2. Πόσο απέχει το τώρα από το για πάντα
«Πύρρο !»
Χτύπημα στην πόρτα. Γρήγορο. Στακάτο. Όχι θυμωμένο, αλλά σκληρό, αποφασισμένο. Αυτό σήμαινε ότι ο πατέρας του θα είχε σκοπό να του μιλήσει. Να τον κάνει να ακούσει. Σαν πατέρας προς γιο. Ακριβώς ό,τι λατρεύει ένας έφηβος.
Nooot
Ξεφύσηξε και ακούμπησε το κινητό στο κρεβάτι.
«Ναι, μπαμπά, πέρασε!»
Την τελευταία στιγμή , λίγο πριν ανοίξει η πόρτα , γύρισε την οθόνη του κινητού προς το στρώμα.
Ο πατέρας του μπήκε και στάθηκε δίπλα στο γραφείο. Τον κοίταξε με απόλυτα ήρεμο αλλά και αυστηρό ύφος.
«Πύρρο, ξέρεις τι θέλω να σου πω. Δεν είσαι πια παιδί για να επαναλαμβάνω πολλές φορές αυτό που θέλω να καταλάβεις. Είχαμε πει από την αρχή της χρονιάς ότι η Β Γυμνασίου είναι σημαντική και πρέπει να δώσεις προσοχή για να μπορέσεις να χτίσεις πάνω σε αυτές τις γνώσεις τις σπουδές σου τα επόμενα χρόνια. Πώς θα το καταφέρεις αυτό αν ξενυχτάς κάθε βράδυ με αυτό το ρημάδι;» είπε και έδειξε το κινητό.
Ο Πύρρος δεν μίλησε. Κοίταζε ως τώρα τον πατέρα του στα μάτια , μα τώρα τα χαμήλωσε γιατί ήξερε τι θα ακολουθούσε.
«Δεν θέλω να παρεξηγηθώ. Χαίρομαι που ερωτεύτηκες και που έκανες πρώτη φορά σχέση και… όλο αυτό τέλος πάντων, καλό και άγιο είναι. Αλλά άλλο είμαι ερωτευμένος και έχω σχέση και άλλο με σέρνουν από την μύτη.»
Το αγόρι έκανε μια γκριμάτσα αηδίας στο άκουσμα αυτής της έκφρασης, αλλά δεν είπε τίποτα. Καλύτερα να άφηνε τον πατέρα του να τα πει , να τελειώσει και να τον αφήσει.
«Άκουσέ με. Εσύ είσαι υπεύθυνος για το μυαλό σου και με τι θα το γεμίσεις. Αν το γεμίσεις με ένα μόνο πράγμα, τότε αυτό το ένα θα πρέπει να είναι πολύ δυνατό για να σε κρατήσει και τώρα και στο μέλλον. Το ξέρω ότι δεν είναι αυτό που θέλεις να ακούσεις, αλλά ο πρώτος έρωτας δεν έχει αυτήν την ικανότητα. Η δύναμή του μοιάζει με αυτή που έχει ένα πυροτέχνημα. Είναι εντυπωσιακό, φωτεινό, γρήγορο , ξετρελαίνει τα παιδιά, αλλά τελειώνει τόσο ξαφνικά όσο άρχισε. Άσε χώρο στο μυαλό σου για έρωτες αλλά βεβαιώσου ότι έχεις αρκετό χώρο για τα άλλα. Για να χτίσεις τον εαυτό σου. Οι δυνατότητες που έχει τώρα το μυαλό σου δεν θα είναι ποτέ ξανά τόσες πολλές. Άρπαξε τη γνώση που σου προσφέρεται Είναι ο μόνος τρόπος να ξεχωρίσεις από τη μάζα. Είναι η οδός που θα σε οδηγήσει να βρεις ένα νόημα στη ζωή σου και να το ακολουθήσεις. Θα περάσουν τα χρόνια, θα φτάσεις στην ηλικία μου και θα αναρωτιέσαι γιατί δεν είχα προσέξει τι απίστευτο δημιούργημα είναι τα Ομηρικά Έπη. Γιατί δεν παίδευα λίγο περισσότερο το μυαλό μου με την Άλγεβρα που είναι το κλειδί για τα μυστικά του σύμπαντος»
Εδώ ο Πύρρος αποφάσισε να επέμβει. Θεώρησε ότι έχει τα επιχειρήματα να αντικρούσει τον πατέρα του.
«Δηλαδή , ούτε εσύ έδινες τόση προσοχή στα μαθήματα όταν ήσουν στην ηλικία μου. Σωστά; Γι’ αυτό τώρα αναπολείς εκείνα τα χρόνια. Ίσως κι εσένα κάτι άλλο γέμιζε το μυαλό σου…»
Ένα πονηρό γέλιο σχηματίστηκε στα χείλη του.
«Το δικό μου το μυαλό, στην ηλικία σου, γέμιζε με μπάλα και τους φίλους μου και πώς θα πάω στην αλάνα να παίξω αγόρι μου.» είπε ο πατέρας του χωρίς να κουνήσει ούτε βλέφαρο.
«Όχι με έρωτες!»
«Σε αυτή την περίπτωση, μπαμπά, λυπάμαι ειλικρινά για εσένα. Που έχασες εκείνα τα χρόνια χωρίς να νοιώσεις πώς είναι να έχεις χάσει μυαλό και καρδιά και όμως να αισθάνεσαι πως ποτέ η καρδιά σου δεν χτυπούσε τόσο δυνατά και το μυαλό σου ποτέ δεν κατέβαζε τόσες ιδέες. Πώς είναι να μην αισθάνεσαι πια πείνα, κούραση, νύστα , πώς είναι μία μόνο σκέψη να έχει παραμερίσει όλες τις άλλες και πάλι , το μυαλό σου να είναι πολύ μικρό για να τη χωρέσει. Λες ότι είναι πυροτέχνημα που θα σβήσει. Μα εγώ βλέπω πως είναι σαν τις ηλιακές εκρήξεις. Κάθε που μια φλόγα κοπάζει, μια νέα έκρηξη έρχεται να ανανεώσει την πυρά. Και αλήθεια σαν τον ήλιο είναι. Φωτίζει και καίει ταυτόχρονα. Δίνει και παίρνει ζωή κι όλο πάλι από την αρχή.»
Σταμάτησε να δει τι αποτέλεσμα είχαν τα λόγια του στον πατέρα του. Συνοφρυώθηκε όταν τον είδε να βάζει και τα δυο του χέρια στο γραφείο για να στηριχτεί.
«Μ’ αρέσει που ήθελα να σε κάνω γιατρό κι εσύ το πας τσιφ για ποιητής παιδί μου» είπε και ένα μικρό, ανεπαίσθητο γέλιο χαράχτηκε στα χείλη του. Ο Πύρρος σκέφτηκε πως αυτό ήταν καλό σημάδι. Για λίγο φοβήθηκε μήπως είχε σοκάρει τον πατέρα του, γιατί κάτι τέτοιο, καθόλου δεν ήταν σκοπός του. Αλλά εκείνο το γελάκι του θύμισε ότι ο πατέρας του ήταν, τελικά, cool.
«Ακόμα κι έτσι να είναι, θα χρειαστείς διάβασμα για να γίνεις καλός ποιητής. Κάνε μια χάρη στον εαυτό σου και κλείστο για σήμερα και κοιμήσου.» Έδειξε το κινητό.
«Επιτέλους, μην δείχνεις πάντα διαθέσιμος!» Του έκλεισε το μάτι συνωμοτικά και βγήκε από το δωμάτιο. Ο Πύρρος άρπαξε το κινητό και το γύρισε να δει την οθόνη.
Τίποτα, κανένα μήνυμα. Ούτε στο viber, ούτε στο tiktok. Απογοητεύτηκε. Ίσως να έχει δίκιο ο πατέρας του. Αποφάσισε να κοιμηθεί. Άφησε το κινητό στο κομοδίνο. Αλλά δεν το έκλεισε. Δεν του πήγαινε η καρδιά.
Ήταν περασμένες δώδεκα όταν η οθόνη του κινητού άναψε. Τα μάτια του άνοιξαν αμέσως. Κοίταξε αν φαινόταν φως κάτω από την πόρτα του δωματίου του , σημάδι ότι οι δικοί του έβλεπαν τηλεόραση στο σαλόνι. Σαν είδε απόλυτο σκοτάδι, άρπαξε το κινητό.
Μήνυμα από: Έλενα
«Κοιμάσαι;»
Σκέφτηκε λίγο , τι να απαντήσει. Τα λόγια του πατέρα του : μην δείχνεις πάντα διαθέσιμος , δεν είχαν πέσει κάτω.
«Όπως όλος ο κόσμος τέτοια ώρα. Τι συμβαίνει; » Αποστολή.
«Ραντεβού σε δέκα στο παγκάκι.»
Κόντεψαν να πεταχτούν τα μάτια του από τις κόγχες. What the fuck! Πλάκα του έκανε; Σίγουρα , πλάκα του έκανε.
«Πλάκα μου κάνεις; » Αποστολή.
Πέρασε ένα λεπτό που μέτρησε για δύο. Έπειτα η οθόνη άναψε.
«Εγώ ξεκινάω.»
«Είναι τρελή !» ψιθύρισε στο σκοτάδι. Η αλήθεια είναι ότι η Έλενα ήταν αρκετά διαφορετική από τα άλλα κορίτσια στην τάξη και εν μέρει αυτό του άρεσε πάνω της. Αυτό και το ότι ήταν ψηλότερη από τις άλλες με μακριά ξανθά σαν το στάχυ μαλλιά και γαλάζια μάτια. Και ότι την ήθελαν περίπου όλοι οι συμμαθητές του , μα αυτή ήθελε εκείνον.
Αλλά αυτό ήταν τρέλα. Και να σκεφτεί κανείς ότι τόσες φορές που της είχε ζητήσει να ιδωθούν από τότε που έκλεισαν τα σχολεία όλο έλεγε «αδύνατον». Τι έγινε τώρα και μπορεί ; Και μάλιστα τέτοια ώρα;
«Και η απαγόρευση κυκλοφορίας;» Αποστολή.
Όταν πέρασαν δύο λεπτά χωρίς να έρθει απάντηση, ο Πύρρος σιγουρεύτηκε ότι η Έλενα είχε ήδη ξεκινήσει. Πετάχτηκε από το κρεβάτι και ντύθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Τι την είχε πιάσει βραδιάτικα; Αν ξυπνούσε ο πατέρας του και ανακάλυπτε ότι έλειπε θα γινόταν χαμός.
«Αχ καλέ μου Θεούλη, αν με ακούς ,κάνε να μην ξυπνήσει ο πατέρας μου απόψε. Τουλάχιστον όχι πριν γυρίσω. Κάνε να μην τριγυρνά και η αστυνομία απόψε στα μέρη μας. Κάνε μου αυτές τις δύο χάρες.» Μα σαν έφτασε στο πάρκο της γειτονιάς και την είδε να κάθεται στο παγκάκι, στο παγκάκι τους, τα ξέχασε όλα.
«Έλενα;» πρόλαβε να πει και εκείνη σηκώθηκε και έτρεξε προς το μέρος του. Άπλωσε τα χέρια της και χώθηκε στην αγκαλιά του.
«Κράτα με! Κράτα με!»
Έχωσε το κεφάλι της στο στέρνο του και έμεινε εκεί. Χάιδεψε με τα δάχτυλά του τα μαλλιά της και μύρισε το σαμπουάν της. Κρύος αέρας φύσηξε στο μάγουλό του. Κοίταξε ψηλά και είδε τ’ άστρα του νυχτερινού ουρανού ν ΄αστράφτουν πάνω από το κεφάλι του.
Αναρωτήθηκε αν υπήρχε άλλος πιο ευτυχισμένος άνθρωπος επί γης εκείνο το βράδυ. Απάντησε μόνος του : όχι.
Πήρε το χέρι του στο δικό της.
«Έλα, κάθισε μαζί μου εδώ.» Τον τράβηξε στο παγκάκι
«Πες μου, πες μου όσα μπορείς περισσότερα. Θέλω να σε ακούω»
Ο Πύρρος πήρε βαθειά ανάσα. Το είχε σκεφτεί τόσες φορές αυτές τις μέρες, τι θα της έλεγε όταν την πρωτοέβλεπε, το είχε κάνει πρόβα. Μπορούσε να το κάνει; Έκλεισε τα μάτια και δοκίμασε με φωνή βαθιά και μαλακή να το πει:
«Σ’ έχω τόσο ονειρευτεί που πια δεν είσαι αληθινή.
Προφταίνω άραγε ν’ αγγίξω αυτό το σώμα που πάλλεται
Να φιλήσω σ’ αυτό το στόμα μια αγαπημένη φωνή που γεννιέται;
Σ’ έχω τόσο ονειρευτεί που τα μπράτσα μου
συνηθισμένα σφίγγοντας τη σκιά σου, ν’ αγγίζουν το στήθος μου,
ίσως δεν θα μπορούσαν να τυλίξουν το κορμί σου»
«Πύρρο!!!» Τον κοίταζε με γουρλωμένα μάτια τώρα. « Εσύ το έγραψες;»
Ευτυχώς που το φως του φανοστάτη δεν έφτανε για να τον δει, που είχε κοκκινήσει ως τ’ αυτιά. Ούτε και αυτός δεν πίστευε ότι τα είχε καταφέρει.
«Όχι, είναι ενός Γάλλου ποιητή. Βρήκα το βιβλίο του στη βιβλιοθήκη της μητέρας μου.»
«Θέλω να μου γράψεις εσύ ένα. Ένα δικό σου ποίημα για μένα. Θα το κάνεις;»
Δεν μπορώ να της αρνηθώ τίποτα- και ποτέ σκέφτηκε αλλά δεν μίλησε. Απλά την αγκάλιασε και κοίταξε βαθειά στα γαλάζια μάτια της. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο πέρα από αυτά τα μεγάλα γαλάζια μάτια που μέσα τους καθρεφτίζονταν. Και αυτό που έβλεπε, τι περίεργο, δεν ήταν ο εαυτός του, τουλάχιστον όχι όπως είχε συνηθίσει να τον βλέπει στον καθρέπτη. Ήταν μια άλλη μορφή, που του έμοιαζε σίγουρα, μα φαινόταν να ανήκει σε ένα ανώτερο γένος, σαν και αυτά που κατοικούσαν τη γη στην αρχή του Χρόνου και περπατούσαν με τους θεούς.
«Γιατί δεν ήθελες να ιδωθούμε τόσο καιρό; Θα μπορούσαμε να στείλουμε 6 για άσκηση και να βρεθούμε. Όλο «αδύνατον» μου απαντούσες. Και τώρα ξαφνικά, περασμένα μεσάνυχτα, μου γράφεις «ραντεβού στο παγκάκι σε δέκα». Τι φάση;»
Η Έλενα γύρισε αλλού το κεφάλι της. Έπειτα απαλά, σαν να πατούσε με το δάχτυλό της το κουμπί που έριξε τη βόμβα στη Χιροσίμα, το είπε.
«Θα φύγουμε Πύρρο. Εγώ και η οικογένειά μου… με την νέα χρονιά…θα πάμε να ζήσουμε στη Γερμανία.»
Τότε ακριβώς ο χρόνος σταμάτησε και ο Πύρρος ένοιωσε ένα αόρατο χέρι να χώνεται στα σωθικά του και να τα τραβάει έξω αφήνοντας το σώμα του άδειο.
«Όχι…» κατάφερε μόνο να αρθρώσει.
Συνεχίζοντας να έχει γυρισμένο το κεφάλι της η Έλενα πρόσθεσε: «Η μαμά έχει και την Γερμανική υπηκοότητα, το ξέρεις, το ίδιο και η αδελφή μου κι εγώ. Για τον μπαμπά κανόνισε να βρει δουλειά στα Γερμανικά Ταχυδρομεία, ο θείος μου που είναι ήδη εκεί»
Ένοιωσε τα αυτιά του να βουίζουν και το κεφάλι του να γυρίζει. Χρειάστηκε να καθίσει. Πόσοι αιώνες είχαν περάσει από τότε που την κρατούσε στην αγκαλιά του και πίστευε ότι είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου; Πόσοι αιώνες χώρεσαν σε αυτά τα δευτερόλεπτα;
Εκείνη συνέχισε : « Έχουμε ήδη βρει και σπίτι. Η μαμά θα μας γράψει στο ελληνικό σχολείο. Στο Ντόρτμουντ θα πάμε, στο είπα; Θα είναι καλύτερα στη Γερμανία λέει η μαμά. Καλύτερες δουλειές, καλύτερα σχολεία, σύστημα υγείας..»
«Σταμάτα! Μπορείς να σταματήσεις;!» Τα μάτια του έτσουζαν. Είχε σχεδόν βουρκώσει . μα όχι από θλίψη, παρά από θυμό. Εκείνη, γύρισε για πρώτη φορά από τότε που ξεστόμισε το απίστευτο να τον κοιτάξει. Το πρόσωπό της άσπρο, σαν να είχε στεγνώσει από αίμα, τα χείλη της είχαν εξαφανιστεί καθώς τα έσφιγγε με τα δόντια και τα τεράστια γαλάζια μάτια της είχαν μικρύνει κι είχαν πάρει το χρώμα του ατσαλιού. Έκανε να βάλει το χέρι της στο δικό του μα εκείνος το τράβηξε μακρυά. Το μόνο καθαρό και ατόφιο συναίσθημα που ένοιωθε εκείνη την στιγμή ήταν θυμός. Αγνός θυμός. Τον ένοιωθε να τρέχει στις φλέβες του μαζί με το αίμα του , ίσως αντικαθιστώντας το αίμα του. Θυμήθηκε που πριν λίγο είχε δει τον εαυτό του άγγελο στα μάτια της. Τώρα ήταν βέβαιος, έμοιαζε με δαίμονα.
«Πόσο καιρό το ξέρεις; Πόσο καιρό το ετοιμάζετε; Εγώ δεν έπρεπε να το μάθω; Αλλά βέβαια, τι είμαι εγώ; Απλά ένας φίλος από το σχολείο. Ένα παιχνιδάκι για να περνά η ώρα, σωστά; Κι έλεγα ότι δεν είσαι σαν τις άλλες αλλά έκανα λάθος. Ίδια κι απαράλλακτη είσαι. Για την πάρτη σου όλα.».
Το χέρι της υψώθηκε απότομα για να τον χτυπήσει αλλά της το έπιασε από τον καρπό.
«Δεν έχεις ιδέα τι λες.» του είπε, κατεβάζοντας το χέρι της. «Δεν είναι έτσι.»
«Και πώς είναι τότε;» Φώναζε τώρα. Φώναζε για να μην ακούει τις σκέψεις του. Γιατί τον τρόμαζαν οι σκέψεις που έκανε.
«Είναι απλά… η ζωή» Σηκώθηκε από το παγκάκι και απομακρύνθηκε από κοντά του, διαισθανόμενη ίσως κάτι σκοτεινό που κινούνταν πίσω από τα μάτια του.
«Είναι αυτό που λένε πως όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια ο Θεός γελά μαζί τους; Αυτό είναι, απλά. Το δικό μου μονοπάτι με πάει αλλού τώρα.»
Σαν είδε πως δεν της απάντησε , πήρε θάρρος και συνέχισε: «Δεν είναι ότι ρώτησαν κιόλας την γνώμη μου, ξέρεις. Απλά μας το ανακοίνωσαν. Και τι θα μπορούσα να τους πω άλλωστε; Ότι θα είναι καλύτερα στην Ελλάδα από τη Γερμανία; Δεν θα είχα καμμιά ελπίδα.»
«Συγχαρητήρια!» Η φωνή του είχε αλλάξει. Ούτε αυτός την αναγνώρισε , έμοιαζε να ανήκει σε άλλον, έναν άντρα είκοσι χρόνια μεγαλύτερο ίσως. Ίσως τόσο ακριβώς να αισθανόταν και αυτός εκείνη την στιγμή.
«Θα τα καταφέρεις περίφημα στη Γερμανία, είσαι πιο ψυχρή από ψυγείο Siemens.»
«Δεν χρειάζονται ειρωνείες. Αν νομίζεις ότι εγώ…..»
«Πες μου κάτι ..» την διέκοψε. Στην πραγματικότητα δεν την είχε καν ακούσει να μιλάει.
«…σκέφτηκες καθόλου εμένα; Σου πέρασε από το μυαλό ότι αυτός ο ΗΛΙΘΙΟΣ μπορεί να έχει κάνει όνειρα, μπορεί να έχει γεμίσει μυαλό και καρδιά μόνο με αυτό που νόμιζε ότι μοιράζεται μαζί σου; Θα γέλαγες αν ήξερες ότι δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του με άλλη; Ότι κάθε σκέψη του για εσένα τελείωνε με το για πάντα;»
«Για πάντα…» ψιθύρισε. Ίσα που βγήκε η φωνή της μα εκείνος την άκουσε. Και είδε δάκρυα να κυλούν στο πρόσωπό της μα αυτή να μην τα προσέχει.
«Πόσο κρατάει το «για πάντα» Πύρρο; Αν το επόμενο λεπτό μας χτυπήσει κεραυνός και σκοτωθούμε τότε το «για πάντα» μας, κράτησε 60 δευτερόλεπτα. Μέσα στον μεγάλο σου εγωισμό, πίστεψες ότι μόνο εσύ ερωτεύτηκες, ότι μόνο η δική σου καρδιά πληγώθηκε. Δεν κατάλαβες γιατί ζήτησα να σε δω τέτοια ώρα; Απόψε το βράδυ μάθαμε με την αδερφή μου ότι όλα είναι έτοιμα για την μετακόμιση στην Γερμανία. Κάθε κρυφή ελπίδα που είχα να ακυρωθούν τα σχέδια των γονιών μου , εξαφανίστηκε. Ένοιωσα ανήμπορη, απέναντι σε μια απόφαση ήδη παρμένη. Και από την άλλη , με τι θράσος θα μπορούσα να δυσκολέψω τους γονείς μου με τις αντιρρήσεις μου όταν ξέρω πόσα σκληρά πάλευαν τόσο καιρό για να τα καταφέρουν. Κι εσύ; Εσύ ζούσες στον κόσμο σου. Έλεγες στον εαυτό σου «για πάντα» και δεν ήξερες καν τι έλεγες, τι ζήταγες από τον εαυτό σου. Την ευκαιρία να γίνει ψεύτης και να πατήσει όρκους . Πόσο θα κράταγε το «για πάντα» σου; Το «για πάντα» δεν το έχει κανείς για να το δώσει. Το μόνο που έχουμε είναι το τώρα, αυτή δα η στιγμή. Το μόνο που δεν θα μας πάρει ποτέ κανείς είναι η στιγμή αυτή, όταν θα περάσει στην μνήμη μας. Τι θα κάνεις με τη στιγμή αυτή Πύρρο; Είναι το μόνο που έχεις.»
Όλος ο θυμός που τον γέμιζε πριν λίγο, τον εγκατέλειψε μα πριν μείνει άδειος, ένα νέο συναίσθημα έπαιρνε τη θέση του. Ο πόνος. Τα λόγια του πατέρα του που είχαν παρομοιάσει την σχέση του με πυροτέχνημα του ήρθαν τώρα στο μυαλό. Για πυροτέχνημα, είχε κάνει μεγάλη ζημιά πάντως, σκέφτηκε. Έκλεισε τα μάτια να σκεφτεί και καμμιά σκέψη δεν σχηματίστηκε στο μυαλό του. Τίποτα. Σαν να ερχόταν από χιλιόμετρα μακρυά άκουσε τη φωνή της.
«Αν δεν κάνεις εσύ τίποτα, θα κάνω εγώ.»
Την επόμενη στιγμή ένοιωσε τα χείλη της να πιέζουν τα χείλη του, στην αρχή μαλακά και έπειτα πιο δυνατά. Ξαφνιάστηκε και μισάνοιξε το στόμα του και τότε εκείνη έσπρωξε τη γλώσσα της να συναντήσει τη δικιά του. Είχε τα μάτια του κλειστά μα του φάνηκε πως έβλεπε τα πάντα γύρω του : έβλεπε το παγκάκι , τον φανοστάτη δίπλα και τους δυο τους αγκαλιασμένους και ενωμένους κάτω από την κρύα νύχτα του Δεκεμβρίου. Μια έκρηξη μέσα του πυροδότησε τις φλέβες του και κύμα ζεστασιάς τον κατέκλυσε που ήρθε και συνάντησε τον πόνο που προηγουμένως είχε καταλάβει το κορμί του. Ήταν η πρώτη φορά που ο Πύρρος δοκίμαζε πώς όταν ο πόνος και η ευχαρίστηση μπλέκονται στην ίδια εμπειρία , τότε αυτή αποκτάει υπερφυσικές ιδιότητες. Αργότερα , θα μάθαινε ότι τέτοιες εμπειρίες καταγράφονται τόσο έντονα στην μνήμη, που δεν σβήνουν ποτέ. Κι έτσι , στα χρόνια που θα έρχονταν, κάθε φιλί που θα έδινε θα το σύγκρινε με αυτό. Κάποια θα ήταν χειρότερα, κάποια πολύ καλύτερα, αλλά κανένα δεν θα ήταν ακριβώς σαν αυτό, κανένα δεν θα ήταν τόσο βάσανο και τόσο ευτυχία ταυτόχρονα. Κι εκείνες τις στιγμές, ο μελλοντικός Πύρρος θα σκεφτόταν πως μια μικρούλα στιγμή του Δεκεμβρίου του 2020 είχε ταξιδέψει στο μέλλον, στο για πάντα.
«Υπάρχουν τα μηνύματα, οι βιντεοκλήσεις, δεν θα χαθούμε, έτσι δεν είναι; Θα μπορούσες ίσως να έρθεις για σπουδές στη Γερμανία, τι λες;» είπε εκείνη σαν τα χείλη τους χώρισαν.
Ο Πύρρος της χάρισε ένα μελαγχολικό χαμόγελο.
«Ας μην χαλάσουμε την στιγμή. Ας μην κάνουμε άλλα σχέδια για το μέλλον.» της είπε και την κράτησε δυνατά στα χέρια του. Για μια στιγμή. Για πάντα.