ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2020- ΜΟΝΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΟΛΩΝ

Τα παλιά τα χρόνια των παππούδων μας, οι εφημερίδες με μεγάλη κυκλοφορία , μέρες σαν κι αυτές, δημοσίευαν Χριστουγεννιάτικες ιστορίες, δημιουργίες των σημαντικών ή λιγότερο σημαντικών συγγραφέων της εποχής. Πρόκειται για ένα έθιμο που ήταν κοινό σε όλο τον δυτικό κόσμο. Οι αναγνώστες, λάτρευαν τις ιστορίες αυτές και τα Χριστουγεννιάτικα τεύχη των εφημερίδων ξεπουλούσαν πολύ γρήγορα, βάζοντας έτσι μια ακόμη πινελιά στο μοναδικό πνεύμα των ημερών.

Το έθιμο έσβησε με τα χρόνια, η κυκλοφορία των έντυπων εφημερίδων μειώθηκε και συνεχίζει να μειώνεται και , άλλωστε, το Χριστουγεννιάτικο πνεύμα ταυτίστηκε με την ξέφρενη καταναλωτική μανία.

Φέτος, στα πιο περίεργα Χριστούγεννα του βίου μας ως τώρα, το πνεύμα των Χριστουγέννων το χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ. Είναι το μόνο στο οποίο έχουμε να ελπίζουμε για να ξορκίσει τον φόβο, την απομόνωση, την απαισιοδοξία και την χυδαία τρομο-λαγνεία που ξεχύνεται από παντού.

Τα Χριστούγεννα του 2020 είναι μόνα τους, σε αυτήν την μάχη, εναντίων όλων.

Τούτη η απόπειρα να γράψω Χριστουγεννιάτικες ιστορίες, όσο αδέξια και απλή, δεν έγινε για να ενισχύσω το πνεύμα των Χριστουγέννων, αλλά για να το τιμήσω. Γιατί τα Χριστούγεννα έχουν την δύναμη από μόνα τους να τα αλλάξουν όλα μέσα μας. Αν τα αφήσουμε.

Οι τέσσερις ιστορίες που ακολουθούν και θα δημοσιεύονται σταδιακά, συμβαίνουν στην Αθήνα του Δεκεμβρίου του 2020, του lockdown, της απομόνωσης, της απομάκρυνσης. Τέσσερις ιστορίες, τέσσερις διαφορετικοί πρωταγωνιστές , όσες και οι διαφορετικές ηλικιακές περίοδοι της ζωής του ανθρώπου.  Εύχομαι καλή ανάγνωση.  

Καλά και αγαπημένα Χριστούγεννα σε όλους.

Ή όπως έλεγε  ο tiny Tim στην πιο διάσημη Χριστουγεννιάτικη ιστορία που γράφτηκε ποτέ , το A Christmas Carol του Dickens : God Bless Us Everyone!

1. Πώς να νικήσετε ένα φίδι

Το τηλέφωνο χτυπούσε για πέμπτη φορά όταν ακούστηκε η φωνή της μαμάς: «Θα το σηκώσει κανείς επιτέλους; Όλα εγώ πρέπει να τα κάνω;»

Ο Άρης έκανε νόημα στον Φίλιππο να κάνει ησυχία και έτρεξε στο σαλόνι.

«Ναι; Έλα γιαγιά, ο Άρης είμαι. …Παίζουμε με τον Φίλιππο. Την μαμά; Θα την φωνάξω.»

Έβαλε το κεφαλάκι του στην πόρτα της κουζίνας όπου η μαμά του έπλενε πιάτα. 

Είχε αλλάξει τον τελευταίο καιρό η μαμά του. Από τότε που πήρε την ειδική άδεια για να είναι μαζί τους στο σπίτι κατά τη διάρκεια του λοκντάουν  για να τους βοηθάει με την τηλε-εκπαίδευση είχε γίνει διαφορετική. Δεν έβαζε κραγιόν πια ούτε χτενιζόταν όμορφα, όπως τότε που πήγαινε στη δουλειά. Σήμερα , μάλιστα, παρατήρησε ο Άρης, είχε βάλει δυο διαφορετικές μεταξύ τους κάλτσες κάτω από την φόρμα της.

«Μαμά;»

«Άρη, δεν μπορώ να τα κάνω όλα εγώ» .

Δεν είχε γυρίζει καν να τον κοιτάξει, συνέχιζε να σκουπίζει πιάτα.

«Από τότε που χάλασε το πλυντήριό μας, και θα φτιαχτεί  ποιος ξέρει πότε, πρέπει να πλένω και να σκουπίζω όλα τα πιάτα και τα ποτήρια που χρησιμοποιούμε  και..»

«Μαμά, η γιαγιά στο τηλέφωνο. Θέλει να σου μιλήσει.»

Γύρισε στο δωμάτιο όπου τον περίμενε ο αδελφός του. Τον βρήκε να ζωγραφίζει. Δεν τον είχε ακούσει που μπήκε μέσα. Ο Φίλιππος  έπαιρνε πολύ σοβαρά τη ζωγραφική. Είχε πάρει δώρο στα γενέθλιά του ένα βαλιτσάκι με μαρκαδόρους, ξυλομπογιές και χρωματιστά  χαρτιά και καθόταν με τις ώρες ήσυχος ζωγραφίζοντας και ξαναζωγραφίζοντας τους υπερήρωες από τις αγαπημένες του σειρές στο Nickelodeon.

Ξαναγύρισε στο σαλόνι ο Άρης. Κάτι τον απασχολούσε.

«…ναι, ναι το ξέρω. Το διάβασα κι εγώ. Ναι , το site αυτού του παιχνιδάδικου κατέρρευσε. Ναι, και αυτού. Δεν ξέρω τι θα κάνουμε , μαμά. Ναι , η αλήθεια είναι ότι  τα παιδιά το  λαχταρούσαν αυτό το παιχνίδι…»

Παύση. Ύστερα η μαμά  του έκρυψε με το χέρι της το πρόσωπό της. Ήταν μια κίνηση που είχε δει ξανά ο Άρης. Η μαμά πίστευε ότι έτσι έκρυβε τα δάκρυά της αλλά ο Άρης  την είχε καταλάβει.

«Αυτό που δεν αντέχω άλλο είναι η αβεβαιότητα μαμά. Πότε θα σταματήσει όλο αυτό. Και αν θα σταματήσει. Και πώς θα είμαστε μετά.»

Η μητέρα του έκλεισε το τηλέφωνο και έκανε να φύγει. Τότε τον είδε.

«Άρη;»

«Μαμά γιατί λέγατε με τη γιαγιά για το παιχνιδάδικο;»

«Ξέρεις Άρη μου, ο Άη Βασίλης χρειάζεται λίγη βοήθεια φέτος γιατί είναι περίεργη η κατάσταση και…. η γιαγιά θα κοιτάξει να του γράψει ένα mail ….να τον βοηθήσει να καταλάβει …   ποια παιχνίδια θέλουμε»

Ήταν φανερό ότι προσπαθούσε να βρει λόγια να τον καθησυχάσει για τα δώρα της Πρωτοχρονιάς αλλά κάτι άλλο  είχε τραβήξει την προσοχή του.

«Μαμά, ποια είναι η Αβεβαιότητα; Είναι κακιά;»

Το πρόσωπο της μητέρας του συνοφρυώθηκε περισσότερο. Αντί για απάντηση τον πήρε αγκαλιά  και έπειτα χαμήλωσε για να τον φτάνει.

«Μην βασανίζεις το μυαλό σου με αυτά αγόρι μου.  Η μαμά και ο μπαμπάς θα τα φτιάξουν όλα. Άντε να παίξεις με τον Φίλιππο. Και ήσυχα ε;»

Ο Άρης υπάκουσε περίπου. Πήγε να παίξει με τον αδελφό του, αλλά δεν ξέχασε την Αβεβαιότητα.  Και το βράδυ σαν ξαπλώσανε και ο Φίλιππος είχε ήδη αρχίσει να ροχαλίζει, άκουσε τους γονείς του να συζητούν χαμηλόφωνα στην  την κουζίνα.

Δεν κρυφάκουγε. Όχι. Αλλά τέντωσε τ’ αυτιά του όταν η μαμά του είπε :

«Θέλω να γυρίσω πίσω στη δουλειά.»

Και αυτό τον τρόμαξε πολύ. Γιατί η μαμά πάντα παραπονιόταν πόσο δύσκολα πέρναγε στην δουλειά και πως της «έκαναν τα νεύρα κρόσσια».  Είναι δυνατόν να ήθελε τώρα να γυρίσει στη δουλειά της; Και  αν γυρνούσε στη δουλειά, τότε αυτός και ο Φίλιππος θα ήταν… μόνοι τους. Και τέλος πάντων , ήταν μεγάλος , αλλά όχι τόσο μεγάλος. Έξι χρονών παιδί ήταν.

Έπειτα ακούστηκε η φωνή του πατέρα του , κουρασμένη, που της έλεγε να ηρεμήσει, της θύμιζε ότι αυτός λείπει όλη μέρα με το ταξί , οι πελάτες είναι σπάνιοι αυτές τις μέρες, είναι δύσκολα. Εκείνη τον διέκοψε και  είπε πάλι για …

«Αβεβαιότητα. Αυτό δεν αντέχω. Φοβάμαι! Ναι, φοβάμαι.»

Μετά δεν  άκουσε τίποτε άλλο. Αλλά αυτό ήταν αρκετό. Αυτή η Αβεβαιότητα  ήταν τόσο κακιά που την φοβόντουσαν οι μεγάλοι. Ακόμα, χειρότερα, την φοβόταν η μαμά που είναι τόσο δυνατή.

«Φίλιππε! Ξύπνα Φίλιππε! Φ Ι ΛΙ ΠΠΕ!»

Ο μικρότερος αδερφός του μπορεί να ήταν πολλές φορές «βλαμμένο» και «ηλίθιος» και «παλιόπαιδο» αλλά  ποτέ δεν ξύπναγε θυμωμένος. Ακόμα και στη μέση της νύχτας. Ακόμα και αν τον ξύπναγες σκουντώντας τον. Έτσι και τώρα , άνοιξε τα μάτια του και ανασηκώθηκε στο κρεβάτι του.

«Άλη; Γιατί τσυπνήσαμε; Η μαμά;»

«Σσσσς! Μη μιλάς δυνατά.  Πρέπει να κάνουμε κάτι Φίλιππε. Να βοηθήσουμε τη μαμά.»

Και έπειτα το είπε.

«Υπάρχει μία κακιά..»

Ο αδελφός του γούρλωσε τα μάτια του.

«Μία κακιά;»

«Ναι. Άκουσα την μαμά να λέει στον μπαμπά και στην γιαγιά ότι φοβάται την «Αβεβαιότητα».»

«Αβεβέτιτα;»

«Αβεβαιότητα» διόρθωσε ανυπόμονα ο Άρης.

«Και ποιες δυνάμεις έχει αυτή ;» Στο μυαλό του Φίλιππου οι κακοί ήταν όλοι σαν αυτούς που αντιμετώπιζαν οι ήρωες στους Gormiti ή οι ninja στο Ninjago. Ευτυχώς έτσι ήταν και στο μυαλό του Άρη.

«Μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να ξεχνάνε να χτενιστούν ή να φοράνε διαφορετική κάλτσα στο κάθε πόδι, ή και να κλαίνε χωρίς να έχουν χτυπήσει πουθενά» είπε σκεφτικός ο Άρης, εντυπωσιασμένος και ο ίδιος από τον εαυτό του, πώς κατάφερε να διακρίνει τις  σκοτεινές δυνάμεις αυτής της Αβεβαιότητας.

Τα λόγια του είχαν το αναμενόμενο αποτέλεσμα στον Φίλιππο που τώρα, εκτός από γουρλωμένα μάτια, είχε σχηματίσει και ένα άφωνο «Ο» με το στόμα του.

«Αυτή η Αβεβαίητα, είναι σαν την Ασφύρα;»  ρώτησε τέλος ο Φίλιππος.

Ο Άρης το σκέφτηκε. Η Ασφύρα ήταν ένας από τους κακούς που είχαν αντιμετωπίσει οι ήρωες του Ninjago στον δεύτερο κύκλο της σειράς κινουμένων σχεδίων που παρακολουθούσαν κάθε βράδυ πριν κοιμηθούν τα αδέρφια. Ήταν  φίδι, αρχηγός ενός  αρχαίου στρατού φιδιών που είχαν έρθει στη ζωή χάρη σε ένα μαγικό πάπυρο.

Αν ήταν εκεί οι γονείς τους να ακούσουν ότι η αβεβαιότητα ενσαρκώνεται σε ένα φίδι , θα θαύμαζαν την σοφία του παιδιού τους και αν ήταν εκεί κάποιος σύγχρονος φιλόσοφος , θα ζήλευε την ευστοχία του παραλληλισμού. Ευτυχώς εκεί ήταν μόνο ο Άρης να τον ακούσει.

«Είπαμε ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ , όχι  αβεβαίητα»  είπε με αυστηρό ύφος στον αδελφό του για να του υπενθυμίσει ποιος ήταν ο μεγάλος. Έπειτα όμως πρόσθεσε:

«Μπορεί να έχεις δίκιο, μπορεί όντως να είναι σαν την Ασφύρα.»

«Και τότε τι πέπει να κάνουμε;» ρώτησε πολύ σοβαρά ο Φίλιππος.

«Δεν έχω ιδέα.» σκέφτηκε , αλλά δεν ξεστόμισε ο Άρης. Τα μεγαλύτερα αδέλφια δεν επιτρέπεται να παραδεχθούν κάτι τέτοιο. Αντί γι’ αυτό είπε:

«Θα ενώσουμε τις δυνάμεις μας όπως οι Ninja και θα βρούμε τι πρέπει να γίνει. Τώρα όμως, ας κοιμηθούμε. Θα το σκεφτούμε αύριο. Εντάξει;»

Ο Φίλιππος είπε «εντάξει» (στην πραγματικότητα είπε «εντάτσει») αλλά δεν υπάκουσε.

 Με ποιον τρόπο νικάς ένα φίδι όταν δεν είσαι Ninja; Η σκέψη αυτή κράτησε τα μάτια του ανοιχτά για λίγη ώρα ακόμα.

Το απόγευμα της επόμενης ημέρας, η μαμά, τους πήγε μέχρι το μικρό μαγαζάκι στην γωνία του δρόμου.  Τις καθημερινές, όταν τελείωνε η τηλε- εκπαίδευση του Άρη το απόγευμα, τα δυο αδέλφια ήθελαν να τρέξουν , να παίξουν, να φωνάξουν. Όλα όσα θα έκαναν στο προαύλιο του σχολείου δηλαδή , στα διαλείμματα. Η συσσωρευμένη ενέργεια έψαχνε τρόπο να εκτονωθεί. Η βόλτα μέχρι το μαγαζί του κυρίου Ηλία, βοηθούσε τότε και κάποιες φορές, η μαμά τους  αγόραζε και ένα σακουλάκι της playmobil  που περιείχε και από μία φιγούρα έκπληξη και τότε τα αδέλφια ενθουσιάζονταν.

Αυτήν την φορά, ωστόσο γυρνούσαν σιωπηλοί και με αργό βήμα στο σπίτι.

Η μητέρα τους παραξενεύτηκε.  Για να τους ζωηρέψει λίγο, ζήτησε από τον  Άρη να ξεκινήσει από το 20 και αφαιρώντας κάθε φορά 1 να φτάσει ως το 0, μια άσκηση που είχαν κάνει πρόσφατα με τη δασκάλα στην τηλε εκπαίδευση. Αν και δεν ενθουσιάστηκε ο Άρης, δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου., κάτι που παραξένευσε περισσότερο την μαμά του.

Ο Φίλιππος από την άλλη δεν πρόσεχε καθόλου ούτε την μαμά , ούτε τον Άρη , παρά ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του σχετικά με το πως μπορείς να νικήσεις ένα…

«Φίδι;; Είσαι σίγουρος ότι ήταν φίδι; Βρε Δεκέμβρη μήνα, φίδι; Βρε να φυλάς το κτήμα σε έβαλα εκεί ή να βλέπεις οράματα;»

Ο Φίλιππος έστρεψε το κεφάλι του προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν η φωνή. Ήταν ο κύριος Θωμάς, ο γείτονάς τους, που μιλούσε με κάποιον στο τηλέφωνο.

Περίεργο που μιλούσε στο τηλέφωνο ο κύριος Θωμάς. Συνήθως τα αδέλφια τον άκουγαν να μιλάει μόνος του στην αυλή του.  Καμμιά φορά, τα βράδια , έβγαινε από το σπίτι και περπατούσε, περπατούσε στους γύρω δρόμους. Μια φορά τον είχαν δει όταν επέστρεφαν στο  σπίτι με το αυτοκίνητο. Παραλίγο να τον χτυπούσε ο μπαμπάς γιατί δεν τον είχε δει έτσι όπως τριγυρνούσε μες τα σκοτάδια.

«Ο καημένος! Είναι μόνος στον κόσμο από τότε που πέθανε η γυναίκα του και του σάλεψε φαίνεται.»

Ο Άρης είχε ζητήσει να μάθει τι θα πει «του σάλεψε» και η μαμά είχε απαντήσει «δεν είναι καλά το μυαλό του».

Έτσι, τώρα, το γεγονός ότι ο κύριος Θωμάς μιλούσε με κάποιον άλλο άνθρωπο και ότι μιλούσε για φίδι, τράβηξε το 100% της προσοχής του Φίλιππου. Και η προσοχή ενός τετράχρονου δεν κερδίζεται εύκολα!

«Αν όντως το είδες και δεν το ονειρεύτηκες  ρε καημένε, θα σου πω εγώ τι να κάνεις.»

Και πάνω που θα μάθαινε την απάντηση στο ερώτημα που τον βασάνιζε από εχθές το βράδυ , η μαμά τον τράβηξε από το χέρι για να μπουν μέσα στο σπίτι τους.

«Εϊ. Πού έχεις το μυαλό σου;  Έλα γρήγορα μέσα!»

«Αδικία!» είπε αργότερα ο Άρης όταν έμαθε τι παρ’ ολίγον να είχε ακούσει ο Φίλιππος.

«Είσαι σίγουρος, μιλούσε για φίδι;»

Ο Φίλιππος απολάμβανε πολύ να τον ακούει με τόση προσοχή ο μεγάλος του αδελφός.

«Ναι, σου λέω! Σίγουρρρος» Το «σίγουρος» ήταν μια λέξη που πρόσφατα είχε καταφέρει να πει σωστά και όχι «σίγουλος» και την τόνιζε λίγο παραπάνω.

«Τότε αυτό πρέπει να κάνουμε!» είπε αποφασιστικά ο Άρης.

«Πρέπει να μιλήσουμε με τον κύριο Θωμά. Να μας πει το μυστικό. Πώς να νικήσουμε ένα φίδι»

«Μα, Άλη,  η μαμά και ο μπαμπάς λένε να μην μιλάμε με τον κύριο Σωμά.»

Ο Άρης δεν απάντησε. Δάγκωσε τα χείλη του και έκλεισε τα μάτια του, σημάδι ότι σκεφτόταν.

Τα μάτια του άνοιξαν. Του Φίλιππου , του φάνηκε ότι τα είδε να αστράφτουν.

«Τι κάνουν οι Ninja όταν το κακό τους έχει περικυκλώσει;»

« Α ΝΤΙ ΠΕΡ ΙΣΠΑ ΣΜΟ» είπε καθαρά και δυνατά ο Φίλιππος. Ήταν μια φράση που επαναλάμβαναν συχνά οι ήρωες Ninjago και τα  αδέλφια την είχαν μάθει απ’ έξω.

«Αυτό θα κάνουμε! Αύριο, το μεσημέρι, την ώρα που έχω τηλε εκπαίδευση. Θα ζητήσω από την μαμά να καθίσει δίπλα μου σε όλη τη διάρκεια. Και μετά το διάλειμμα, εσύ…»

Όλα έγιναν όπως τα σχεδίασε ο Άρης. Όσο η μαμά μαγείρευε στην κουζίνα το μεσημέρι, ο Άρης είχε ξεκλειδώσει την πόρτα του σπιτιού αφήνοντας τα κλειδιά , όπως και πριν, πάνω στην πόρτα. Όση ώρα έκανε μάθημα, ο Φίλιππος καθόταν  πιο δίπλα και ζωγράφιζε απορροφημένος. Μετά το διάλειμμα, ο Άρης ζήτησε από την μαμά του να καθίσει δίπλα του για το μάθημα των μαθηματικών που ακολουθούσε. Τότε ο Φίλιππος ζήτησε να πάει να συνεχίσει την ζωγραφική του στο σαλόνι, κάτι στο οποίο δεν έφερε αντίρρηση η μαμά.

Με επιδεξιότητα που θα ζήλευαν και οι Ninjago, κρατώντας μια ζωγραφιά στο ένα χέρι, άνοιξε αθόρυβα την πόρτα του σπιτιού και την έκλεισε το ίδιο αθόρυβα πίσω του. Τώρα όμως άρχιζαν τα δύσκολα.  Προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του ασανσέρ αλλά ήταν πολύ βαριά και δεν τα κατάφερε.

«Από τις σκάλες λοιπόν!» σκέφτηκε. Μα πρώτα έπρεπε να ανάψει το φως. Τέντωσε το χεράκι του μέχρι τον διακόπτη αλλά μάταια. Ήξερε ήδη ότι δεν το έφτανε. Ούτε ο Άρης έφτανε τόσο ψηλά. Μόνο ο μπαμπάς και η μαμά.

Κοίταξε με απογοήτευση την πόρτα του σπιτιού. Κοίταξε ξανά προς τις σκάλες. Ένοιωσε να βουρκώνει.

Μακάρι να ήταν μαζί του ο Άρης. Αυτός θα ήξερε τι να κάνει. Αυτός θα του έλεγε…

«Οι ήρωες δεν το βάζουν εύκολα κάτω!»

Πήρε ανάσα και άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες. Πολύ προσεκτικά.

Κάμποσα λεπτά αργότερα βρισκόταν απέναντι από το σπίτι τους, μπροστά στην εξώπορτα του κυρίου Θωμά. Προσπάθησε να φτάσει το κουδούνι. Τεντώθηκε ως τις μύτες των ποδιών του. Το άγγιξε σχεδόν . Αλλά όχι, δεν το έφτανε τόσο. Ξαναπροσπάθησε , τεντώθηκε ακόμα περισσότερο , τόσο ώστε κόντεψε να πέσει όταν είδε ξαφνικά τον κύριο Θωμά μπροστά του.

«Τι θες εδώ μικρέ; Πού είναι οι γονείς σου;»

Φαινόταν αρκετά ανήσυχος και ο Φίλιππος σκέφτηκε ότι θα ήταν θυμωμένος που τον ενοχλούσε τέτοια ώρα. Αμέσως θυμήθηκε τη ζωγραφιά που κουβαλούσε μαζί του.

«Αυτό είναι για ‘σας κύλιε Σωμά!» και με αυτό τέντωσε το χέρι που κρατούσε τη ζωγραφιά μέσα από τα κάγκελα της αυλόπορτας.

Ο ηλικιωμένος άνδρας πήρε στα χέρια του το χαρτί που του έδινε ο Φίλιππος.

«Χμμμ» έκανε σκεφτικός.

« Αυτό είναι ένα φίδι; Και αυτή εδώ; Η μαμά σου;»

Ο Φίλιππος έγνεψε ναι.

«Κι αυτός εδώ στην άκρη , ποιος είναι ; Ο παππούς σου; Όχι, για στάσου. Αυτός πρέπει να είμαι εγώ»

Ο Φίλιππος αγνόησε το γεγονός ότι ο κύριος Θωμάς ήταν ο πρώτος «μεγάλος» που καταλάβαινε αμέσως τι είχε ζωγραφίσει. Αργότερα στη ζωή , θα καταλάβαινε ότι όταν γερνάς και παραχωρείς τον ρόλο του «υπεύθυνου ενήλικα» στους νεότερους , κερδίζεις  ξανά την δυνατότητα να συνεννοείσαι με όσους επίσης δεν είναι «υπεύθυνοι» ή ενήλικες.

«Πέπει να μας βοηθήσετε. Το φίδι είναι η κακιά Αβεβαίτητα..Αβεβαιήτατα…»

«Αβεβαιότητα;» προσπάθησε να καταλάβει ο κύριος Θωμάς

«Ναι!!! Και σα κάνει κακό στην μαμά μας. Είναι σαν την Ασφύρα , που είναι φίδι. Σα μας βοηθήσετε;»

Κάτι ξεκίνησε να πει ο κύριος Θωμάς αλλά η φωνή του δεν ακούστηκε καθόλου. Μια άλλη φωνή σκέπασε τώρα κάθε άλλο ήχο.

«ΦΙΛΙΠΠΕΕΕΕΕΕΕ! ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙΣ ΝΑ ΠΕΙΡΑΞΕΙΣ ΤΟΝ ΓΙΟ ΜΟΥ! ΘΑ ΦΩΝΑΞΩ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ»

Γύρισαν και οι δύο το κεφάλι και είδαν την μητέρα του Φίλιππου σε έξαλλη κατάσταση στο μπαλκόνι του σπιτιού τους. Από πίσω της ο Άρης της τράβαγε τη ζακέτα και της έλεγε κάτι που δεν ακουγόταν ως κάτω.

«Ωχχ!» είπε ο Φίλιππος.

«Και λίγα λες μικρέ!»  συμφώνησε ο κύριος Θωμάς.

Τα όσα ακολούθησαν θα έκαναν να ξεχαστούν καιρό-από τα αδέλφια, από τη μαμά τους, από τον κύριο Θωμά και από τη γειτονιά.

Όταν γύρισαν στο σπίτι, με την μαμά να έχει πάρει αγκαλιά τον Φίλιππο και να τον σφίγγει πάνω της καθώς ανέβαινε τα σκαλιά τρέχοντας (αργότερα θα απορούσε που βρήκε τη δύναμη) ενώ έκλαιγε και φώναζε ταυτόχρονα «καρδούλα μου» και «τι πήγες κι έκανες;» , επικράτησε το απόλυτο χάος. Μάταια προσπαθούσαν να την κάνουν να ακούσει τα δύο αδέλφια.  Η μητέρα φαινόταν να μην έχει επαφή με το περιβάλλον. Έπιανε το τηλέφωνο να πάρει τηλέφωνο τον πατέρα τους, το άφηνε κάτω και θυμόταν κάτι ακόμα για το οποίο έπρεπε να τους φωνάξει. Έκλαιγε, φώναζε, βημάτιζε πάνω κάτω μέσα στο σπίτι ώσπου κατέρρευσε.

Αυτή τη φορά δεν έβαλε τα χέρια της μπροστά στο πρόσωπό της για να κρύψει τα δάκρυα. Σαν να άδειασε από δύναμη αφέθηκε εκεί στον καναπέ να κοιτάζει τον τοίχο απέναντί της, ενώ τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα από τα μάτια της.

Τα αδέλφια είχαν ζαρώσει στην άλλη άκρη του δωματίου και την κοίταζαν. Η στιγμή έμοιαζε να κρατάει αιώνα αλλά , σαν από θαύμα, ο ήχος του κουδουνιού της πόρτας, έκανε ξανά τον χρόνο να κυλήσει.

Η μητέρα πετάχτηκε σαν ελατήριο, σκούπισε πρόχειρα τα μάτια της και άνοιξε την πόρτα.

Πρώτα είδε το χαρτί με τις ζωγραφιές και πίσω από αυτό τον γείτονα.

Σήκωσε τα χέρια της να του ορμήσει. Και θα το έκανε αν εκείνος χαμογελούσε ή άρχιζε τα καλοπιάσματα. Εκείνος όμως την κοίταζε ήρεμα και της είπε μόνο:

 «Κυρία μου, ο γιός σας θέλει να νικήσει ένα φίδι. Επειδή φοβάται για την μαμά του» και τέντωσε το χαρτί με τη ζωγραφιά προς το μέρος της.

Η μαμά του Άρη και του Φίλιππου κατέβασε τα χέρια και κοίταξε καλύτερα τη ζωγραφιά. Έπειτα κοίταξε τον κύριο Θωμά. Και άκουσε όσα της είπε.

Τέντωσε το χεράκι του να πιάσει το κουδούνι κι ας θυμόταν από την προηγούμενη φορά ότι δεν το έφτανε. Ξαναδοκίμασε  πατώντας στις μύτες των ποδιών του. Και ξαφνικά τα πόδια του ξεκόλλησαν από τη γη και το σώμα του άρχισε να ανυψώνεται στον αέρα. Τα χέρια του μπαμπά του γύρω από την μέση του τον κρατούσαν γερά και τον σήκωναν ακριβώς ως το κουδούνι του κυρίου Θωμά.

Χρειάστηκε να χτυπήσουν άλλη μια φορά ώσπου να φανεί ο γείτονας.  Χαμογέλασε σαν είδε τον Φίλιππο στην πόρτα του μπροστά, αλλά σοβάρεψε όταν είδε τον πατέρα του και πιο πίσω την μητέρα του και δίπλα της τον αδελφό του.

«Κύριε Θωμά..» άρχισε ο πατέρας των παιδιών..

«Έρχεται βραδιά Χριστουγέννων. Θα είμαστε μόνοι μας. Οι γιαγιάδες και οι παππούδες των παιδιών είναι στο χωριό. Αν κι εσείς πιστεύατε… Θέλω να πω , θα μας έδινε μεγάλη χαρά αν μπορούσατε να…»

«Ο μπαμπάς πήρε την πιο μεγάλη γαλοπούλα! Η μαμά την φτιάχνει τέλεια!» πετάχτηκε μπροστά ο Άρης.

Ο κύριος Θωμάς δεν έβλεπε πια. Δάκρυα γέμισαν τις κόχες των ματιών του. Από τότε που είχε φύγει η κυρά Φιλίτσα του , εδώ κι ένα χρόνο , για το ταξίδι χωρίς γυρισμό, δεν περίμενε ότι θα έκανε Χριστούγεννα με άλλους ανθρώπους δίπλα του – με μια οικογένεια πόσο μάλλον.

«Ευχαριστώ…» κατάφερε να πει.

Οι άλλοι έκαναν να φύγουν , μα ο Φίλιππος παρέμεινε στη θέση του.

 «Σα μας πείτε και πώς νικάμε ένα φίδι;» ρώτησε όλο αγωνία .

Ο κύριος Θωμάς πήρε βαθειά ανάσα.

«Μικρέ θα σου πω το μυστικό. Υπάρχουν διάφορα δηλητήρια που πουλάνε στα μαγαζιά για να κρατούν τα φίδια μακρυά. Αλλά το πιο αποτελεσματικό είναι αυτό : Μην μένεις ποτέ μόνος σου. Τα φίδια αντιπαθούν τις παρέες ανθρώπων. Μόλις τους νοιώθουν , φεύγουν, κρύβονται μακρυά. Τους μόνους χτυπάνε. Κατάλαβες; Να το πεις και στη μαμά. Όσο είστε όλοι μαζί ,να μη φοβάται. Κατάλαβες; Άντε πήγαινε τώρα. Θα τα πούμε αύριο. Άντε, πήγαινε.»