οποίους ανήκουμε στον ίδιο όμιλο. Έχουμε όμοια φορεσιά και κινούμαστε με όμοιες κινήσεις.
Ο ορισμός αυτός παραπέμπει σε τελετές : θρησκευτικές, προετοιμασίας πολέμου, ενηλικίωσης – μα πιο πολύ εορταστικές. Στις κυκλικά επαναλαμβανόμενες εορτές του χρόνου, που μας μαθαίνουν και μας θυμίζουν πως η ζωή είναι κύκλος, συνηθίζουμε να χορεύουμε τους παλιούς, κυκλωτικούς χορούς.
Πριν λίγο καιρό , εν μέσω περιορισμού κυκλοφορίας και συναθροίσεων, άκουσα τον πατέρα μου να λέει πόσο σημαντικός αποδεικνύεται ο στίχος
«Να μας έχει ο Θεός γερούς, πάντα ν’ ανταμώνουμε» (Ας κρατήσουν οι χοροί- Διονύσης Σαββόπουλος)
Που παρακάτω συνεχίζει
«Και να ξεφαντώνουμε , με χορούς κυκλωτικούς κι άλλο τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς»
Καθώς σκεφτόμουν πόσο αυθεντικά Ελληνικό είναι τούτο, θυμήθηκα τον Ινδιάνο και όσα είχε μπορέσει να διαβάσει για τον λαό αυτό , παρατηρώντας τον τρόπο που χορεύει.