ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2020- ΜΟΝΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΟΛΩΝ III

3. Πώς ορίζεται ένα θαύμα

Το χορτάρι τριγύρω ήταν απίστευτα πράσινο και απίστευτα μαλακό. Πέρα ως πέρα τα μάτια της συναντούσαν λόφους και πεδιάδες όλα κατάσπαρτα με λουλούδια και δένδρα ολάνθιστα. Χωρίς να κοιτάξει τον ουρανό, ήξερε πως δεν θα υπήρχε ούτε ένα σύννεφο. Πού να βρισκόταν άραγε; Δεν γνώριζε αλλά, για κάποιον περίεργο λόγο, αυτό δεν την ανησυχούσε καθόλου. Αληθινά, κανένα άλλο συναίσθημα πέρα από αγαλλίαση και ασφάλεια δεν αισθανόταν.  Ένοιωσε πως δεν ήταν  μόνη.

«Μαμά;» είπε χωρίς να γυρίσει. Αντί απάντησης ένοιωσε το άρωμα της, το  Knowing της Estee Lauder, ένα άρωμα που είχε να μυρίσει από τότε που εκείνη είχε φύγει.

«Πήγαινε να δεις τι κάνει η Νατάσσα» ψιθύρισε η μητέρα της και την σκέπασε με μια κουβέρτα.

Ένα τηλέφωνο χτύπησε. Η Σοφία άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τριγύρω. Ο χώρος αναμονής του νοσοκομείου, σκοτεινός , πέρα από το λιγοστό φωτισμό που έβγαινε από ένα φωτιστικό δαπέδου δίπλα από τον δερμάτινο καναπέ στον οποίον είχε ξαπλώσει. Είχε αποκοιμηθεί λοιπόν. Και κάποιος την είχε σκεπάσει με μια λεπτή κουβέρτα όσο κοιμόταν.

«Δεν ήθελα να σας ξυπνήσω.»  Γύρισε να δει ποιος της μιλούσε και μαζεύτηκε απότομα σαν είδε ράσα να εξέχουν κάτω από την στολή χημικής προστασίας που φορούσαν όλοι στο νοσοκομείο, προσωπικό και επισκέπτες.

Δεν αισθανόταν ποτέ άνετα απέναντι σε ιερωμένους.

Ο άνδρας ήταν μέσης ηλικίας με μακρυά  άγρια  γκρίζα γενειάδα και μακρυά μαλλιά πιασμένα πίσω από το κεφάλι του.

Μάλλον μοναχός πρέπει να είναι σκέφτηκε, την στιγμή που εκείνος σηκώθηκε και αποχώρησε ευγενικά, διαισθανόμενος, μάλλον τους δισταγμούς της.

Σηκώθηκε και εκείνη με την σειρά της και κατευθύνθηκε με γρήγορα βήματα προς το δωμάτιο της κόρης της.

(Πήγαινε να δεις τι κάνει η Νατάσσα)

Το πρόσωπο του κοριτσιού ήταν σφιγμένο από τον πόνο, τα μάτια κλειστά και ανάσαινε με δυσκολία. Η Σοφία, έτρεξε στο γραφείο των νοσοκόμων.

«Η κατάσταση παραμένει η ίδια» . Η Αλεξάνδρα ήταν η νοσοκόμα που είχε ασχοληθεί σχεδόν αποκλειστικά με την Νατάσσα, από την ημέρα της εισαγωγής της στο Καρδιολογικό του Παίδων ,  δέκα ημέρες πριν και η Σοφία είχε φτάσει να πιστεύει ότι νοιαζόταν την Νατάσσα σαν να την γνώριζε χρόνια.

«Η θεραπεία είναι αρκετά δύσκολη και ο παιδικός οργανισμός αγωνίζεται να την αντέξει.»

«Δεν υπάρχει κάτι που να μπορούμε να κάνουμε; Να μην πονάει τόσο το παιδί μου;» Η Σοφία έσφιγγε τις γροθιές της ώσπου ν’ ασπρίσουν οι παλάμες της. Αν δεν το έκανε αυτό τα χέρια της θα έτρεμαν και μετά θα έτρεμε και η φωνή της.

«Πρέπει να κάνουμε αυτήν την θεραπεία, για να βελτιωθούν οι δείκτες και  να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στην επέμβαση κυρία Πετράκη. Πρέπει να φανείτε δυνατή. Η κόρη σας , ήδη είναι πρότυπο δύναμης. Λίγα παιδάκια αντέχουν αυτή τη διαδικασία χωρίς να παραπονούνται καθόλου.»

‘Έκανε να φύγει μα, σαν να το ξανασκέφτηκε λίγο, γύρισε προς την Σοφία. 

«Να σας πω και κάτι να χαρείτε. Τα αποθέματα σε αίμα στην ομάδα αίματος της μικρής αυξήθηκαν σημαντικά. Όταν θα είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε στην επέμβαση, δεν θα έχουμε να ανησυχούμε για αυτό. Ήρθε πολύς κόσμος να δώσει αίμα τις τελευταίες ημέρες.  Φαίνεται ότι κάτι κατάφερε η αδελφή σας τελικά.» 

Έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στην μικρή, χαμογέλασε ζεστά στην  Σοφία και έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Έμεινε στο δωμάτιο, αυτή και το παιδί και κανένα άλλο ήχο εκτός από αυτόν που έκαναν τα μηχανήματα που είναι συνδεδεμένα πάνω του. Κάποιες οθόνες τριγύρω κατέγραφαν διάφορες ενδείξεις και μία από αυτές τον χτύπο της καρδιάς του : αργός, σταθερός, κουρασμένος μα επίμονος.

Θυμήθηκε την πρώτη φορά που άκουσε τους χτύπους της καρδιάς της κόρης της , τότε, στο πρώτο υπερηχογράφημα. Δάκρυα είχαν πλημμυρίσει τότε τα  μάτια της. Κοίταζε μια τον γιατρό και μια τον άντρα της που στεκόταν δίπλα και ήθελε τόσα να τους πει μα καμμιά λέξη δεν έφτανε ως το στόμα της. Ούτε την ευτυχία της μπορούσε να μετρήσει και να εκφράσει , ούτε εκείνο το άλλο- εκείνο το ερώτημα που δεν έλεγε να σβήσει μέσα στο μυαλό της. Από πού είχε έρθει αυτός ο χτύπος. Τι ήταν πριν χτυπήσει για πρώτη φορά μες στην κοιλιά της;

Κοιτάζοντας τώρα την πράσινη γραμμή στο μηχάνημα ν’ ανεβαίνει ψηλά κι έπειτα να σβήνει, ν’ ανεβαίνει, να σβήνει , ένοιωσε το  ίδιο μικρή και ανίδεη μπροστά σε αυτόν τον χτύπο , όπως και τότε , εννέα χρόνια πριν.

Βγήκε ξανά έξω από το δωμάτιο. Σχημάτισε στο κινητό το τηλέφωνο του σπιτιού της.

«Γιώργο; Κοιμόσουν;» Ήταν περασμένα μεσάνυχτα.

»..Να πέσεις να κοιμηθείς τότε. Χρειάζεσαι ξεκούραση. Το παιδί; Δεν είχαμε καμμία μεταβολή. Να σου πω κάτι ευχάριστο, γι’ αυτό σε πήρα. Συμπληρώθηκαν οι ανάγκες σε αίμα. Το προσωπικό θεωρεί ότι βοήθησαν οι αναρτήσεις της Ιωάννας στα social.  Ναι , το ξέρω ότι δεν συμφωνούσες με αυτό, αλλά να! Ήρθε τόσος κόσμος να δώσει αίμα. Εν μέσω πανδημίας , εν μέσω απαγορευτικών μέτρων. Αυτό δεν είναι κάτι;»

Έκλεισε το τηλέφωνο μετά από λίγο με μπερδεμένα συναισθήματα.

Ξαναμπήκε στο δωμάτιο της κόρης της και βολεύτηκε στην πολυθρόνα δίπλα από το κρεβάτι του παιδιού της. Τα μάτια της εστίασαν ξανά στην πράσινη γραμμή του μηχανήματος και έμειναν εκεί ώσπου  έκλεισαν ,  αφήνοντάς την σε έναν ανήσυχο ύπνο.

Η πρωινή επίσκεψη των γιατρών  φαίνεται ότι μόλις είχε τελειώσει. Ο υπεύθυνος ιατρός της Νατάσσας, έβγαινε τώρα από το δωμάτιο μαζί με έναν ακόμα ιατρό και την Αλεξάνδρα.

Της χαμογέλασε , αλλά η Σοφία ένοιωσε πως το χαμόγελο εκείνο ήταν καθαρά συγκαταβατικό.

Σφίχτηκε η καρδιά της.

«Όπως τα ξέραμε κυρία Πετράκη, καμία αλλαγή προς το παρόν. Η θεραπεία φαίνεται ότι την δυσκολεύει πολύ και ακόμα δεν έχουμε δει την απαραίτητη αλλαγή στους δείκτες ώστε να προχωρήσουμε στην επέμβαση. Φαίνεται πως και η ίδια στερείται δυνάμεων αυτή την στιγμή. Δυστυχώς τα φάρμακα δεν μπορούν να κάνουν περισσότερα αν και ο οργανισμός δεν στηρίζει. Θα επανεξετάσουμε την κατάσταση αύριο και θα προχωρήσουμε σε ιατρικό συμβούλιο αν χρειαστεί. Κουράγιο. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε.»

Στην άλλη άκρη του διαδρόμου, είδε τον άντρα της να πλησιάζει. Χαιρέτησε τους γιατρούς και έτρεξε προς την Σοφία.

«Τι έγινε; Τι είπαν;» ρώτησε όλο αγωνία. Η Σοφία, κούνησε το κεφάλι της  με απογοήτευση και κοίταξε στα μάτια του. Ο Γιώργος έγνεψε με κατανόηση. Είχε καταλάβει. Από τον πρώτο καιρό της γνωριμίας τους μπορούσαν να μιλούν χωρίς λόγια , να διαβάζουν ο ένας τις σκέψεις του άλλου.

«Πρέπει να φανούμε δυνατοί Σοφία. Εγώ  έχω πίστη στην επιστήμη. Υπάρχουν εξαιρετικοί επιστήμονες ιατροί εδώ και ο χειρουργός έμαθα είναι πασίγνωστος στους ιατρικούς κύκλους. Λίγη υπομονή ακόμα να δείξουμε.»

Η Σοφία έγνεψε πως συμφωνεί αλλά μέσα της εξακολουθούσε να φοβάται. Άλλωστε όλα τώρα εξαρτώνται από τον οργανισμό της Νατάσσας, η επιστήμη έκανε όσα μπορούσε.

«Θα μπω να την δω τώρα» είπε διακόπτοντας, επίτηδες ίσως, τις σκέψεις της ο άντρας της.

«Α, και κάτι ακόμα.» Έβγαλε από την τσέπη του το κινητό του , πάτησε το εικονίδιο του Facebook και το γύρισε την οθόνη προς την γυναίκα του.

«Θέλεις λίγο να μιλήσεις στην αδερφή σου για αυτό;»

Η Σοφία είδε μια σελίδα,  που είχε δημιουργήσει η αδελφή της προφανώς,  που είχε τον τίτλο « Μια προσευχή για την Νατάσσα» . Η πιο πρόσφατη δημοσίευση στην σελίδα καλούσε για ομαδική προσευχή υπέρ υγείας του παιδιού, το απόγευμα στις 19:00 ενώ η αμέσως προηγούμενη ήταν η έκκληση για  αίμα που είχε προκαλέσει την αυξημένη ροή εθελοντών στο νοσοκομείο.

«Καταλαβαίνω ότι έχει καλή πρόθεση, αλλά δεν θέλω ούτε τσαρλατανισμούς ούτε θρησκευτικούς σκοταδισμούς να παίζουν με την υγεία του παιδιού μου» Χωρίς να  περιμένει απάντηση , άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο.

Ένοιωσε την ανάγκη να βγει έξω , ν’ αναπνεύσει καθαρό αέρα, να δει τον ουρανό. Να σκεφτεί…

Το ασανσέρ την κατέβασε στο ισόγειο. Όταν άνοιξαν οι πόρτες, βρέθηκε μπροστά στην Χριστουγεννιάτικη διακόσμηση της εισόδου της  κλινικής. Ήταν φανερό ότι οι υπεύθυνοι είχαν βάλει τα δυνατά τους αλλά εκείνη την στιγμή όλα της φαίνονταν τόσο παράταιρα. Ήταν  όντως Χριστούγεννα; Πού; Μήπως σε κάποιον άλλο πλανήτη;

Βγαίνοντας από το κτήριο, άρχισε να ψάχνει με μανία στην τσάντα της. Είχε να καπνίσει από τότε που είχε μείνει έγκυος στην Νατάσσα. Πάντα όμως κουβαλούσε στην τσάντα της ένα πακέτο τσιγάρα. «Για ώρα ανάγκης.» έλεγε στον εαυτό της. Εννέα χρόνια το πακέτο είχε μείνει άθικτο. Τώρα όμως…

Έβαλε το τσιγάρο στο στόμα, το άναψε και στις πρώτες ρουφηξιές ένοιωσε τον χρόνο να γυρνά πίσω, πριν γίνει μητέρα , τότε που πράγματα όπως η προετοιμασία μιας παρουσίασης για τον διευθυντή της εταιρίας ή οι φουσκωμένοι λογαριασμοί της κάρτας της, της φαινόντουσαν ικανά να  φέρουν τον τίτλο  «προβλήματα της ζωής». Κάγχασε με τον εαυτό της και έκλεισε τα μάτια τραβώντας άλλη μια ρουφηξιά. Να είχε τώρα ένα καφεδάκι, λίγες ακόμα ρουφηξιές από το τσιγάρο και ένα καφέ. Έπειτα θα ξαναέμπαινε στο νοσοκομείο, θα ξαναέμπαινε στο παρόν.

«Καλημέρα! Έκαναν λάθος και μου ετοίμασαν δύο καφέδες από το κυλικείο, μήπως θέλετε τον έναν;»

Ήταν ο μοναχός που είχε δει και το προηγούμενο βράδυ στο σαλόνι, χωρίς την προστατευτική στολή του νοσοκομείου. Στα χέρια του κρατούσε μια βάση με δύο καφέδες  την οποία έτεινε προς το μέρος της.

Του χαμογέλασε, πέταξε το τσιγάρο και πήρε το ένα χάρτινο κύπελο.

«Είναι ελληνικός, μέτριος. Ελπίζω να σας κάνει»

«Και βέβαια. Σας ευχαριστώ» είπε η Σοφία. Τον κοίταξε καλύτερα. Ήταν ψηλός και γεροδεμένος. Το χαμόγελό του φαινόταν αληθινό κι εγκάρδιο.  Σήμερα, δεν ένοιωθε φόβο απέναντί του.  Ίσως έφταιγε το τσιγάρο για αυτό. Ίσως και ο καφές.

«Έχετε κάποιον δικό σας εδώ;» τον ρώτησε δείχνοντας το νοσοκομείο.

«Όλους» απάντησε εκείνος χαμογελώντας απαλά και κοιτάζοντας χαμηλά.

«Ναι, σωστά, πάτερ..» είπε κάπως αμήχανα η Σοφία.

«Νικόλαος» είπε εκείνος πρόσχαρα. Μετά πρόσθεσε:

«Ω, μην ανησυχείτε. Ο λόγος που βρίσκομαι εδώ, είναι γιατί η διευθύντρια  είναι φίλη μου.»

«Γνωρίζετε την διευθύντρια;» Η Σοφία δεν έκρυβε την έκπληξή της.

«Ναι, από παλιά. Από το Πανεπιστήμιο.»

«Ω! Μα τότε είστε ιατρός;» Αυτό κι αν ήταν  έκπληξη.

«Όχι πια» είπε εκείνος.

Οι αυτόματες γυάλινες πόρτες του νοσοκομείου άνοιξαν και από μέσα βγήκε μια νεαρή γυναίκα που κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της. Τους προσπέρασε βιαστική και κατευθύνθηκε προς ένα αυτοκίνητο που είχε σταθμεύσει κοντά στα σκαλιά της εισόδου.  Ο οδηγός βγήκε από το όχημα και την βοήθησε να επιβιβαστεί στο πίσω κάθισμα.  Η Σοφία έμεινε να τους κοιτά ώσπου το όχημα απομακρύνθηκε και έπειτα τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Χοντρές στάλες άρχισαν να κυλούν στο πρόσωπό της ασταμάτητα και τα χέρια της έστεκαν κρεμασμένα στο κορμί της, ανίκανα να σηκωθούν και να σκουπίσουν εκείνα τα δάκρυα. Δεν υπήρχαν αναφιλητά , ούτε αναστεναγμοί, μόνο δάκρυα , άπειρα δάκρυα που έσταζαν στις πλάκες από μαύρο  μάρμαρο που κοσμούσαν την είσοδο της κλινικής.

«Μην απελπίζεστε! Προπαντός, μην απελπίζεστε» Άπλωσε το χέρι του και πήρε το δικό της. Έκλεισε την παλάμη της ανάμεσα στις δικές του.

Η Σοφία ένοιωσε να συνέρχεται λίγο από αυτήν την αναπάντεχη κίνηση. Κατάφερε να εστιάσει το βλέμμα της επάνω του.

«Πάτερ; Χρειάζομαι ένα θαύμα!» Οι λέξεις βγήκαν αυθόρμητα από μέσα της και ξέχασε και την επιφυλακτικότητά της απέναντι στον κλήρο . Επιφυλακτικότητα που στην πραγματικότητα  εξέφραζε την αμφιβολία της ,  κατά πόσο πίστευε ή όχι.

 «Η κόρη μου πάσχει από μια σπάνια καρδιακή ανατομική πάθηση. Υπάρχουν κάποιες ελπίδες καλυτέρευσης  αν γίνει η επέμβαση που μας λένε οι γιατροί. Μα για να προχωρήσουμε στην επέμβαση θα πρέπει να ανταποκριθεί στην θεραπεία που έχουν υποδείξει οι γιατροί. Δυστυχώς είναι  επίπονη και είναι τόσο μα τόσο κουρασμένη πια η Νατάσσα μου. Δεν υπάρχουν ακόμα σημάδια βελτίωσης.»

Σώπασε σαν τα είπε. Έριξε το κεφάλι στο στήθος. Ξεφύσηξε.

Ο ιερομόναχος σώπασε για λίγο. Έπειτα της είπε : «Ελάτε μαζί μου μια βόλτα στην αυλή , έχουν ένα πολύ όμορφο παρτέρι με λουλούδια δεξιά εκεί, το έχετε προσέξει;»

Η Σοφία ανακάλυψε ότι δεν είχε δύναμη ούτε να αρνηθεί , ούτε καν να μιλήσει άλλο. Πειθήνια, τον ακολούθησε.

Το παρτέρι με τα λουλούδια εκτείνονταν σε όλη την έκταση της δεξιάς πτέρυγας του νοσοκομείου. Της έδειξε με το χέρι του όλα τα άνθη και η Σοφία επικεντρώθηκε σε μια συστάδα χρυσάνθεμα που έμεναν ολάνθιστα παρ’ όλο το κρύο.

«Ξέρετε, θα σας εξομολογηθώ κάτι.» Η Σοφία γύρισε να τον κοιτάξει μα εκείνος ξαναέδειξε τα λουλούδια και έτσι εκείνη  έστρεψε το βλέμμα της πάλι σε αυτά.

«Που λέτε,  είχα πάντα μια αδυναμία στη γλώσσα και στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία. Ο Αριστοτέλης, πριν καταπιαστεί με οποιοδήποτε θέμα, τον απασχολούσε ο ορισμός του. Αρχή πάντων ορισμός εστί. Για να το δοκιμάσουμε: θαύμα. Τι σημαίνει; Ποιος είναι ο ορισμός της λέξεως; Συγχωρέστε με, αλλά λόγω ιδιότητας το έχω ερευνήσει το θέμα, εξ’ ου και η ευφράδειά μου επ’ αυτού. Προέρχεται λοιπόν από το αρχαίο ρήμα θαμβέω , δηλαδή εκπλήσσομαι. Το θαύμα είναι δηλαδή ο,τι προκαλεί έκπληξη και απορία, κάποτε ίσως φόβο επειδή είναι ασυνήθιστο ή μη αναμενόμενο, δεν εξηγείται με την λογική. Μπορούμε να φανταστούμε ότι οι αρχαίοι άνθρωποι θα χαρακτήριζαν πολλά φαινόμενα – που σήμερα έχουν απολύτως εξηγηθεί- ως θαύματα.»

Η Σοφία έπιασε τον εαυτό της να έχει υπνωτιστεί από την φωνή του. Ο προηγούμενος καταιγισμός συναισθημάτων και απελπισίας είχε καταλαγιάσει και η ίδια ένοιωθε σκέψεις και συναίσθημα να έχουν προς το παρόν μουδιάσει.

«…παρ’ όλα αυτά, στην εποχή της τεχνολογικής επανάστασης όπως μας λένε, ο άνθρωπος εξακολουθεί να επιζητεί το θαύμα, στην παντοδυναμία της λογικής , ψάχνει αυτό που διαφεύγει της λογικής, ψάχνει αυτό που θα του δημιουργήσει απορία. Για να δούμε. Έχετε βιώσει ποτέ εσείς ένα θαύμα με τον ορισμό που μόλις ανέφερα;»

Η Σοφία άκουσε την ίδια της τη φωνή και αυτό την εξέπληξε γιατί δεν είχε σκεφτεί τι θα απαντούσε:

«Η γέννηση της κόρης μου.»

Ο πατέρας Νικόλαος χαμογέλασε.  Έκανε μερικά βήματα πίσω , έτσι ώστε να μην είναι στο οπτικό πεδίο της Σοφίας.

«Έτσι είναι. Η γέννηση κάθε ανθρώπου είναι ένα μικρό θαύμα. Κατ’ αρχήν γιατί το έμβρυο και ο πλακούντας του αποτελούν παράσιτα για τον οργανισμό της μητέρας. Κι όμως, τα αντίθετα συμφέροντά τους ας πούμε, συνεργάζονται και αν όλα πάνε καλά, οδηγούν στο θαύμα της γέννησης. Είδατε; Είπα κι εγώ «θαύμα».  Τι θα λέγατε να θυμηθείτε και  να μου πείτε κάποια πιο πρόσφατη εμπειρία σας για κάτι ασυνήθιστο και μη αναμενόμενο που βιώσατε.»

Και πάλι η φωνή της Σοφίας, ανεξάρτητη από το μυαλό της είπε: « Το αίμα που χρειάζεται για την εγχείρηση της κόρης μου, βρέθηκε χάρη σε μια έκκληση της αδερφής μου μέσω διαδικτύου. Ήρθαν πολλοί άνθρωποι να δώσουν αίμα, τους περισσότερους από αυτούς , δεν τους γνωρίζω καν.»

Εκείνος, άφησε επίτηδες, μια ολιγόλεπτη σιωπή , ανάμεσά τους. Η Σοφία δεν έμοιαζε να το προσέχει.

«Αυτό,» είπε ο πατέρας Νικόλαος μετά από λίγο «…είναι θαύμα με κάθε γραμμή του ορισμού. Το ότι άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, χωρίς να έχουν κανένα προσωπικό όφελος, εν μέσω πανδημίας και περιορισμών κυκλοφορίας, εν μέσω κλίματος φόβου και απομόνωσης, ανταποκρίθηκαν σε ένα κάλεσμα και ήρθαν να προσφέρουν το αίμα τους, είναι αληθινό θαύμα, τόσο με τα μέτρα των αρχαίων όσο και με τα μέτρα των σύγχρονων ανθρώπων. Κατά πώς τα βλέπω, έχεις βιώσει σπουδαία θαύματα στη ζωή σου παιδί μου. Έχεις κάθε λόγο να ελπίζεις , έχεις κάθε λόγο να  π ι σ τ εύ ει ς   πως θα λάβεις.»

Η Σοφία έστρεψε το βλέμμα από τα χρυσάνθεμα και τον κοίταξε. Ο ιερομόναχος της χαμογέλασε ζεστά.

«Σε ευχαριστώ για την όμορφη κουβέντα μας. Εύχομαι να μην σε πειράζει ο ενικός;»

Η Σοφία έγνεψε αρνητικά.

«Ωραία. Προσεύχομαι να τα ξαναπούμε. Μα…θέλω να σου ζητήσω κάτι. Μην αποπάρεις την αδελφή σου σήμερα για την έκκληση σε προσευχή που ανάρτησε. Ε; Θα το θυμάσαι; Μην την μαλώσεις. Θα προσευχηθώ κι εγώ για την κόρη σου. Καλή σου μέρα.»

Καθώς απομακρύνονταν , η Σοφία ένοιωσε το μυαλό της να ξεμουδιάζει.

Μα…πώς ήξερε για την ιστοσελίδα της Ιωάννας;  Η Σοφία ήταν σίγουρη πως εκείνη δεν του είχε πει τίποτα για αυτό. Απορημένη τον κοίταζε να ξεμακραίνει.

Αυτήν την φορά υπήρχαν λουλούδια τριγύρω. Χρυσάνθεμα, εκατοντάδες, χιλιάδες χρυσάνθεμα, όπου γυρνούσες το κεφάλι σου. Ο ήλιος έλαμπε πάνω από το κεφάλι της αλλά φως ξεχυνόταν από παντού: από δίπλα της,  κάτω από τα πόδια της, σε κάθε τι που την περιέβαλλε. Γύρισε πίσω της. Είδε την μητέρα της , ξανά, να ξεχειλίζει κι εκείνη από φως. Την είδε να φέρνει το χέρι της στο δεξί αυτί της και να αφουγκράζεται.

«Άκου! Μουσική!»

Η Σοφία στράφηκε προς την κατεύθυνση που έδειχνε η μητέρα της. Μετά από λίγο το άκουσε και εκείνη :στην αρχή μια νότα, δυο,  έπειτα δειλά- δειλά κομμάτια μιας μελωδίας παιγμένης θαρρείς από ένα όργανο που ύστερα ενώθηκε με αυτήν που έπαιζε ένα άλλο κι άλλο κι άλλο, ύστερα φωνές,  ανθρώπινες φωνές που τραγουδούσαν εκείνο το κομμάτι που όμοιό του δεν είχε ξανακούσει η Σοφία. Ευδαιμονία την κατέκλυσε. Όσο η μουσική και οι φωνές συνέχιζαν τόσο περισσότερο δυνάμωνε τούτη η αίσθηση μέσα της.

«Τι είναι αυτό μαμά;»

«Οι προσευχές των ανθρώπων. Οι προσευχές των ανθρώπων που ζητούν κάτι όχι για τον εαυτό τους, μα για κάποιον άλλον. Αυτές ακούγονται έτσι.»

Η Σοφία έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στην μουσική. Ένοιωθε πως κάτι την τραβούσε ολόκληρη προς τα εκεί που ερχόταν η μουσική. Ήταν τόσο δυνατό.  Τόσο πέρα από τον έλεγχό της.

«Σοφία! Το παιδί σε ζητάει.»

Η μουσική έσβησε απότομα ενώ η Σοφία άνοιγε τα μάτια της για να βρεθεί  στο δωμάτιο του νοσοκομείου , στην πολυθρόνα δίπλα στο κρεβάτι της κόρης της.  Έτριψε τα μάτια της για να σιγουρευτεί ότι δεν ονειρευόταν. Για πρώτη φορά από τότε που μπήκαν στην κλινική έβλεπε το πρόσωπο της κόρης της να χαμογελά, το δέρμα της να λάμπει, κάθε ίχνος του πόνου , που τις προηγούμενες ημέρες την έκανε να μορφάζει συνεχώς, είχε χαθεί. Έπιασε το χέρι της κόρης της με τα δυο της χέρια και ένοιωσε να βουρκώνει.

Το ήξερε πριν έρθουν οι γιατροί. Το ήξερε πριν κοιτάξουν τους δείκτες. Το ήξερε πριν της το επιβεβαιώσουν. Η Νατάσσα ήταν έτοιμη. Θα πήγαιναν για εγχείρηση !  

Έπλεξε τις παλάμες της και κοίταξε ψηλά. Είχε να το κάνει χρόνια αυτό, αλλά δεν ένοιωθε αμηχανία, δεν είχε αμφιβολίες, δεν είχε δισταγμούς. Ήξερε!

«Θα μπορούσα να ζητήσω άλλο ένα θαύμα;»  ψιθύρισε .