Οι Καιροί Αλλάζουν

Βγαίνω από τον ναό, έξω στο φως. Ο ήλιος κάνει τα μάτια μου να πονάνε. Μόνο αυτό κάνει. Ούτε με ξυπνά, ούτε με ζεσταίνει.

«Νοιώθω τόσο κουρασμένη. Στην πραγματικότητα, δεν νομίζω ότι ξεκουράζομαι καθόλου κι ας πέφτω ξερή κάθε βράδυ» λέω δυνατά για να με ακούσει ο  πρώτος ιερέας που μόλις βγήκε και αυτός από τον ναό. Δεν έχω διάθεση σήμερα να καθαρίσω πάλι τα ιερά σκεύη.

Με πλησιάζει και στέκεται δίπλα μου. Δεν με κοιτά ωστόσο. Η ματιά του χάνεται πέρα μακρυά από το βράχο, φτάνει στα σύνορα της πόλης, ίσως και ακόμα παραπέρα, ίσως εκεί που έχουν στρατοπεδεύσει  εκείνοι , ποιος ξέρει;

«Όταν όλα αλλάζουν γύρω  , οι άνθρωποι συνθλίβονται, προσπαθώντας να κρατηθούν από το παλιό ή να καταλάβουν το νέο. Εκεί οφείλεται η  -φαινομενικά- αναίτια κούραση που νοιώθουμε όλοι.»

Τι θέλει να πει με αυτό; Ακούγεται σαν τα λόγια κάποιου από τους πολλούς δασκάλους που έχει αυτή η πόλη. Ίσως αυτού, για τον οποίον μιλάνε όλοι,  εκείνου που διδάσκει πως υπάρχει μόνο μία αλήθεια. Εγώ δεν ξέρω από αυτά, αλλά μπορώ να καταλάβω πως αυτό που μόλις είπε ακούγεται σωστό. Και αληθινό.

Γυρίζω να τον αντικρύσω. Εξακολουθεί να κοιτάει μπροστά. Είναι διαφορετικός  τον τελευταίο καιρό. Κάποτε ήταν πολύ τυπικός στα καθήκοντά του και απόμακρος σε όλους εμάς. Τώρα είναι πιο προσιτός και συχνά συνομιλεί μαζί μας.

«Οι καιροί αλλάζουν.» λέει. Μα αντί να συνεχίσει, παίρνει την σκούπα που ήταν ακουμπισμένη στην γωνία και αρχίζει να σκουπίζει σχολαστικά τον πρόναο. Άθελά μου μένω με το στόμα ανοιχτό. Αυτή δεν είναι δουλειά για τον ιερέα- είναι για εμάς ή τις θεραπαινίδες.

«Παρακαλώ» λέω μόνο και απλώνω τα χέρια μου να μου δώσει την σκούπα. Εκείνος σταματά λίγο , με κοιτά και χαμογελά. Έπειτα, συνεχίζοντας το σκούπισμα, πιάνει να σιγοτραγουδά κάτι που πρώτη φορά ακούω.

«Ο δρόμος ο παλιός γρήγορα γερνά κι αν δεν μπορείς να  βοηθήσεις, κάνε στην άκρη γιατί οι καιροί αλλάζουν.»

Η απορία στο πρόσωπό μου πρέπει να φαινόταν πολύ έντονα γιατί ο ιερέας με κοίταξε κι έπειτα μου είπε: «Φαίνεσαι προβληματισμένη. Γιατί δεν πας να μιλήσεις στην Παρθένο; Αυτή όλους μας ακούει. Πήγαινε, και άσε με να σκουπίσω καλή μου.»

Μάλλον ήθελε να με ξεφορτωθεί και βρήκε έναν έξυπνο τρόπο να το κάνει. Παρ’ όλα αυτά, υπακούω και μπαίνω στον ναό που ευτυχώς, τόσο πρωί , είναι άδειος ακόμα από πιστούς.

Ξέρω ότι δεν ήταν πάντα έτσι, αλλά εγώ δεν μπορώ να θυμηθώ τον ναό χωρίς ουρές κόσμου να περιμένει να μπει. Μου λένε ότι αυτό ξεκίνησε λίγο μετά την έναρξη του πολέμου και συνεχίζεται έκτοτε. Στην αρχή, έρχονταν για να Tης αποδώσουν τιμές, έπειτα, καθώς περνούσαν τα χρόνια, για να ζητήσουν το έλεός  Της.

Εγώ ήμουν μικρό παιδί τότε, αλλά οι παλαιότεροι μου λένε ότι τον καιρό της επιδημίας οι πόρτες του ναού ήταν ανοιχτές πρωί και βράδυ για να δεχθούν  όλον αυτόν τον κόσμο που ερχόταν με δάκρυα στα μάτια.

Καλύτερα που δεν τα θυμάμαι καλά  εκείνα τα χρόνια. Θυμάμαι μόνο τις φωτιές σε κάθε γωνιά της πόλης , στα σπίτια όσων είχαν αρρωστήσει και πεθάνει. «Φωτιά να καθαρίσουμε! Φωτιά να καθαρίσουμε! , φώναζαν κι έκαιγαν, φώναζαν κι έκαιγαν.  Ήταν σαν να είχε περάσει τα σύνορα ο πόλεμος, σαν να είχε έρθει στη γειτονιά μας. Ως και εκείνοι που πάλι είχαν φτάσει έξω από τα σύνορα, μόλις έμαθαν  για την αρρώστια γύρισαν πίσω στα εδάφη τους.

Την χρονιά της επιδημίας άλλες αρρώστιες , λένε , δεν είχαν ενσκήψει στον πληθυσμό. Όποιος όμως τυχόν υπέφερε από καμμία άλλη ασθένεια κατέληγε με την επιδημία. Αυτοί που ήταν υγιείς, προσβάλλονταν αιφνιδίως από πονοκέφαλο και υψηλό  πυρετό, τα μάτια τους και το εσωτερικό του στόματος έκαιγαν και ήταν κόκκινα. Πιο μετά , η αρρώστια φαίνεται ότι κατέβαινε στο στήθος και άρχιζαν οι ασθενείς να βήχουν. Τέλος , προσβάλλονταν το στομάχι και άρχιζαν οι ασταμάτητοι εμετοί. Οι ασθενείς ένοιωθαν ότι φλέγονταν εσωτερικώς ενώ εξωτερικώς η θερμοκρασία τους ήταν κανονική. Το σώμα τους γέμιζε φλύκταινες και πληγές.

Εκείνοι που από αγνή ανθρώπινη υποχρέωση προσέτρεχαν στους άρρωστους για να προσφέρουν βοήθεια, αρρώσταιναν επίσης και βλέποντάς το αυτό, πολλοί παρατούσαν τους ίδιους τους τους συγγενείς όταν εκείνοι προσβάλλονταν από την επιδημία. 

Η ασθένεια χτυπούσε αδιακρίτως τους πλούσιους και τους φτωχούς , τους ενάρετους και τους βουτηγμένους στα εγκλήματα. Ποιος ο λόγος να βάζεις στόχο στη ζωή και να προσπαθείς να τον καταφέρεις; Ποιος ο λόγος να ζεις σύμφωνα με την αρετή; Αφού όλοι θα πεθάνουμε! Αυτή η ανάποδη αξία  κυριάρχησε ξαφνικά. Και όχι μόνο! Πολλοί αποφάσισαν ότι η ζωή είναι  πολύ σύντομη και το ίδιο τέλος περιμένει όλους και άρχισαν να επιδίδονται σε κάθε είδους βλάσφημες πράξεις.

Θυμήθηκαν πολλοί τότε την προφητεία την παλιά – πως θα έρθει πόλεμος από τον Νότο και αρρώστια μεγάλη μαζί με αυτόν.  Κι έρχονταν κατά κύματα στους ναούς, μα πιο πολύ σε τούτον , το κόσμημα της πόλης και λιτανείες έκαναν και παρακλήσεις.  Και τότε εσύ Πάνσοφη , στερνίστηκες τον λαό Σου και όσο ξαφνικά είχε εμφανιστεί η αρρώστια , τόσο ξαφνικά την έκανες να χαθεί από εκεί που είχε έρθει.

Κι ας έχω περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου  σε αυτόν τον  ναό, κάθε φορά που βρίσκομαι εντός του, μου παίρνει την ανάσα. Δεν υπάρχει σαν κι αυτόν ίδιος σ’ ολάκερο τον κόσμο γι’ αυτό και από όλο τον κόσμο , όσοι έρχονται στην πατρίδα μου, σπεύδουν να τον επισκεφθούν. Είναι το σύμβολό μας, είναι όλα όσα υπήρξαμε και είμαστε. Είναι όλα όσα κινδυνεύουν να χαθούν αν νικηθούμε.

Γιατί είμαστε εραστές του ωραίου , αλλά και φίλοι συγχρόνως της απλότητος και καλλιεργούμε το πνεύμα μας χωρίς θυσία του ανδρισμού μας

Τα λόγια του Πρώτου Πολίτη  αντηχούν ακόμα στα αυτιά μου. Αν δεν μας τον είχε πάρει η αρρώστια , αν δεν είχε χαθεί  αυτός,  δεν θα είχαν πάρει τη θέση του οι πονηροί πολιτευτές και τώρα θα ήταν αλλιώς τα πράγματα. Θα ήμασταν κυρίαρχοι και όχι πολιορκημένοι.  Εκείνος θα ήξερε τι να κάνει. Εκείνος θα ήξερε τι να μας κάνει.

Σηκώνω το κεφάλι μου ως το τέρμα του ναού  ν ‘ αντικρύσω το πρόσωπο της πολιούχου.  Η όψη της έχει κάτι που πάντα μου φέρνει ηρεμία.

Ω Σεπτή  και Μακαρία

Καταλύτρα Κακών

Νικηφόρε

Άκουσέ με

Ελευθέρωσέ μας από τα αλλότρια

Υψώνω τα χέρια μου και κλείνω τα μάτια μου. Μέσα στο κεφάλι μου ακούω μια γλυκιά μελωδία που αόριστα μου θυμίζει κάτι. Ανοίγω πάλι τα μάτια και κοιτώ το πρόσωπό Της.

Χαμογελά ή μου φαίνεται;

Η επιφάνεια του νερού στην μικρή δεξαμενή που βρίσκεται στο κέντρο του ναού γεμίζει ρυτίδες , σημάδι ότι οι πόρτες του ναού άνοιξαν και σε λίγο θα αρχίσει να γεμίζει με κόσμο.

Απομακρύνομαι γρήγορα από τον ναό και βγαίνω πάλι έξω. Στα Προπύλαια οι πρώτοι μικροπωλητές απλώνουν την πραμάτεια τους – συνήθως μινιατούρες αντίγραφα της θεϊκής απεικόνισης που βρίσκεται μέσα στον ναό. Γίνονται ανάρπαστα στους επισκέπτες της πόλης. Τους κοιτάζω που αμέριμνοι ετοιμάζουν το εμπόρευμά τους σαν να είναι μια ημέρα όπως όλες οι άλλες, σαν να μην βρίσκεται ο εχθρός τόσο κοντά στην πόλη. Να ένα σημάδι ότι όσο κι αν όλα φαίνεται να αλλάζουν, τα περισσότερα μένουν πάντα ίδια.

Ο πρώτος ιερέας είναι πάντα εκεί. Τώρα ξετυλίγει τα λάβαρα του ναού σιγοτραγουδώντας.

«Ελάτε ρήτορες και σοφιστές, που με την πένα προφητεύετε. Κρατήστε τα μάτια ανοιχτά. Μη βιαστείτε να μιλήσετε γιατί ο τροχός ακόμα γυρίζει. Κι αυτός που τώρα χάνει , αργότερα θα νικά. Γιατί οι καιροί αλλάζουν.»

Μια μεγάλη ακολουθία από υπηρέτες ανεβαίνει στον ναό. Συνοδεύουν ένα από τα πιο σημαντικά πρόσωπα της πόλης , την δέσποινα Διοτίμα. Φτάνοντας μπροστά στον ναό, οι υπηρέτες απομακρύνονται , η δέσποινα πλησιάζει και στέκεται μπροστά στον πρώτο ιερέα. Πίσω από το σκούρο πέπλο που καλύπτει το κεφάλι της, φαίνονται τα ασημένια της μαλλιά και το πρόσωπό της που , παρ’ όλο που δεν βρίσκεται στην νιότη, δεν φαίνεται να το έχει αλλοιώσει ο χρόνος.  Η παρουσία της μου εμπνέει δέος. Είναι αγέρωχη, απλησίαστη, περήφανη. Είναι μια αριστοκράτισσα που έχασε άνδρα και γιο στην εκστρατεία στην Σικελία κι όμως δεν την είδε ποτέ κανένας να θρηνεί δημόσια, ούτε να καταφέρεται με μίσος εναντίον ε κ ε ί ν ω ν, των Λακεδαιμονίων.

Κατά κάποιον τρόπο, μου θυμίζει την ίδια την πόλη. Ναι, η δέσποινα Διοτίμα , είναι η ίδια η Αθήνα.

Ο πρώτος ιερέας ακούει την δέσποινα και έπειτα δίνει κάποιες εντολές  στους υπηρέτες του ναού.  Μαζί με αυτούς,  την οδηγεί στον ναό κι έπειτα οι πόρτες του  κλείνουν.

Τον πλησιάζω και τολμώ να τον ρωτήσω τι του είπε. Δεν φαίνεται να τον ενοχλεί η ερώτηση.

«Η δέσποινα είδε σε όνειρο τη θεά να της μιλά.» Εδώ σταμάτησε και κοίταξε προς τον ναό , σαν να μπορούσε να δει πίσω από τις κλειστές πόρτες το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Παλλάδας.

«Και;;;;» τον επανάφερα.

«Και της επανέλαβε τον χρησμό που όλοι ξέρουμε. Ότι η πόλη Της θα είναι αιώνια- δεν θα σβήσει ούτε τώρα, ούτε ποτέ. Έπειτα, λέει, της έδειξε εικόνες από το μέλλον για να της το αποδείξει…»

«Εικόνες από το μέλλον; Δηλαδή πότε; Τι της έδειξε;» Δεν είχα ξανακούσει κάτι τέτοιο. Ίσως μόνο οι ιερείς στην Δωδώνη ή τους Δελφούς να είχαν ανάλογη εμπειρία με θεότητα. Από την άλλη ακουγόταν τόσο ταιριαστό- να  διάλεξε η Τριτογένεια μια ένδοξη Αθηναία για να της μιλήσει.

Ο πρώτος ιερέας έσμιξε τα φρύδια του και πήρε ένα ύφος,  σαν να είχε γίνει σε εκείνον η αποκάλυψη. «Βρέθηκε σε οδούς που δεν αναγνώριζε όπου κτίρια πελώρια υψώνονταν ως τον ουρανό. Άνθρωποι όμορφοι και ψηλοί σαν θεοί, ντυμένοι με περίεργες ενδυμασίες βάδιζαν γρήγορα στις οδούς, ενώ άμαξες δίχως άλογα έτρεχαν σαν τον άνεμο. Η δέσποινα ρώτησε τη θεά, πού βρισκόταν και τότε η θεά έστρεψε το κεφάλι της προς μια κατεύθυνση όπου στο βάθος του ορίζοντα είδε τούτον εδώ τον ναό , να στέκει πάντα στο ψηλότερο της πόλης σημείο.  Σαν ξύπνησε, αποφάσισε να δώσει την περιουσία της αφιέρωμα στον ναό. Γι’ αυτό ήρθε σήμερα εδώ. Και ζήτησε να προσευχηθεί κατ’ ιδίαν .»

Ένοιωθα σαν να με είχε χτυπήσει ο νεφελοστοιβάχτης Δίας με κεραυνό. Είχα μουδιάσει και μόνο το μυαλό μου δούλευε σαν τρελό.

«Εσύ… Το πιστεύεις αυτό; Θέλω να πω … Μήπως είναι απλά ένα όνειρο;»

Εκείνος σήκωσε τους ώμους του. « Υπάρχουν στην γη πράγματα που η λογική μας δεν τα χωράει. Κι έπειτα…Ποιοι τα στέλνουν τα όνειρα; Οι θεοί. Μπορούμε εμείς να καταλάβουμε τις επιθυμίες τους;»

Μείναμε για λίγο σιωπηλοί. Πιθανότατα κι εκείνος, όπως κι εγώ, προσπαθούσαμε να φανταστούμε μια Αθήνα με πελώρια κτήρια και άμαξες δίχως άλογα.

«Είπες ότι αποφάσισε να αφιερώσει την περιουσία της στον ναό. Μα αν η πόλη … αν μας νικήσουν ;»

«Δεν θα πειράξουν τον ναό. Μην ξεχνάς ότι η θεά είναι πολιούχος και της Σπάρτης. Εκτός , αν επικρατήσει η άποψη των Θηβαίων, ότι η Αθήνα πρέπει να ισοπεδωθεί. Αλλά δεν το πιστεύω. Πιστεύω στον χρησμό.»

Κούνησα το κεφάλι μου και προσπάθησα να χωρέσω μέσα όλα όσα  συνέβαιναν και ήταν πιθανόν να συμβούν. Τι εποχή να ζει κανείς! Την εποχή που οι καιροί αλλάζουν.

Οι πόρτες του ναού άνοιξαν μετά από λίγο και η αρχόντισσα βγήκε για να συναντήσει την ακολουθία της που την περίμενε στα Προπύλαια. Περνώντας από μπροστά μας, αν και δεν γύρισε να μας κοιτάξει , μπόρεσα να δω πως η όψη της είχε αλλάξει. Φαινόταν πιο ήρεμη τώρα, πιο γαλήνια.  Ναι, σίγουρα η θεά της είχε απαντήσει.

Σουρουπώνει. Οι πόρτες του ναού, θα κλείσουν σε λίγο. Ο κόσμος που γέμιζε τον χώρο από το πρωί απομακρύνεται , το ίδιο και όλοι οι μικροπωλητές, αφού μάζεψαν τα εμπορεύματά τους, γυρνάνε στο σπίτι τους ως την αυριανή. Και ενώ όλοι εγκαταλείπουν τα Προπύλαια για να κατέβουν στην πόλη, μια φιγούρα πλησιάζει τον ναό με βήματα αργά και βαριά.

Σαν φτάνει κοντά μου , το πρόσωπό της φωτίζεται από τους λύχνους που είναι τοποθετημένοι σε όλη την περίμετρο του ναού. Άθελά μου, μου ξεφεύγει μια κραυγή.

 Είναι εκείνη! Η Νιόβη! Εκείνη της οποίας την θέση πήρα στον ναό, όταν εξέπεσε, σαν ερωτεύτηκε τον Λυσίμαχο, τον Σπαρτιάτη.

Πάνε σχεδόν είκοσι χρόνια από τότε και η Νιόβη θα ήταν 15 χρονών , όλο κι όλο. Πώς τον είδε; Πώς γνωρίστηκαν ; Κανείς δεν ξέρει ακριβώς. Σαν ιέρεια του ναού δεν κατέβαινε συχνά στην πόλη και ποτέ μόνη της αλλά…οι θεοί άλλα σχεδίαζαν.  Ήταν τότε που μετά τα γεγονότα της Πύλου, ο Κλέωνας έφερε αιχμάλωτους Σπαρτιάτες μέσα στην πόλη της Αθήνας. Τους έβαλε σε ένα μεγάλο κλουβί και τους  έστησε στην αγορά να τους βλέπουμε όλοι και να εννοήσουμε ότι κακώς τους φοβόμασταν τόσα χρόνια, πως να, δεν είναι υπεράνθρωποι, είναι σαν κι εμάς, κατώτεροι μάλιστα από εμάς, αφού καταφέραμε να τους αιχμαλωτίσουμε.

Για καιρό, κατεβαίναμε συχνά να τους χαζέψουμε γιατί δεν πιστεύαμε καλά-καλά ότι  πρόκειται όντως για Σπαρτιάτες πολεμιστές. Μα πιάνονται αιχμάλωτοι οι Σπαρτιάτες; Αναρωτιόμασταν. Ρωτούσαμε και τους ίδιους.

«Είστε σίγουρα Σπαρτιάτες; Αυτοί δεν παραδίδονται ποτέ!»

Εκείνοι δεν απαντούσαν. Δεν φαίνονταν να μας ακούνε καν. Ήταν απασχολημένοι να μιλάνε μόνο μεταξύ τους, να κάνουν μαλάξεις στα μέρη του σώματός τους για να μην ατροφήσουν από την αιχμαλωσία και να τραγουδούν θρησκευτικούς ύμνους στην Αρτέμιδα και στην Αθηνά. Σταματήσαμε κι εμείς να τους πειράζουμε. Παραξενευτήκαμε από  την εσωτερική ηρεμία που φαίνονταν να έχουν τούτοι οι αιχμάλωτοι. Σταματήσαμε και να πλησιάζουμε τα κλουβιά.

Γι’ αυτό είναι περίεργο που εκείνη πλησίασε και μίλησε κι αντάλλαξε λόγια της καρδιάς μαζί του. Θα πρέπει να ήξερε ότι αυτό που έκανε δεν ήταν μόνο επικίνδυνο. Ήταν σκέτη καταδίκη. Γιατί την κατάλαβαν. Σχεδόν αμέσως. Εξέπεσε του αξιώματός της και κλείστηκε στο σπίτι της , σωστή ερημίτισσα και ελάχιστοι την είδαν ξανά να περιφέρεται στην πόλη. Ακόμα κι όταν οι αιχμάλωτοι γύρισαν στην Σπάρτη , εκείνη δεν φάνηκε ξανά.

Ίσα με τώρα που αποφάσισε να γυρίσει στο μέρος που εγκατέλειψε τόσο βίαια στα νιάτα της, στην ζωή που αλλιώς ήταν στρωμένη μα εκείνη πήρε άλλο δρόμο.

Την χαιρετώ κι εκείνη στέκεται να με κοιτάξει. Μου λέει πως μεγάλωσα, πως χαίρεται που με βλέπει και πως θέλει να μιλήσει στον πρώτο ιερέα.  Τον εντοπίζω να τυλίγει τα λάβαρα του ναού και την οδηγώ κοντά του. Κάνω να απομακρυνθώ μα η Νιόβη μου κρατάει το χέρι.

«Μείνε!» μου λέει. Κατεβάζει το πέπλο από το κεφάλι της και κοιτά τον ιερέα στα μάτια.

«Θέλω να γυρίσω.»

Εκείνος μένει εμβρόντητος. Λέει μόνο : «Νιόβη!» κι έπειτα μένει να την κοιτά με μάτια γουρλωμένα. Εκείνη δεν πτοείται. Συνεχίζει:

«Σαν θεραπαινίδα, όχι σαν ιέρεια. Σε παρακαλώ!» Γονατίζει στο ένα πόδι και υψώνει τα χέρια της. Εκείνος την σηκώνει, ξαναλέει το όνομά της σαν να την παρακαλεί. Η παλαιά ιέρεια έχει το σθένος δέκα οπλιτών .

«Η πόλη χρειάζεται όλους μας αυτόν τον καιρό. Δεν μπορώ να κάτσω σπίτι μου όταν μας πολιορκούν από στεριά και θάλασσα. Θέλω να βοηθήσω με τον μόνο τρόπο που ξέρω. Μη με διώξεις !»

Ο πρώτος ιερέας κράτησε τα χέρια της στα χέρια του κι εγώ ένοιωσα δάκρυα να κυλούν στα μάτια μου.

Της έδειξε τους λύχνους κι εκείνη με την ορμή κόρης δεκαπέντε ετών , όσο ήταν δηλαδή την τελευταία φορά που το έκανε, έτρεξε να τους γεμίσει με λάδι.   Μείναμε αμίλητοι να την κοιτάμε για λίγη ώρα κι έπειτα ο ιερέας έσπασε την σιωπή πιάνοντας ξανά το τραγούδι του.

« Η γραμμή χαράκτηκε , η κατάρα  έπεσε . Και ο πρώτος τώρα, αύριο θα είναι τελευταίος, γιατί οι καιροί αλλάζουν.»


Η περιγραφή της επιδημίας είναι από το Βιβλίο Β  των Ιστοριών του Θουκυδίδη.  Οι στίχοι του τραγουδιού του ιερέα είναι το The Times They Are A-Changing  του Bob Dylan.

Η φωτογραφία είναι της Helen Binet από έργο του Δημήτρη Πικιώνη στον λόφο Φιλοπάππου ( από λεύκωμα για τον Δημήτρη Πικιώνη του Μουσείου Μπενάκη)