Το Πέρασμα από την Κόλαση

Όταν ήμουν παιδί , απολάμβανα να ακούω  ιστορίες από την Κατοχή και από τις δύο γιαγιάδες μου. Οι πιο σκληρές ιστορίες ήταν εκείνες που είχε να διηγηθεί η γιαγιά μου που έζησε τον χειμώνα του ’41 στην Αθήνα.

«Έβλεπα την μάνα μου να μοιράζει  την μερίδα του ψωμιού που παίρναμε στο συσσίτιο και κοιτάγαμε ο ένας μήπως και πέσει ένα ψίχουλο παραπάνω στον άλλον. Κι εγώ σκεφτόμουν πως σαν τελειώσει η Κατοχή , θα πάω να πάρω μια μεγάλη φρατζόλα ψωμί και θα την φάω όλη μόνη μου»

«Και το έκανες γιαγιά;»

«Ποιο;»

«Να φας μια φρατζόλα μόνη σου όταν τέλειωσε η Κατοχή»

«Όχι» έλεγε η γιαγιούλα μου, κουνώντας το κεφάλι. «Δεν το έκανα ποτέ»

Κι όμως. Εκείνες τις μέρες της μεγάλης πείνας, όλο το νόημα της ζωής αποκαλύπτονταν σε αυτήν  την νέα γυναίκα με την μορφή της ελεύθερης απόλαυσης μιας ολόκληρης φρατζόλας ψωμιού. Όλα τα άλλα προβλήματα του κόσμου μικρή αξία είχαν μπροστά την εξασφάλιση του επιούσιου άρτου.

Χρόνια αργότερα, γνώρισα έναν άνθρωπο που από καθαρό θαύμα (την προαίσθηση ενός φίλου και συναδέλφου του) δεν επιβιβάστηκε ποτέ στο μοιραίο Yakovlev αεροπλάνο των Ουκρανικών αερογραμμών που συνετρίβη το 1997 παρασύροντας στον θάνατο 72 ανθρώπους .  Την επόμενη της τραγωδίας, όντας ακόμα σε κατάσταση σοκ, έπαιρνε κιόλας αποφάσεις να αλλάξει τη ζωή του, να μην ανησυχεί για πράγματα που δεν μπορεί να αλλάξει, να μην λογαριάζει τα χρήματα, να απολαμβάνει την κάθε μέρα.

Λίγους μήνες  αργότερα τα είχε σχεδόν όλα ξεχάσει. Συνέβη μάλιστα να απομακρυνθεί σιγά σιγά – χωρίς σχέδιο, χωρίς να καταλαβαίνει κι ο ίδιος γιατί- από τον άνθρωπο που του είχε σώσει τη ζωή με το προαίσθημά του, τόσο που απέφευγε και να τον κοιτάξει σαν βρίσκονταν στον ίδιο χώρο, σαν κάποιον που αποφεύγεις προσεκτικά γιατί του δανείστηκες πολλά χρήματα που δεν του επέστρεψες ποτέ.

Κάτι λοιπόν πρέπει να συμβαίνει εκείνες τις στιγμές  στη ζωή, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με το πιο φοβερό της πρόσωπο .  Μεταβάλλεται εντός μας κι ο ρυθμός του κόσμου, όταν η γη παύει να γυρνά, μόνο εκεί που βρισκόμαστε εμείς κι ο χρόνος έχει σταματήσει και το χάος  σπάει  τον σοβά της κανονικότητας και ορμά  στον τόσο στρωμένο και προγραμματισμένο μας κόσμο.

Κάτι- που οι λέξεις δεν το χωράνε- γεννιέται μέσα μας όταν πατήσουμε το πόδι μας στην κόλαση. Κάτι που- αλίμονο- αρχίζει να ξεθωριάζει όταν η κόλαση μας αφήσει ξανά ελεύθερους.

Αντέξτε με λίγο  καθώς θα σας θυμίσω  εκείνη την  διήγηση του Πρίγκηπα Μίσκιν στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφκσι , για τον άνθρωπο που ήταν  καταδικασμένος σε θάνατο δια τυφεκισμού.

Ο ιερέας πέρασε μπροστά από όλους με τον σταυρό. Όλα έδειχναν πως είχε να ζήσει κάπου πέντε λεπτά , όχι περισσότερο.

Σε εκείνα τα πέντε λεπτά, που φάνηκαν στον καταδικασμένο σαν ατέλειωτη διορία, επέλεξε να  τα μοιράσει – αφού τα υπολόγισε σωστά- στον αποχαιρετισμό των συντρόφων του, να σκεφτεί για τελευταία φορά τον εαυτό του και να κοιτάξει για τελευταία φορά γύρω του.

Λίγο μακρύτερα ήταν μια εκκλησία και η κορυφή της μητρόπολης με τον επίχρυσο τρούλο λαμποκοπούσε μες στον ήλιο. Θυμόταν πως κοίταξε με τρομερή επιμονή εκείνη την στέγη και τις αχτίδες που αντανακλούσε το χρυσάφι της – δεν μπορούσε να ξεκολλήσει την ματιά του από τις αχτίδες: του φαινόταν πως οι αχτίδες εκείνες ήταν η καινούρια του φύση, πως σε τρία λεπτά θα γίνει κατά κάποιον τρόπο ένα μαζί τους.. το άγνωστο και η αποστροφή γι’ αυτό το καινούριο  που θα γίνει και θα ‘ρθει τώρα αμέσως ήταν κάτι το τρομερό. Έλεγε ωστόσο πως εκείνη την στιγμή, δεν του βάραινε τίποτα τόσο την καρδιά όσο η αδιάκοπη σκέψη: « Τι θα γινόταν αν δεν πέθαινα ! Τι θα γινόταν αν ξανακέρδιζα την ζωή – τι αιωνιότητα! Κι όλα αυτά θα ήταν δικά μου. Τότε την κάθε στιγμή θα  την είχα μεταβάλλει σε αιώνα, τίποτα δεν θα έχανα , την κάθε στιγμή θα την υπολόγιζα και θα την λογάριαζα, τίποτα πια δεν θα ξόδευα άσκοπα!»

Την τελευταία στιγμή, σε αυτόν τον άνθρωπο δόθηκε χάρη. Πολύ αργότερα στη ζωή του, βρέθηκε να τον κουράρει γιατρός γιατί τον έπιαναν κρίσεις και είχε δοκιμάσει μάλιστα να αυτοκτονήσει. Ομολογούσε ο ίδιος , ότι παρ’ όλο που του χαρίστηκε η ζωή δεν την έζησε όπως ήθελε και  έχασε πολλές, πάρα πολλές στιγμές.[i]

Κάποιος λόγος θα υπάρχει, που δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο- μονολογεί ο ήρωας του βιβλίου.

Ποιος είναι αυτός ο λόγος; Γιατί μετά το πέρασμα από την κόλαση,  σαν πατήσουμε ξανά το πόδι μας σε στέρεο έδαφος , η ανάμνηση από την φρίκη αρχίζει και σβήνει σιγά – σιγά; Γιατί  ξαναπαίρνουμε τη ζωή σαν δεδομένη , γιατί κλείνουμε ξανά τα μάτια και τ’ αυτιά στο θαύμα αυτού του κόσμου;

Ίσως να ζητούμε τελικά πολλά από τους ανθρώπους. Σίγουρα τις στιγμές της μεγάλης δοκιμασίας μας, εκεί που βρισκόμαστε απέναντι στο δικό μας τέλος, οι αισθήσεις μας βρίσκονται σε εγρήγορση και το μυαλό μας επεξεργάζεται δεδομένα ταχύτερα από κάθε άλλη φορά. Είναι ανόητο να απαιτούμε να συνεχίσουμε να λειτουργούμε έτσι ακόμα κι όταν ο κίνδυνος περάσει.

Ακόμα, είναι αλήθεια πως μόνο οι καλές αναμνήσεις μένουν στο τέλος και οι άσχημες αλλάζουν σε κάτι πιο υποφερτό και πιο διαχειρίσιμο από το μυαλό μας. Αφήνοντας πίσω μας το γεγονός , έχοντας σιγουρευτεί ότι επιζήσαμε αυτού, μας περιμένει η μάχη  για την καθημερινή ζωή . Κι εκείνες οι αποφάσεις που πήραμε κοιτάζοντας το χάος να χάσκει κάτω από τα πόδια μας , μοιάζουν με το τρίτο στάδιο του πένθους όπως το παρουσίασε η Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ – Ρος –  την Διαπραγμάτευση : τις υποσχέσεις δηλαδή που δίνουμε  σε εαυτούς και αλλήλους για να αποφύγουμε το μοιραίο.

Μα η απορία παραμένει. Ποια είναι η αληθινή ζωή ; Αυτήν που βλέπουμε κάθε μέρα ακολουθώντας τις απαράλλαχτες διαδρομές που οι ίδιοι επιβάλλαμε στον εαυτό  μας ή αυτή που αντικρύζουμε όταν διαταραχθεί το σύμπαν μας;

Η απάντηση που θα δώσουμε είναι καθαρά προσωπική και βασίζεται στις πιο βασικές μας αρχές, στην κοσμοθεωρία μας και στην σημασία που δίνουμε στην έννοια «ψυχή».

Δεν είναι περίεργο όμως;

 Ενώ, όταν όλα κυλούν ομαλά και προγραμματισμένα, όταν αρρώστιες και απώλειες κάθε βαθμού είναι κάτι που συμβαίνει  σε  άλλους , «μακριά από ‘μας», η ζωή μας μπορεί να έχει διλήμματα και αμφιβολίες, δισταγμούς και αναποφασιστικότητα.  Μα όταν χτυπήσει η πόρτα κι ανοίγοντας δούμε τον μεγαλύτερο φόβο του ανθρώπου, τότε όλα ξεκαθαρίζουν : τι αξίζει και τι όχι, ποιον αγαπούμε και ποιον ποθεί μόνο ο εγωισμός μας, τι σόι άνθρωποι είμαστε και ποιοι θα μπορούσαμε να είμαστε. Κι ακόμα κάτι άλλο. Ξυπνάει ξανά μέσα μας, τόσο δυνατή όσο στον πρώτο άνθρωπο, η ανάγκη να κοιτάξουμε ψηλά και να παρηγορηθούμε  στην ύπαρξη μιας δύναμης πάνω από την θνητότητά μας, πάνω από τον κόσμο έτσι όπως τον γνωρίσαμε. Εκείνες τις στιγμές, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή, μιλάμε στον Θεό και ακούμε την φωνή Του καθαρά.

«εν θλίψει επεκαλεσάμην τον Κύριον και επήκουσέν μου εις πλατυσμόν»[ii]

Περνώντας από την κόλαση, μπορεί να βγούμε πλήρως φωτισμένοι και αλλαγμένοι, φωτισμένοι εν μέρη  και αλλαγμένοι πρόσκαιρα , ή εν σκοτάδι αναγεννημένοι και στο κακό δοσμένοι.

Ο Βίκτορ Φρανκλ, καθηγητής Νευρολογίας και Ψυχιατρικής, ιδρυτής της «Τρίτης Σχολής Ψυχοθεραπείας» και επιζώσας του Άουσβιτς, κατέληξε ότι οι άνθρωποι (πρώην κρατούμενοι) με περισσότερο πρωτόγονη φύση , δεν μπόρεσαν να αποφύγουν τις επιδράσεις της κτηνωδίας που τους περιέβαλλαν στο στρατόπεδο και, όταν απέκτησαν ξανά την ελευθερία τους (και έπαψαν να αγωνιούν για την ζωή τους) πίστεψαν ότι μπορούσαν να την χρησιμοποιήσουν ακόλαστα και αδίστακτα με βία και λεηλασίες.[iii]

Στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι πάλι, βρίσκουμε τον Ιππόλυτο , ένας νέος φυματικός, με ελάχιστο χρόνο ζωής να του έχει απομείνει, που  περνά τις τελευταίες ημέρες του , χύνοντας το δηλητήριο κακίας, μίσους και ζήλιας στους γύρω του.

Ίσως αναγκαστήκατε κι εσείς κάποτε να περάσετε από την κόλαση. Ίσως όχι. Αξίζει όμως να διαλογισθούμε πάνω στην δύναμη και την επιρροή που έχουν ή θα μπορούσαν να έχουν τέτοιες στιγμές επάνω μας. Αξίζει να σκεφτούμε, όταν πατήσουμε ξανά στη γη και σιγουρευτούμε ότι επιζήσαμε, τι είδους άνθρωποι θέλουμε να είμαστε και  ποια από τις υποσχέσεις που δώσαμε πρέπει, με κάθε κόπο, να κρατήσουμε.

Ο Φρανκλ προτείνει να σκεφτόμαστε ως εξής : Ζήσε ως εάν να ζεις ήδη για δεύτερη φορά και ως εάν να είχες πράξει την πρώτη φορά όσο λάθος πρόκειται να πράξεις τώρα![iv]

(Ο πίνακας είναι το Jerusalem Plate I, Los Enters the Door of Death του William Blake)


[i] Ντοστογιέφσκι, Ο Ηλίθιος, εκδ. ΓΚΟΒΟΣΤΗ

[ii] Ψαλμοί, 117:5

[iii] Βίκτορ Φράνκλ, Το Νόημα της Ζωής, εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ

[iv] Όπως παραπάνω