Η Πτώση

Μια εικόνα πόλης σε καταστροφή: ο κόσμος τρέχει αλλόφρων στους δρόμους , ενώ τα αγάλματα των ηγεμόνων, των σημαντικών ανθρώπων και των θεών γκρεμίζονται από τα βάθρα τους και γίνονται κομμάτια. Η πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας απεικονίστηκε έτσι ακριβώς από τον ζωγράφο Thomas Cole το 1836.

Σεισμοί , φωτιές και άλλα φυσικά φαινόμενα έχουν ακόμα καταστρέψει κατά το παρελθόν θρησκευτικά και ιστορικά έργα τέχνης, αδριάντες σημαντικών ανθρώπων και αριστουργήματα του ανθρώπινου πολιτισμού.

Όμως αν ούτε βάνδαλοι πήραν την πόλη, ούτε και κάποια άλλη φυσική καταστροφή ενέσκηψε, τι συνέβη και γκρεμίζονται τελευταία από το βάθρο τους οι πλέον ισχυροί από τον χώρο της τέχνης στη  χώρα; Ποια δύναμη ρίχνει τους αδριάντες ανθρώπων που μέχρι χτες κανείς δεν μπορούσε να αγγίξει; Το ενδιαφέρον είναι ότι πέφτοντας, τούτοι οι αδριάντες, δεν αφήνουν παρά μόνον σκόνη, στο σημείο που ως χτες στέκονταν αγέρωχοι. Σαν να μην ήταν από πέτρα και μάρμαρο φτιαγμένοι, αλλά σαν να ήταν από απλό πηλό που ξανάγινε χώμα  και γύρισε στη γη.

Σκέπτομαι βέβαια πως ίσως και να έγινε σεισμός κι εμείς μακάριοι, κουφοί και τυφλοί δεν καταλάβαμε τίποτα. Αυτός ο σεισμός συμβαίνει ακόμα και γκρεμίζει ό,τι κουβαλούσαμε από τον προηγούμενο αιώνα και το θεωρούσαμε σίγουρο και ακλόνητο. Είναι το είδος του σεισμού που συμβαίνει κάθε φορά που ο κόσμος κάνει τον κύκλο του κι ένας νέος κόσμος γεννιέται.

Εξίσου πιθανό είναι, οι βάνδαλοι όντως να φταίνε , μόνο που οι βάνδαλοι είμαστε εμείς. Τα έθνη των αγρίων σε οποιοδήποτε μέρος της γης χαρακτηρίζονται από στασιμότητα, ραθυμία και αδιαφορία για το μέλλον  έγραφε ο Γίββων δυο αιώνες πριν.  Είναι εντυπωσιακό πόσο ταιριάζει ο χαρακτηρισμός στον Δυτικό άνθρωπο του 21ου αιώνα. Γιατί δεν νοιαστήκαμε πραγματικά για την τέχνη και για το θέατρο παρά μόνο σαν καταναλωτές, γιατί δεν ενδιαφερθήκαμε να μάθουμε αν ποιούν ήθος οι εκπρόσωποί του , ούτε πήγαμε ποτέ εκεί για να άγουμε την ψυχή μας (προς τα πάνω) παρά για να διασκεδάσουμε – να σκορπίσουμε το μυαλό μας. Κι ούτε παιδευτήκαμε λίγο να ψάξουμε τι έλεγαν στ’ αλήθεια τα αρχαία κείμενα, που οι υποκριτές μας απέδιδαν με τάχα επαναστατικές μεθόδους. Κι ούτε ανησυχήσαμε που όχι μόνο ηθοποιούς που να ποιούν ήθος δεν είχαμε αλλά ούτε συγγραφείς πια , ούτε ποιητές, ούτε φιλόσοφους. Έτσι αδιάφορους και νωθρούς μας βρήκαν οι αποκαλύψεις κι εμείς παραμένοντας με πείσμα νωθροί , τις καταναλώνουμε τώρα αχόρταγα σαν επεισόδιο του θρυλικού Ερωτοδικείου.

Ας δούμε τώρα ότι ενώ κάποια ειδώλια στη χώρα μας και παγκοσμίως  γκρεμίζονται μόνα τους και πέφτουν , είναι κάποια άλλα που αρνούνται πεισματικά να πέσουν από το βάθρο τους. Είναι αυτά που λερώνονται με graffiti. Είναι τα αγάλματα   που σε κάποιες χώρες του δυτικού κόσμου υπήρξαν αιτήματα να αφαιρεθούν ολωσδιόλου, γιατί οι προσωπικότητες που αναπαριστούσαν είχαν χαρακτηριστεί προσβλητικές για κάποιους. Είναι αυτά τα πρόσωπα που  το αναθεωρητικό ρεύμα της ιστοριογραφίας προσπαθεί να αποδομήσει στην χειρότερη περίπτωση, ενώ στην καλύτερη προσπαθεί απλώς να αναδείξει όσα ελαττώματά τους μπορεί να βρει, ώστε να τους παρουσιάσει «πιο ανθρώπινους», λιγότερο ήρωες και κατά συνέπεια πιο κοντινούς στα δικά μας μέτρα. Τι αφελής ιδέα! Οι ήρωες και οι ξεχωριστοί δεν κατεβαίνουν ποτέ στα ανθρώπινα, γιατί μόνο έτσι πληρούν τον ρόλο τους, δηλαδή να μας τραβήξουν προς τα πάνω.

Σε αυτά τα πεισματάρικα ινδάλματα να δώσουμε την προσοχή μας. Σε αυτούς τους ξεχωριστούς κάθε χώρας και εποχής, σε αυτά τα μάρμαρα που κακιά σκουριά δεν πιάνουν, που λέει κι ο ποιητής. Σε αυτούς που έκαναν το μοναχικό ταξίδι του Ήρωα και γύρισαν για να μας πουν πως υπάρχει φως έξω από την σκοτεινή σπηλιά που μένουμε (για να θυμηθούμε και τον Πλατωνικό μύθο). Αυτούς θα χρειαστούμε και την ώρα του σεισμού και την ώρα του βάνδαλου.