Deus ex Machina

Ο άνδρας όρμησε μέσα στο δάσος και το κτήνος τον ακολούθησε.

Το δάσος ήταν η μόνη πυκνή βλάστηση που είχε συναντήσει  εδώ και λίγη ώρα. Πεύκα  κυρίως και θάμνοι και άλλα μικρότερα βουνήσια φυτά και βότανα,  μα ήταν αρκετά για να κάνουν τον δρόμο του πιο υποφερτό  μέσα σε τόση ζέστη.

Σκέφτηκε πάλι πως ίσως δεν ήταν  κτήνος.  Είχε ακούσει τις οπλές που χτυπούσαν στον βράχο  πριν λίγη ώρα αλλά αντί για  τέσσερα πόδια του φάνηκε ότι είχε ακούσει μόνο δύο.  Ίσως το μυαλό του να  του έπαιζε παιχνίδια.  Ίσως η εξάντληση του οργανισμού του να είχε να κάνει με αυτό. Ήταν πάνω από 15 ώρες που έτρεχε και είχε πολύ δρόμο ακόμα μπροστά του μέχρι να φτάσει.

Γύρισε αστραπιαία το κεφάλι του να δει και δεν είδε κανέναν. Και τίποτα.

Συνέχισε. Τα πόδια του έτρεχαν στο νοτισμένο ακόμα από την πρωινή πάχνη χώμα. Ο ήλιος βρισκόταν στα αριστερά του και έπρεπε να έχει  ολοκληρώσει αυτό το δύσκολο κομμάτι της διαδρομής πριν ο ήλιος ανέβει στην κορυφή του ουρανού.  Εκεί, στην κοιλάδα πριν από την πόλη της Τεγέας θα έπινε νερό και  έπειτα θα συνέχιζε.

Τότε άκουσε το όνομά του. Σταμάτησε και γύρισε πίσω του  να κοιτάξει. Τίποτα, κανείς.  Μα σαν γύρισε πάλι  το κεφάλι του, τον είδε εμπρός του.

Πρώτα είδε τα καλυμμένα με πλούσιο μαλλί πόδια του (που κατέληγαν πράγματι  σε οπλές) έπειτα το στέρνο του που το σκέπαζαν τα φύλλα κάποιου αναρριχητικού  φυτού κι έπειτα, σηκώνοντας τα μάτια , είδε τα στριφογυριστά κέρατα που ξεφύτρωναν από το κεφάλι του.

Από σεβασμό, χαμήλωσε το κεφάλι του. Όσο και αν  η μορφή του απείχε πολύ από την τελειότητα που είχαν οι άλλοι θεοί, ο Πάν ήταν  ο αρχαιότερος ανάμεσά τους και γι’ αυτό κατείχε ξεχωριστή θέση στο πάνθεον.

Στο πρόσωπό του ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο.

«Λοιπόν Φειδιππίδη; Θα με αγνοείς κι εσύ όπως κι όλοι οι άλλοι Αθηναίοι;»

Ο  ημεροδρόμος δεν απάντησε. Ενώ τα πόδια του είχαν σταματήσει, το μυαλό του έτρεχε με ρυθμό όλο και πιο γρήγορο και προσπαθούσε να ελέγξει αν ήταν αποκύημα της φαντασίας του ή αληθινό θείο όραμα όλο αυτό που ζούσε.  Κράτησε το βλέμμα του χαμηλά και περίμενε να δει ποιες ήταν οι βουλές  της θεότητας. Ο Παν , συνέχισε

« Γιατί περιφρονείτε τον Πάνα στην Αθήνα; Δεν το βρίσκω να είναι δίκαιο και σωστό μιας και σας έχω βοηθήσει τόσες φορές στο παρελθόν και πάλι θα σας βοηθήσω.» Μετά από μια μικρή παύση , πρόσθεσε:

«Στην Σπάρτη που πηγαίνεις , βοήθεια δεν θα πάρεις»

Ο Φειδιππίδης περίμενε λίγο ακόμα κι έπειτα σήκωσε τα μάτια. Ο Παν τον κοίταξε με βλέμμα κωμικό κι έπειτα ξέσπασε σε  ένα γέλιο που μετατράπηκε σε βέλασμα πριν ορμήσει τρέχοντας να ανέβει το βουνό. Συνέχισε να τον βλέπει ώσπου χάθηκε πίσω από ψηλούς θάμνους.

Η παραπάνω σκηνή , μπορούμε να φανταστούμε πως έγινε κάπως έτσι , διαβάζοντας  την Ιστορία του  Ηρόδοτου.

Ο Φειδιππίδης φτάνει στην Σπάρτη και , πράγματι, οι  Σπαρτιάτες  αρνούνται –προς το παρόν- τη βοήθεια στους  Αθηναίους, προ της μάχης του Μαραθώνα, το 490π.Χ, επικαλούμενοι τον νόμο του Λυκούργου που δεν τους επέτρεπε να εκστρατεύσουν παρά μόνο μετά την πανσέληνο.

Στην μάχη , οι Αθηναίοι επιτίθενται αιφνίδια στο στρατόπεδο των Περσών , αλαλάζοντας «παν-παν-παν» κάτι που δημιουργεί  μέγα φόβο στους αντίπαλους  οι οποίοι υφίστανται τεράστιες απώλειες. Έκτοτε ο παράλογος φόβος λέγεται πανικός  και ο Πάν αποκτά το δικό του ιερό στην Αθήνα, στους πρόποδες της Ακρόπολης.[i]

800 χρόνια αργότερα, ο γιος του συν-αυτοκράτορα Κωνστάντιου , που θα  έμενε στην ιστορία ως Κωνσταντίνος ο Μέγας ετοιμάζεται για μια μάχη θριάμβου ή αφανισμού με αντίπαλο τον Μαξέντιο, στην περιοχή των Κόκκινων Βράχων λίγα χιλιόμετρα έξω από την Ρώμη. Και οι δύο φιλοδοξούσαν να γίνουν απόλυτοι άρχοντες της αυτοκρατορίας που εκτείνονταν από την Ιβηρική χερσόνησο ως την Μεσοποταμία. Την παραμονή της μάχης, κατά το μέσον ή κατά τη δύση της ημέρας είδε ένα εντυπωσιακό σημείο στον ουρανό : οι ακτίνες του ηλίου συνέκλιναν και σχημάτιζαν έναν φωτεινό σταυρό, γύρω από τον οποίο ήταν γραμμένη με φωτεινά γράμματα η εμβληματική φράση “In hoc signo vinces” (= Εν τούτω νίκα). Μετά από αυτό , ο Κωνσταντίνος θεώρησε το φωτεινό σημείο ως φανέρωση και διέταξε να χαραχθεί πάνω στις ασπίδες των στρατιωτών του   το μονόγραμμα του Ιησού Χριστού [ii]. Η μάχη οδήγησε σε πανωλεθρία του στρατεύματος του Μαξέντιου. Ο Κωνσταντίνος γίνεται αυτοκράτωρ ολόκληρης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Και φτάνουμε στο  626μ.Χ .Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος λείπει από την Βασιλεύουσα πολεμώντας τους Πέρσες. Εν τω μεταξύ , οι Άβαροι έχουν στρατοπεδεύσει έξω από τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Πατριάρχης Σέργιος, κρατώντας την εικόνα της Παναγίας περιτρέχει τα τείχη , εμψυχώνοντας τους υπερασπιστές. Σε μια έξαρση θρησκευτικού ενθουσιασμού , λαός και στρατός επιτέθηκαν εναντίον των Αβάρων και τους έτρεψαν σε φυγή. Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας  απέδωσαν την σωτηρία τους στην « Υπέρμαχον Στρατηγόν» και προς τιμήν της , ψάλλονται ως σήμερα οι Ακάθιστοι Ύμνοι.[iii]

Οι αναφορές σε θρησκευτικά οράματα ή οι διηγήσεις θεϊκής παρέμβασης  σε πολεμικό πεδίο είναι αναρίθμητες και φυσικά δεν σταματούν  στην εποχή του Βυζαντίου. Κάθε φορά που  ο θάνατος και η απώλεια κρέμονται από τα κεφάλια των ανθρώπων σε οποιοδήποτε μήκος ή πλάτος γης , ακολουθούν μαρτυρίες για εμφάνιση του θείου στοιχείου.

Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα η εμφάνιση αυτή  ήταν όλως δι’ όλου αλλοπρόσαλη, όπως περιγράφει ο Πλούταρχος στον Λεύκολο (Βίοι Παράλληλοι) . Το γεγονός συνέβη κατά τη διάρκεια του Τρίτου Μιθριδατικού Πολέμου (74-66π.Χ)

«Ενώ βάδιζαν ήδη προς τη σύγκρουση, χωρίς να συμβεί καμιά φανερή μεταβολή, άνοιξε ο αέρας και φάνηκε να κατεβαίνει με ορμή ένα μεγάλο σώμα σαν φλόγα, που έμοιαζε πολύ με πιθάρι στο σχήμα και με πυρακτωμένο ασήμι στο χρώμα, και οι δύο στρατοί φοβισμένοι από το όραμα αποσύρθηκαν. Λένε λοιπόν πως αυτό έγινε στη Φρυγία, κοντά στις λεγόμενες Οτρύες.»

Αν το μυαλό μας πάει σε ΑΤΙΑ σε αυτήν την περίπτωση κάτι ανάλογο συμβαίνει  στην φαντασία μας με την εξιστόρηση της εμφάνισης του Εχετλαίου , στην μάχη του Μαραθώνα πάλι. Από τον Ηρόδοτο μαθαίνουμε ότι ένας Αθηναίος οπλίτης, ο Επίζηλος, ξαφνικά έχασε την όραση του και στα δύο του μάτια, παρόλο που δεν τον είχε ακουμπήσει τίποτα, ούτε δόρυ ούτε ξίφος ούτε βέλος τόξου. Ο Επίζηλος διηγείται ότι είδε έναν μεγαλόσωμο οπλίτη που η γενειάδα του κάλυπτε ολόκληρη την ασπίδα του, και ότι αυτό το φάντασμα κρατούσε στα χέρια του ένα πολύ φωτεινό όπλο! Πέρασε ακριβώς δίπλα του, σκοτώνοντας Πέρσες αντιπάλους και αυτή η σκηνή ήταν η τελευταία που είδε ο Επίζηλος γιατί από κάποια υπερβολική λάμψη, τυφλώθηκε! Οι Αθηναίοι ρώτησαν το Μαντείο των Δελφών να μάθουν ποιος ήταν ο άγνωστος ήρωας που πολέμησε μαζί τους και το Μαντείο τους έδωσε την απάντηση πως έπρεπε να τιμούν τον ήρωα Εχετλαίο.[iv]

Σε ατομικό επίπεδο η θεία παρέμβαση στις ώρες μεγάλης ανάγκης  είναι, σύμφωνα με περιγραφές και μαρτυρίες, λιγότερο εντυπωσιακή.

Στην Οδύσσεια  (Ραψωδία Α) για παράδειγμα, η Αθηνά παίρνει την μορφή του Μέντορα (όνομα καθόλου τυχαίο βέβαια)  και επισκέπτεται τον Τηλέμαχο στο παλάτι στην Ιθάκη για να τον αφυπνίσει από την παθητική αδράνεια και την ηττοπαθή διάθεση απέναντι στους μνηστήρες που κατέτρωγαν την περιουσία του πατέρα του και πολιορκούσαν την μητέρα του.

Να σημαίνει αυτό πως καμμιά φορά ένας φίλος ή ένας άγνωστος μπορεί να εμφανιστεί απρόσμενα στη ζωή μας , οδηγούμενος από τη Θεία Χάρη,  και να πει ή να κάνει κάτι που θα μας παρακινήσει σε δράση ;

Είναι και εκείνη ιστορία από την Βίβλο που με βοήθησε να δω πώς αλλιώς μπορεί να εμφανιστεί το Θείο στις σκοτεινές μας στιγμές.  Όταν ο Προφήτης Ηλίας ζούσε μακρυά από τους ανθρώπους σε μια σπηλιά στο όρος Χωρήβ, άκουσε τον Θεό που του είπε :

Είπε προς αυτόν ο Θεός· «αύριον να εξέλθης από το σπήλαιον και να σταθής ενώπιον του Κυρίου στο όρος· και ιδού, θα περάση εκεί ο Κυριος». Ετσι και έγινε. Αίφνης ισχυρότατος άνεμος έπνευσε, που διέλυε όρη και συνέτριβε πέτρας, αλλά δεν υπήρχεν ο Κυριος μέσα στον σφοδρόν άνεμον. Επειτα από τον άνεμον έγινε σεισμός μεγάλος, αλλά ούτε μέσα στον σεισμόν υπήρχεν ο Κυριος. Επειτα από τον σεισμόν ήλθε πυρ. Ούτε μέσα στο πυρ υπήρχεν ο Κυριος. Επειτα από το πυρ ηκούσθη φωνή αύρας λεπτής και δροσεράς. Εκεί υπήρχεν ο Κυριος.[v]

Φωνή αύρας λεπτής….Ένα ανεπαίσθητο αεράκι που φευγαλέα μας χαϊδεύει το πρόσωπο , ενώ εμείς σκεφτόμαστε την  δική μας μάχη , τα δικά μας τραύματα. Ένα χάδι , που αν σταματήσουμε και σκεφτούμε θα μας θυμίσει το χάδι των γονιών μας , όταν πέφταμε μικροί και χτυπούσαμε το γόνατο. Και αν το δεχθούμε, είναι ακριβώς το σημάδι που ψάχναμε.

Ω καθώς  προσευχόμασταν για ανθρώπινη βοήθεια:

Άγγελοι αναρριχήθηκαν αθόρυβα,

Με μια δρασκελιά, πάνω στις συντετριμμένες μας

καρδιές

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ


[i] Ηροδότου Ιστορία ΣΤ΄

[ii] Σαράντος Καργάκος : Η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως Τόμος Ι

[iii] Σαράντος Καργάκος : Η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως Τόμος ΙΙ

[iv] https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82

[v] Βασιλειών , Κεφ ΙΘ, 11-12