Ο,τι κι αν έχεις εναντίον της φυλής , οφείλεις να παραδεχθείς ότι στην γλώσσα και στη φιλοσοφία, μα πιο πολύ στην φιλοσοφία της γλώσσας, οι Έλληνες είναι άφταστοι.
Σαν λαός μιας χώρας που έχει ταυτιστεί με το φως του ηλίου, συνδέσαμε τις αρνητικές έννοιες με την απουσία φωτός, με την απουσία ηλίου, με την δύση του. Δυσ-αρμονία, δυσ-τυχία, δυσ-κολία.
Δυστοπία.
Η λέξη είναι κατασκεύασμα. Δημιουργήθηκε ως αντίθετη της λέξης Ουτοπία, ένας όρος που επινοήθηκε με την σειρά του από τον Sir Τhomas More (δείτε εδώ) . Ουτοπία, ήταν ο τίτλος του πονήματος του More, στο οποίο περιέγραφε την ιδανική κοινωνία όπου η φτώχεια, το έγκλημα και η βία , έχουν σχεδόν εξαλειφθεί. Ο More ανήκε σε εκείνους τους φιλόσοφους που πιστεύουν ότι οι αρνητικές πτυχές της ανθρώπινης φύσης μπορούν να βελτιωθούν μέσα από τους κοινωνικούς μηχανισμούς.
Στο άλλο άκρο, οι συγγραφείς δυστοπικών μυθιστορημάτων, περιγράφουν έναν υποθετικό κόσμο, μελλοντικό, όπου το χειρότερο σενάριο έχει επαληθευτεί. Εδώ, κυριαρχεί η άποψη ότι η ίδια η Ύπαρξη είναι προβληματική. Η αρνητικές τάσεις της ανθρώπινης φύσης, μεγεθύνονται και αποτελούν το αντικείμενο εκμετάλλευσης των τυραννικών καθεστώτων που δεσπόζουν στις Δυστοπίες.
Στην λίστα των καλύτερων του είδους, θα βρούμε φυσικά το 1984 του George Orwell, όπου ένα απόλυτα τυραννικό καθεστώς ελέγχει κάθε πτυχή της ζωής των υπηκόων του, στραγγαλίζοντας ακόμα και την ελευθερία της σκέψης, για την οποία έχει προβλεφθεί ειδικό διωκτικό σώμα, η Αστυνομία της Σκέψης. Η επιτυχία του 1984, φαίνεται και από το ότι εκφράσεις όπως «Μεγάλος Αδελφός», «Έγκλημα Σκέψης», «2+2=5» χρησιμοποιούνται σε κείμενα και ομιλίες και σήμερα ακόμα και από ανθρώπους που ποτέ δεν έτυχε να διαβάσουν το βιβλίο αλλά και από το γεγονός ότι είναι ένα έργο που ξεπέρασε το είδος που υπηρετεί. Έτσι λέμε Οργουελικός κόσμος συχνότερα από ότι λέμε δυστοπικός.
16 χρόνια πριν το 1984, ο Aldus Huxley είχε εκδώσει το Θαυμαστός Νέος Κόσμος. Μαζί με το 1984, αποτελούν τα δύο βιβλία που χρησιμοποιούνται περισσότερο συχνά για να αποδείξουν πόσο οι σημερινές κοινωνίες μοιάζουν με δυστοπία. Στο βιβλίο, σε ένα φουτουριστικό Παγκόσμιο Κράτος, οι άνθρωποι παράγονται σε εργαστήρια βιοτεχνολογίας και οι κοινωνικές ιεραρχίες , από πριν αποφασισμένες, επιβάλλονται σε κάθε νέο απόγονο. Οι νευρώσεις που προκαλούνται έτσι στον πληθυσμό όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με το απρόβλεπτο, οι κατατονίες από την έλλειψη νοήματος στη ζωή , «θεραπεύονται» από την μαζική χορήγηση του ναρκωτικού Soma. Στο Θαυμαστό Νέο Κόσμο, η φύση έχει αντικατασταθεί από την επιστήμη, η ηθική από τα ναρκωτικά και ο ατομισμός από την απόλυτη ομοιογένεια.
Στο Fahrenheit 451 του Ray Bradbury , σε μια φουτουριστική Αμερική, βιβλία καίγονται και απαγορεύεται η κατοχή τους. Όλα ξεκίνησαν όταν διάφορες μειονότητες διαμαρτύρονταν για βιβλία, το περιεχόμενο των οποίων το έβρισκαν προσβλητικό.
Αν και πρόκειται για ταινία και όχι βιβλίο, το Blade Runner του Riddley Scott πραγματεύεται έναν κόσμο άκρως δυστοπικό. Στο –μακρινό για το έτος 1982 όταν βγήκε η ταινία- έτος 2019, η τεχνητή νοημοσύνη έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα, που τα ανδροειδή δεν διαφέρουν σχεδόν σε τίποτα από τους ανθρώπους. Όλα στον γήινο κόσμο είναι τεχνητά- από τα φυτά και τα ζώα ως τις σχέσεις και τις διασκεδάσεις. Οι άνθρωποι ζουν σε μεγαλουπόλεις γεμάτες με τεράστιες οθόνες όπου διαφημιστικά μηνύματα «τρέχουν» ασταμάτητα ενώ τα ανδροειδή (replicants) ικανοποιούν τις ανάγκες των μοναχικών κατοίκων των πόλεων. Ώσπου κάποια προηγμένα μοντέλα replicants επαναστατούν και επιθυμούν να ζήσουν σαν άνθρωποι.
Στο Κουρδιστό Πορτοκάλι του Anthony Burgess (1971) η συμπεριφορική ψυχολογία με πειράματα τύπου Pavlov, χρησιμοποιείται από το κράτος σε ένα κοντινό μέλλον, για να σωφρονίσει έναν νεαρό που έχει ενδώσει – όπως και πολλοί συνομήλικοί του σε άκρατη και αναίτια βία.
Κάποιοι από τους κυριότερους φόβους της εποχής μας αναγνωρίζονται στα πιο πάνω έργα. Η απάθεια των νέων απέναντι στην βία, η ανεξέλεγκτα αυξανόμενη δύναμη της τεχνολογίας, η απαγόρευση έκφρασης απόψεων ενάντια στην επικρατούσα άποψη, η αποκοπή των δεσμών του ανθρώπου με την φύση, την ηθική, το αληθινό, η παρακολούθηση κάθε στιγμής της ζωής μας από τον Μεγάλο Αδελφό που είναι και πάλι η τεχνολογία… Όλα αυτά ακούγονται πολύ κοντινά, πολύ οικεία.
Από το δυστοπικό είδος μυθιστορημάτων , αυτό που – κατά την γνώμη μου- απέχει περισσότερο από την σημερινή πραγματικότητα είναι το Η Ιστορία της Θεραπαινίδας της Margaret Atwood. Γραμμένο το 1985, από φεμινιστική σκοπιά, περιγράφει μια φανταστική πολιτεία , την Γαλαάδ, η οποία μετά από εμφύλιους και ταραχές έχει μετατραπεί σε θεοκρατικό καθεστώς όπου η θέση της γυναίκας προκαθορίζεται σε συζύγους , υπηρέτριες και θεραπαινίδες με τις τελευταίες να χρησιμοποιούνται ως μηχανές τεκνοποίησης αποκλειστικά. Αν γραφόταν σήμερα, για να γίνει περισσότερο πιστευτό, το καθεστώς θα ήταν τεχνοκρατικό και όχι θεοκρατικό . Επίσης η υπόθεση της απόλυτης καταπίεσης και εξευτελισμού των γυναικών δεν θα γινόταν εύκολα πιστευτή την στιγμή που ακμάζει τόσο ο ριζοσπαστικοποιημένος φεμινισμός.
Οι δυστοπίες στα μυθιστορήματα και τις ταινίες, έρχονται με μια ισχυρή δόση γοητείας- της ίδιας περίπου γοητείας που μας δίνει και η λογοτεχνία του τρόμου. Εδώ, βέβαια, τα πράγματα είναι πιο επικίνδυνα, η δυστοπία είναι ένα παιχνίδι για μεγάλα παιδιά, καθώς, σε αντίθεση με την λογοτεχνία τρόμου, το κακό δεν ανήκει στον κόσμο της φαντασίας αλλά φαίνεται άκρως πιθανό.
Ωστόσο, είναι το ίδιο προβληματικές με τα δοκίμια περί Ουτοπίας στα οποία αντιτίθενται. Όσο μπορείς να κατηγορήσεις για υπερβολική αισιοδοξία τα δε τόσο υπερβολικά απαισιόδοξα φαίνονται τα μεν. Οι συγγραφείς των δυστοπικών μυθιστορημάτων είναι επίτηδες υπερβολικοί γιατί θέλουν να κάνουν τις θέσεις τους απολύτως ξεκάθαρες, θέλουν να προειδοποιήσουν για ένα μέλλον – που όπως έλεγε ο Huxley- αν δεν δουλέψουμε συνειδητά θα είναι ακριβώς όπως αυτό που περιγράφεται στo Θαυμαστός Νέος Κόσμος.
Κατά κάποιον τρόπο, οι συγγραφείς χρησιμοποιούν τις τεχνικές κηρύγματος για να φοβίσουν και να συνετίσουν το κοινό τους.
Μα ο κόσμος δεν είναι ποτέ μόνο Κόλαση ή μόνο Παράδεισος. Είναι και τα δυο. Υπάρχουν κάποια βιβλία που περιγράφουν πραγματικές δυστοπίες. Δυστοπίες που εμφανίστηκαν τον προηγούμενο αιώνα. Δύο από αυτά είναι το Νόημα της Ζωής του Viktor Frankl όπου περιγράφεται – ανάμεσα στα άλλα- η «ζωή» στο Auschwitz και το Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ του Aleksandr Solzhenitsyn μια λεπτομερής αναφορά στην Σοβιετική Ένωση και στα απάνθρωπα στρατόπεδά της. Και στα δύο αυτά βιβλία, πίσω από τη ζοφερή πραγματικότητα που αντιμετώπισαν ιδίοις όμμασι οι συγγραφείς τους, διαφαίνεται στο τέλος η ελπίδα και αποδεικνύεται ότι , τα τυραννικά και δεσποτικά καθεστώτα , δεν ζουν για πάντα. Και ότι η ανθρωπιά δεν πεθαίνει ποτέ, όσο κι αν φαίνεται πως ξεψυχά, ούτε στο Auschwitz , ούτε στα Gulag.
Αν υπάρχει κάτι κοινό στα μυθιστορήματα του είδους είναι πως οι εκάστοτε τυραννικές αρχές είναι απηνείς διώκτες της γλώσσας και της γραμματείας. Στο 1984, ένας υπάλληλος του κράτους είναι επιφορτισμένος με το καθήκον να δημιουργήσει μια νέα γλώσσα, την Newspeak, μειωμένου λεξιλογίου ώστε να μειωθεί η ικανότητα σκέψης των ανθρώπων. Στο Fahrenheit 451, η κατοχή βιβλίων διώκεται και τα βιβλία καίγονται. Στο Θαυμαστός Νέος Κόσμος όλος ο γραπτός λόγος έχει εξαφανιστεί , ώσπου ανακαλύπτεται ένα ξεχασμένο αντίτυπο της Τρικυμίας του Shakespeare, στην Ιστορία της Θεραπαινίδας, η ανάγνωση κειμένων έχει απαγορευθεί στις γυναίκες. Αν κρατήσουμε έστω μία από τις προειδοποιήσεις των συγγραφέων , ας κρατήσουμε αυτήν. Όσο απομακρυνόμαστε από γλώσσα και γραμματεία, πλησιάζουμε στην τυραννία, φλερτάρουμε με την δυστοπία. Γιατί τελικά αν η γνώση είναι φως, η απουσία της φέρνει το σκοτάδι, φέρνει την δυσ-η του πολιτισμού. Και να που ερχόμαστε πάλι στους Έλληνες. Που όπως και να το κάνουμε , μας τα είχαν πει αυτά από τότε.