Γεννημένος να πεθάνει

Σε κάποια μέρη της Ελλάδας, ακόμη, λαμβάνει χώρα το  έθιμο. Μετά την περιφορά του επιταφίου ο ιερέας επιστρέφει στον ναό , για να βρει τις πύλες κλειστές.  Τις χτυπά  με δύναμη και φωνάζει:

ἱερεὺς : Ἄρατε Πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης.
Μια φωνή ακούγεται τότε από μέσα από την εκκλησία:  Τίς ἐστιν οὗτος ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης;
ἱερεὺς: Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ. Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης.
Ξανά:  Τίς ἐστιν οὗτος ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης;
ἱερεὺς: Κύριος τῶν δυνάμεων, αὐτός ἐστιν ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης.

Και με αυτό το τελευταίο, ο ιερέας σπρώχνει βίαια τις πύλες του ναού και εισέρχεται συμβολίζοντας το ασυμβίβαστο της καθόδου του Ιησού στον Άδη.

Αν ανατρέξουμε  στο ευαγγέλιο του Μάρκου, δεν θα  αναγνωρίσουμε εύκολα τον Ιησού  ως βασιλιά, ούτε περιβεβλημένο  με δόξα.

Κατά τη διάρκεια της δημόσιας δράσης του, ο Ιησούς ζητά επανειλημμένα από τον δαιμονισμένο που γιάτρεψε, από τον τυφλό που τον έκανε να δει , από τον Σίμωνα Πέτρο να σιωπήσουν, να μην αποκαλύψουν ποιος τους γιάτρεψε, ποιος είναι αυτός, ο ερχόμενος. Κι ενώ η αφήγηση «τρέχει» σαν την σκηνοθεσία video clip , ξαφνικά επιβραδύνεται όταν αρχίζει η διήγηση των Μεγάλων Ωρών. Και σχεδόν παγώνει όταν ο Μέγας Αρχιερέας τον ρωτά : «Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ εὐλογητοῦ;»

Ο αναγνώστης κρατάει την ανάσα του καθώς για μια στιγμή μόνο, φαίνεται πως όλα έχουν σταματήσει. Νοιώθει την ένταση στην ατμόσφαιρα, ανατριχιάζει στην σιωπή δευτερολέπτων που φαίνεται να κρατά ώρες. Και τότε ο Ιησούς σπάει την σιωπή του- σιωπή που κράτησε τόσο κατά τη διάρκεια της «δίκης» όσο και κατά τη διάρκεια όλου του Ευαγγελίου του Μάρκου, με το να ζητάει από όλους να μην φανερώσουν ποιος είναι.

«Ἐγώ εἰμι»

Και συνεχίζει:

«Καὶ ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν καθήμενον τῆς δυνάμεως καὶ ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ.»

Φανταστείτε για μια στιγμή, πως παρών στην σκηνή βρίσκεται ένας ανεξάρτητος παρατηρητής, ένας ξένος. Που βλέπει έναν άνδρα ίδιας σωματικής διάπλασης με οποιονδήποτε άλλον, αιμόφυρτο , βασανισμένο, με σκισμένα ρούχα, εγκαταλελειμμένο από γνωστούς και φίλους,  ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο σε  μια στημένη δίκη, να δηλώνει πως αυτός είναι ο υιός του Θεού. Η αντίδρασή του θα κυμαινόταν από οργή σε γέλωτα.

Γιατί πώς είναι δυνατόν ένας Θεός να στερείται λαμπρότητας, ομορφιάς πέρα από κάθε τι ανθρώπινο , ισχύος που να καταλύει κάθε τι ανθρώπινο;

«Εάν είσαι υιός του Θεού, πέσε κάτω από τη στέγη του Ναού, γιατί είναι γραμμένο ότι δε θα πάθεις τίποτε, αφού ο Θεός θα δώσει εντολή για Σένα στους αγγέλους Του και θα σε σηκώσουν στα χέρια τους»

Του είχε πει ο διάβολος στην έρημο.

Μα το δυσνόητο της επανάστασης που έφερε ο Ιησούς είναι εδώ. Εδώ είναι και η αδυναμία μας να καταλάβουμε. Γιατί μετράμε με τα δικά μας μέτρα τα ανθρώπινα, τα εγκόσμια. Αλλά η βασιλεία η δική Του «ουκ εστιν του κόσμου τούτου» (Ιω 18:36) Δεν είναι βασιλιάς και αυτοκράτορας σε αυτόν τον κόσμο, δεν είναι απλά ένας θαυματοποιός. Δεν είναι – όπως λέει ο Rowan Williams- ένας  ανταγωνιστικός παίκτης  στις «επιχειρήσεις»  του κόσμου.   Όχι. Ο Υιός του Θεού είναι ο σιωπηλός κρατούμενος–  εκείνος που είναι αθώος μα καταδικασμένος σε θάνατο, εκείνος που πρόδωσαν οι έμπιστοι και εγκατέλειψαν οι φίλοι.  Εκείνος είναι που δηλώνει «Εγώ είμι». Και διαψεύδοντας ό,τι πιθανώς περιμέναμε από αυτόν, φανερώνει ότι  το σημείο που είναι ο Θεός είναι εκεί όπου το να δρας κατά της παράνοιας και της βίας αυτού του κόσμου είναι κάτι φυσικό και αναπόφευκτο [i]

Θα αφήσουμε τώρα το Ευαγγέλιο του Μάρκου και θα βυθιστούμε στον κόσμο του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου

Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, ο Χριστός δεν εγκαταλείπεται μόνος. Έχει μέχρι το τέλος δίπλα του , τον αγαπημένο του μαθητή και την μητέρα του. Επιλέγει την σιωπή μπροστά στο εβραϊκό ιερατείο, αλλά έχει έναν συγκλονιστικό διάλογο με τον Πόντιο Πιλάτο , όπου και ακούγεται από τα χείλη του δεύτερου η πιο συγκλονιστική ερώτηση όλης της Καινής Διαθήκης : « τι εστίν η αλήθεια;»  Στον σταυρό επάνω, δεν ξεσπά στο «Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» , αλλά, αφού έκραξε «διψώ» και του έδωσαν όξος, αναφωνεί : «Τετέλεσθαι.» Όμως τι ακριβώς «τετέλεσθαι» εκείνη την στιγμή;

Ο π. Ιωάννης Μπερ δίνει μια συναρπαστική ερμηνεία επί αυτού, θυμίζοντάς μας το πώς ξεκινάει το βιβλίο της Γέννησης : «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς.  Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω στερέωμα ἐν μέσῳ τοῦ ὕδατος καὶ ἔστω διαχωρίζον ἀνὰ μέσον ὕδατος καὶ ὕδατος. καὶ ἐγένετο οὕτως.» κ.ο.κ. Με μόνο τον λόγο του, ο Θεός φέρνει ολόκληρη την κτίση από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Κι αφού το κάνει αυτό, αναγγέλλει το  δικό Του έργο, όχι με προστακτική, αλλά με υποτακτική : «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» Αυτό είναι το έργο του Θεού. Σε αυτό θα δοθεί. Αυτός είναι ο σκοπός Του.

Και το έργο τούτο φτάνει στην τελείωσή του αμέσως μετά το «Τετέλεσθαι» που αναφωνεί ο Ιησούς στον σταυρό. Μας το προλέγει ο ίδιος ο Πιλάτος  , όταν βλέποντας τον, αναφωνεί «Ιδέ ο άνθρωπος» (Ιω 19:5)

Καμία εξουσία δεν έχει ο θάνατος πάνω στον Χριστό. άρα αυτός βαδίζει προς αυτόν πράγματι οικειοθελώς, νικά δια του θανάτου, τον θάνατο και γίνεται ο πρώτος αληθινός άνθρωπος στην ιστορία.[ii]

Είναι εδώ που  ενδύεται πλέον της αρμόζουσας δόξας του ο Κύριος των δυνάμεων, καθώς εισέρχεται στο βασίλειο του θανάτου.

Ἄρατε Πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης.


Η εικόνα : La Vierge au Lys (1899) /Pieta (1876)του William Adolphe Bouguereau


[i] Rowan Williams :  Στο πλάι ενός αθώου

[ii] Π. Ιωάννης Μπερ : Άνθρωπος Έσομαι