Η Κρυφή Γοητεία του Μπάχαλου

Ο Douglas Murray είναι Βρετανός δημοσιογράφος και συγγραφέας. Έχει γυρίσει όλο τον κόσμο καλύπτοντας τα πιο σημαντικά γεγονότα , συμπεριλαμβανομένων πολέμων και αναταραχών. Με αυτήν του την ιδιότητα, βρέθηκε τον περασμένο Νοέμβριο στο Portland του Oregon και ήταν μάρτυρας των βίαιων ταραχών που ακολουθούσαν τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας για τον θάνατο του Αφροαμερικανού George Floyd. Ο απολογισμός των  διαδηλώσεων που ξεκίνησαν περίπου τον Μάιο και κορυφώθηκαν στο τέλος της περασμένης χρονιάς    περιελάμβανε  , βανδαλισμούς μνημείων , λεηλασίες καταστημάτων αλλά και φόνους πολιτών. Ο Murray σοκαρισμένος από όσα είδε, σχολίασε σε ένα podcast πως «Κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε ποτέ στην Ευρώπη, σίγουρα όχι σε μια δημοκρατική χώρα.» Και κάπου εκεί έπαθα σοκ και δεν μπόρεσα να ακούσω το υπόλοιπο podcast.

Τι λέει ο Εγγλέζος, καλέ,  ότι η χώρα μου δεν ανήκει στην Ευρώπη και δεν είναι δημοκρατική ;

Γιατί, έχοντας μεγαλώσει στην δεκαετία του ‘80, δεν θυμάμαι κάποια περίοδο, από τότε μέχρι σήμερα, που να μην καιγόταν η Αθήνα από πορείες και διαδηλώσεις. Καταστήματα κάηκαν ολοσχερώς και δεν άνοιξαν ξανά ποτέ, περιοχές ολόκληρες υποβαθμίστηκαν, Πανεπιστημιακά ιδρύματα λεηλατήθηκαν , κάηκαν, καταστράφηκαν και όχι μία φορά μόνο.  Για εμάς, τα γεγονότα του Portland είναι μάλλον αδιάφορα, τόσο ψημένοι είμαστε στην βία των δρόμων.

Μπορώ να θυμηθώ τις εποχές , που παρακολουθούσαμε στις τηλεοράσεις μας εικόνες από το κυνηγητό αστυνομίας- «αναρχικών» στους δρόμους γύρω από το Πολυτεχνείο και αναρωτιόμασταν γιατί αφού οι αστυνομικοί υπερτερούν σε αριθμό δεν συλλαμβάνουν τους ταραξίες.  Αντί για αυτό, το παιχνίδι του κυνηγητού συνεχιζόταν μέχρι που οι τελευταίοι κλείνονταν στο Μετσόβιο και ξεσπούσαν την οργή τους στον εξοπλισμό ενός Ιδρύματος που μέχρι τότε συγκαταλεγόταν στα καλύτερα της Ευρώπης.

Η προκλητική «αδιαφορία» ή «ανικανότητα»  της αστυνομίας να τελειώσει μια για πάντα με όσους έβλαπταν δημόσια και ιδιωτική περιουσία (αλλά και την φήμη των ειρηνικών διαδηλώσεων, της πόλεως , των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων της) έκανε τον τότε  έντυπο τύπο να δώσει τον όρο «γνωστοί- άγνωστοι» σε όσους εμφανίζονταν κάθε χρόνο στην επέτειο της 17ης Νοεμβρίου αλλά και σε κάθε άλλη διαδήλωση  σωματείων, μαθητών, ως και συνταξιούχων και «αμαύρωναν μια ειρηνική πορεία». Αστυνομία και «γνωστοί- άγνωστοι» έδιναν , λες , ραντεβού κάθε φορά για ένα παθιασμένο, βίαιο,  ενίοτε καταστροφικό  χορό που πάντα όμως έληγε χωρίς η σχέση τους να προχωρήσει παρακάτω.

Αυτή η σχέση που ποτέ δεν πήγαινε παρακάτω και ποτέ δεν ολοκληρωνόταν έχτισε τον δικό της μύθο στα χρόνια από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Πολλά στοιχεία του μύθου έχουν πλέον ριζώσει τόσο βαθειά στην ψυχολογία της μάζας των πολιτών  που ακόμα και αν παρουσιάσει κανείς στοιχεία που καταρρίπτουν τα αφηγήματά τους, η μάζα θα τα αγνοήσει. Οι μύθοι αυτοί είναι  η αιτία που ο αστυνομικός από την μία και ο αναρχικός/κουκουλοφόρος/ γνωστός-άγνωστος/ αντιεξουσιαστής από την άλλη, έχουν αναχθεί σε τοτέμ αν όχι σε αρχέτυπα και η απλή αναφορά σε αυτούς ξυπνά αισθήματα τόσο ισχυρά που οδηγούν στην πόλωση και στην ρήξη.

Αυτή η πόλωση έχει δύο καταστροφικά αποτελέσματα.

Το πρώτο είναι η αποδυνάμωση της αστυνομίας δηλαδή του οργάνου επιβολής του νόμου. Αναλυτικά περιγράφεται στο βιβλίο της Heather Mc Donald, War on Cops ότι η ολοένα και αυξανόμενη τα τελευταία χρόνια επίθεση στον θεσμό της αστυνομίας (στην Αμερική)  οδηγεί στην μείωση της αποτελεσματικότητας της να εμποδίσει το έγκλημα (κάτι που είχε με εξαιρετική επιτυχία κάνει την δεκαετία του ’80) απλά γιατί δεν μπορεί καν να κάνει περιπολία σε μια γειτονιά χωρίς να προκαλέσει η παρουσία της αναταραχή.  Στην Ελλάδα, αυτή η απαξίωση, βαθαίνει περισσότερο μία από τις εθνικές μας παθογένειες : την απόδοση και την ανάληψη ευθυνών. Γιατί αν  όλοι οι μπάτσοι είναι εγκληματίες και όλοι οι αμαρτωλοί άγιοι  που λένε και οι Rolling Stones στο Sympathy for the Devil, τότε ποιος είναι αυτός που θα φροντίσει να επιβληθούν οι ποινές όταν δεν τηρείται ο νόμος και ακόμα ποιος είναι αυτός που θα φέρει στην δικαιοσύνη και εκείνον τον αστυνομικό που υπερβαίνει τον ρόλο του και χρησιμοποιεί αναίτια βία;

Το δεύτερο είναι περισσότερο ύπουλο και σκοτεινό.

Αυτή η πόλωση γονιμοποιεί τα αταβιστικά χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας που η βία της προκαλεί τρόμο αλλά και μια ακαταμάχητη έλξη, όπως η φωτιά στο παιδί. Η οποία βία παίζει σε όλα τα κανάλια και τα μέσα ενημέρωσης αφού , διαχρονικά δεν υπήρξε πιο αγαπημένο θέμα στα χέρια των Ελλήνων δημοσιογράφων (οι παλαιότεροι θα θυμούνται την διακοπή του προγράμματος για να παρακολουθήσει το πρόθυμο κοινό λεπτό –λεπτό την κατάληψη του Πολυτεχνείου  από αγνώστους χάρη στους ρεπόρτερ που είχαν ακροβολιστεί σε κάθε ταράτσα και μπαλκόνι γειτονικού κτηρίου)

Αυτή η παλινδρόμηση του κοινού συνοδεύεται από τον βασανιστικό μας εγκλωβισμό σαν πολίτες στην εποχή της μεταπολίτευσης που –σαν την μέρα της μαρμότας- δεν τελειώνει ποτέ αλλά και την αδυναμία μας  να ωριμάσουμε και να αντιληφθούμε την πραγματικότητα σαν ενήλικες και όχι σαν άνθρωποι  χαμένοι κάπου μεταξύ παιδικής και εφηβικής ηλικίας.

Όλο αυτό το παιχνίδι, αυτός ο χορός δίχως τέλος μεταξύ δύο πόλων, ωφελεί μόνον όσους έχουν συμφέρον να παραμένουμε ανώριμοι. Γιατί; Επειδή τα παιδιά και οι έφηβοι είναι εύκολο να επηρεαστούν , να γίνουν του χεριού σου. Χρειάζεται απλώς να πιέσεις τους κατάλληλους μοχλούς και  να τους : βγαίνουν στους δρόμους ή κάθονται σπίτι τους, διαμαρτύρονται ή δεν βγάζουν άχνα.

Χαμένοι σε αυτόν τον φαύλο κύκλο απομακρυνόμαστε συνεχώς από το να ενηλικιωθούμε σαν έθνος και να ωριμάσουμε σαν πολίτες. Ένας πολίτης πρέπει να αντιστέκεται στην γοητεία της μάζας , στην γοητεία του μπάχαλου στον κίνδυνο να γίνει μαζάνθρωπος . Ο πολίτης έχει ιδανικό την πόλιν, την Πολιτεία και σε αυτήν έχει περισσότερες υποχρεώσεις παρά δικαιώματα, όπως οι ενήλικες όταν ξεπεράσουν την παιδική ηλικία.  Και μία από τις υποχρεώσεις του είναι να σκέφτεται για τον εαυτό του και να υποβάλει την κρίση του σε δοκιμασία.

Και στην χώρα που γέννησε την δημοκρατία και που χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχε Ευρώπη- για να θυμηθώ και τον Murray- αυτό οφείλαμε να το είχαμε πετύχει.