Ένας κύκλος με ένα τρίγωνο μέσα του. Ήταν απλά δυο σχήματα, πλεγμένα το ένα μέσα στο άλλο και δυο σχήματα δεν έπρεπε να του έχουν προκαλέσει τόση αναστάτωση. Ωστόσο…
«Πού το βρήκες αυτό;» Η φωνή της συναδέλφου, εκείνης της μελαχρινής με την αλογοουρά από το τμήμα επικοινωνίας, έβγαλε τον Μάξιμο από τις σκέψεις του. Δεν είχε συνηθίσει να βρίσκεται τόση ώρα με τόσους ανθρώπους μαζί στον ίδιο χώρο. Παρηγορήθηκε στην ιδέα ότι και οι άλλοι θα πρέπει να αισθάνονταν την ίδια δυσφορία. Κανείς δεν είχε συνηθίσει να δουλεύει εκτός σπιτιού. Τους περισσότερους από τους συναδέλφους του , τους είχε συναντήσει μόνο άλλη μία φορά στη ζωή του. Σε κάποια γιορτή της εταιρίας ίσως. Ή σε κάποια παρουσίαση νέου προϊόντος, πολύ μυστικού και πολύτιμου για να διακινδυνεύσουν διαδικτυακή παρουσίαση. Όπως σήμερα.
«Σε μια διαδικτυακή δημοπρασία. Είναι φανταστικό, δεν είναι;» Ο άνδρας που στεκόταν απέναντι από την συνάδελφο με την αλογοουρά, κρατούσε στα χέρια του ένα αντικείμενο πάνω από το οποίο είχαν σκύψει τώρα και οι δύο.
«Αστειεύεσαι; Είναι τέλειο! Τα λατρεύω αυτά τα vintage αντικείμενα από την Προ Νέας Εποχής περίοδο.» Η ένταση στην φωνή της γυναίκας είχε ανέβει, πράγμα που σήμαινε ότι το ενδιαφέρον της κορυφωνόταν. Κοίταξε τον άνδρα που μιλούσε μαζί της. Φαινόταν να έχει κι αυτός τον ίδιο ενθουσιασμό για το αντικείμενο που κρατούσαν τα χέρια του. Από την θέση που βρισκόταν, θα μπορούσε να τους δει λίγο καλύτερα αν σηκωνόταν λίγο, πράγμα που έκανε. Το αντικείμενο που είχε γοητεύσει τους συναδέλφους του, ήταν ένα μεταλλικό κουτί για καραμέλες – από αυτά που κυκλοφορούσαν πολύ στην Παλαιά Εποχή- στο καπάκι του οποίου υπήρχε η απλοϊκή απεικόνιση ενός σπιτιού και από κάτω με καλλιγραφικά γράμματα έλεγε stay the fuck home.
«Είναι Πρώτης Πανδημίας ή Δεύτερης;» ρώτησε η γυναίκα , μην μπορώντας να πάρει τα μάτια της από το κουτί.
«Δεν μπορώ να πω. Νομίζω Πρώτης. Αλλά δεν είμαι βέβαιος. Όποια ημερομηνία συνόδευε αυτό το κουτί , έχει προ πολλού σβήσει.»
«Μάλλον Πρώτης» είπε αποφασιστικά η γυναίκα. « Τον καιρό που η Δεύτερη Πανδημία ξέσπασε, δεν χρειαζόταν πια να πείσεις κανέναν να μείνει σπίτι.»
«Σωστά!» αναφώνησε ο άνδρας, παίρνοντας τα μάτια του από το κουτί για να την κοιτάξει. Όλο το πρόσωπό του , έλαμπε από θαυμασμό.
Το θέαμα του τύπου , φάνηκε στον Μάξιμο, τρομερά αστείο αλλά κρατήθηκε να μην γελάσει.
Η γυναίκα – που δεν είχε σηκώσει τα μάτια της από το κουτί, συνέχισε.
«Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακόμα και στην Δεύτερη , υπήρχαν πολλοί που προσπαθούσαν να ταξιδέψουν με κάθε τρόπο , αν και είχε απαγορευθεί.»
Η μαγεία χάθηκε από τα μάτια του συνομιλητή της, στο άκουσμα της απαίσιας λέξης. Ως κι ο Μάξιμος, αν και παρατηρητής από μακριά, σοκαρίστηκε ακούγοντάς την και μάλιστα από το στόμα γυναίκας.
Εκείνη πρέπει να αισθάνθηκε την αλλαγή στην ατμόσφαιρα και για πρώτη φορά, σήκωσε τα μάτια της στον συνομιλητή της. Του χαμογέλασε σκανταλιάρικα και έπειτα του πέταξε την λέξη σαν μια μπάλα που δεν ήταν προετοιμασμένος να πιάσει.
«Ταξίδι!»
Αμέσως μετά, ξέσπασε σε γέλια, σαν μικρό κορίτσι που είχε κάνει την ζημιά αλλά ήξερε ότι ήταν πολύ χαριτωμένο για να το τιμωρήσουν. Πήρε από το χέρι τον σαστισμένο ακόμα, συνομιλητή της και τον τράβηξε ως τα καθίσματα στο πίσω μέρος της αίθουσας.
Ο Μάξιμος κατέληξε πως το περιστατικό ήταν σαφώς χαριτωμένο, αλλά οπωσδήποτε έδειχνε επιπολαιότητα και απερισκεψία. Το νεαρό της ηλικίας των συναδέλφων δεν δικαιολογούσε την απαξίωση που έδειχναν αστειευόμενοι με έννοιες όπως οι άσκοπες μακροχρόνιες μετακινήσεις , που ευτυχώς σταμάτησαν εντελώς μετά την Δεύτερη Πανδημία. Κι εκείνος, νέος ήταν, αλλά ήξερε πού να αποδίδει τον δέοντα σεβασμό. Δεν ήταν μόνο θέμα νόμων και ηθών . Ήταν πρωτίστως θέμα λογικής. Στην πραγματικότητα, η ανάγκη για αυτού του είδους των μετακινήσεων δεν υπήρχε πια , χάρη στην τεχνολογία. Η τεχνολογία εκμηδένισε τις αποστάσεις και ό,τι συνέβαινε σε μια γωνιά του πλανήτη , ήταν διαθέσιμο σε οποιαδήποτε άλλη γωνιά , σε οποιονδήποτε. Σε οποιονδήποτε διέθετε την κατάλληλη τεχνολογία δηλαδή. Ποιος ο λόγος να ταξιδέψεις στο Λονδίνο για να παρακολουθήσεις τους αγαπημένους σου μουσικούς σε συναυλία; Τους έβλεπες και στην οθόνη του σπιτιού σου φορώντας τις πιτζάμες σου, αν ήθελες. Δεν χρειαζόταν να πας Μιλάνο για ψώνια- ήταν όλα δίπλα σου , με ένα κλικ στην φορητή ψηφιακή σου συσκευή. Ως και τα καλύτερα νοσοκομεία του κόσμου , ήταν διαθέσιμα στην πόλη που ζεις χάρη στην ψηφιακή real time σύνδεση. Η Δεύτερη Πανδημία απλά υπενθύμισε σε όλους πόσο επικίνδυνες ήταν επιπλέον αυτές οι μετακινήσεις. Πέρα από τις ασθένειες που μπορεί να μεταφέρει κάποιος από και προς τον τόπο του, υπήρχε πάντα η κατάθλιψη που συνόδευε τους εργαζόμενους που επέστρεφαν , από τον τόπο διακοπών τους , στην δουλειά τους. Υπήρχαν οι παρεξηγήσεις και τα ατυχήματα που συνέβαιναν όταν δυο ασυμβίβαστοι -ως προς την τεχνολογική τους εξέλιξη- πολιτισμοί συναντιόντουσαν κατά τις μετακινήσεις αυτές. Μα κυρίως, υπήρχε όλη αυτή η επιβάρυνση του πλανήτη από τις άσκοπες μετακινήσεις και τις αχρείαστες – αλλά εξόχως καταστροφικές- εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που τις συνόδευαν.
Όλα αυτά είναι γνωστά σε όλους. Διδάσκονται στο σχολείο από την πρώτη τάξη και διαδίδονται συνεχώς από την επιστημονική κοινότητα της γειτονιάς μας. Και, πως να το κάνουμε , είναι λίγο κακόγουστο, να τα παίρνεις τόσο ελαφρά ώστε να αστειεύεσαι με αυτά.
Ο Γενικός Διευθυντής της Ανεξαρτησία Α.Ε. είχε ανέβει στο βήμα , εν μέσω χειροκροτημάτων, για να παρουσιάσει την διευθύντρια Ανάπτυξης Νέων Προϊόντων.
«…Και μην ξεχνάτε ότι μένουμε πάντα προσηλωμένοι στο όραμά μας, που είναι η εξαφάνιση της νούμερο ένα ασθένειας. (θεατρική παύση εδώ) Η κατάθλιψη θα νικηθεί κι εμείς θα είμαστε εκεί. (παύση και ακολούθως χειροκροτήματα από το κοινό). Η κυρία Βιντσέρου θα μας δείξει, πώς με το νέο τροποποιητικό του γενετικού κώδικα θα έρθουμε ένα βήμα πιο κοντά στην νίκη εναντίον της κατάθλιψης»
Νέα χειροκροτήματα και η υπεύθυνη Νέων Προϊόντων ανεβαίνει στο βήμα. Πίσω της, εμφανίζεται σε ολόγραμμα το διάγραμμα μεριδίου της αγοράς και τότε ο Μάξιμος χλωμιάζει. Ένας κύκλος που παριστάνει όλη την αγορά και ένα τρίγωνο που αντιπροσωπεύει το μερίδιο της Ανεξαρτησίας Α.Ε. είναι ικανά να στείλουν την σκέψη του αλλού.
Φέρνει το χέρι του στην τσέπη και βγάζει το χαρτάκι που μάζεψε το πρωί από τον δρόμο. Η αίσθηση του χαρτιού στο χέρι του είναι περίεργη. Μα ποιος χρησιμοποιεί , πια χαρτί . Ακόμα και αυτή η αναπάντεχη ύπαρξη χαρτιού , του δημιουργεί ανησυχία. Όχι περισσότερη από όση του δημιούργησε το περιστατικό που συνέβη το πρωί, αλλά πάντως ανησυχία.
Ένας κύκλος με ένα τρίγωνο μέσα του. Ένα κορίτσι κι ένα αγόρι στη γωνία των οδών 25ης και 10ης . Το κορίτσι στέκεται στο πάρκο Ελούντα-εκεί που κάποτε υψωνόταν το Ιστορικό Μουσείο , πριν ψηφιοποιηθούν όλα τα εκθέματά του- και κρατάει στο χέρι ένα μακρύ καλάμι.
Το αγόρι κατεβαίνει την 10η με το ηλεκτρικό πατίνι και καθώς φτάνει στην γωνία χαμηλώνει ταχύτητα. Τότε το κορίτσι χαράζει στην τεχνητή άμμο του πάρκου έναν κύκλο και μέσα του ένα τρίγωνο. Το αγόρι σταματάει, κατεβαίνει από το πατίνι και πλησιάζει το κορίτσι. Εκείνη του δίνει αυτό που αποδείχθηκε πως ήταν το χαρτάκι και εκείνος το βάζει στην τσέπη του παντελονιού του. Χωρίς να ανταλλάξουν λέξη , εκείνη απομακρύνεται, ενώ εκείνος ανεβαίνει στο πατίνι του και φεύγει.
Όλο αυτό το διάστημα, ο Μάξιμος βρισκόταν στο Φορτιστής, το καφέ της γωνίας, από όπου έπαιρνε το ενεργειακό του ρόφημα με γεύση καφέ, κάθε φορά που έπρεπε να πάει στα κεντρικά της εταιρίας. Ήταν εκνευρισμένος γιατί βγαίνοντας από το σπίτι αργοπορημένος, έπεσε πάνω στην γριά Μαυρέα που επέμενε να του πιάσει κουβέντα για ένα σωρό ασυναρτησίες – αφού ήταν γνωστό στην γειτονιά ότι ήταν λίγο κουνημένη στο μυαλό. Ο εκνευρισμός του είχε μεγαλώσει όταν είδε ότι υπήρχε ουρά στον Φορτιστή και για να ηρεμήσει αποφάσισε να μην κοιτάει πόσο αργά ετοίμαζε τα ροφήματα ο barista και άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί προς το πάρκο Ελούντα. Έτσι, είδε την περίεργη συνάντηση του κοριτσιού με το αγόρι. Όταν πια ήρθε η ώρα να πληρώσει και να φύγει, ένας ήχος κόρνας τον έκανε να γυρίσει. Στην στροφή του δρόμου, το αγόρι με το πατίνι, βρισκόταν πεσμένο στο έδαφος, ενώ δίπλα του ένα ταξί είχε σταματήσει . Δεν πρέπει να τον είχε χτυπήσει. Ο νεαρός μάλλον έπεσε μόνος του προσπαθώντας να αποφύγει το ταξί που είχε βρεθεί ξαφνικά μπροστά του. Τώρα σηκωνόταν και ξεσκόνιζε τα ρούχα του ενώ ο ταξιτζής τον ρωτούσε επανειλημμένα, αν είναι καλά. Όταν το όλο σκηνικό έλαβε τέλος και οι δύο πρωταγωνιστές απομακρύνθηκαν, ο Μάξιμος πλησίασε το σημείο. Όχι τυχαία. Όχι από παρόρμηση. Είχε δει από μακριά πως κατά την πτώση, είχε φύγει από την τσέπη του νεαρού αυτό που είχε πάρει από τα χέρια της κοπέλας σε εκείνη την περίεργη συνάντησή τους νωρίτερα.
Το κοίταξε μια στιγμή, όπως κείτονταν στο έδαφος και σχεδόν περίμενε να εξαφανιστεί, να χαθεί στην ανυπαρξία, να ήταν όλο αυτό μια παραίσθηση.
Μα εκείνο το μικρό λευκό τετραγωνάκι από χαρτί, παρέμενε στην θέση του αυθάδικα, θρασύτατα και ανυπόφορα.
Κι έτσι το σήκωσε.
Ένας κύκλος με ένα τρίγωνο μέσα του. Εκτός από το μυστήριο σχήμα που ήταν φτιαγμένο από μολύβι, (μα μολύβι;) υπήρχε σημειωμένη και μία διεύθυνση και κάτω από αυτήν μία σειρά από αριθμούς , γράμματα και σύμβολα τόσο άσχετα μεταξύ τους που δεν μπορεί παρά να ήταν :
«Password» είπε ο Μάξιμος και εκείνη την στιγμή ένα κορνάρισμα από πίσω του τον έκανε να πεταχτεί. Ένα φορτηγό μεταφορών τον προσπέρασε με μανούβρα και ο Μάξιμος ανέβηκε γρήγορα στο πεζοδρόμιο. Ξανακοίταξε το χαρτί που είχε στα χέρια του κι εκείνη την στιγμή κατάλαβε ότι η ηρεμία και η γαλήνη, είχαν μόλις πετάξει από το παράθυρο και η τόσο πολύτιμη ρουτίνα του είχε θρυμματιστεί.
Ξαναέβαλε το χαρτί στην τσέπη του και η φωνή της διευθύντριας Ανάπτυξης Νέων Προϊόντων επέστρεψε στην αντίληψή του.
«…Σε μία επίσκεψη , με μία και μόνο αναίμακτη επέμβαση , το γενετικά τροποποιητικό υλικό θα χορηγείται, ώστε η κατάθλιψη να γίνει παρελθόν…»
Η οθόνη στο περικάρπιό του, πιάνοντας τους ακανόνιστους χτύπους της καρδιάς του, άναψε, δίνοντας σήμα για αυξημένα επίπεδα στρες. Το κουμπί της προτεινόμενης λύσης άστραψε στην οθόνη και ο Μάξιμος το πάτησε. Εμφανίστηκε το λογότυπο του δρ Σκάρου. Ο Σκάρου ήταν , παλαιότερα, HR manager στην Ανεξαρτησία Α.Ε. πριν γίνει personal and business coach κι έπειτα γκουρού του νέο-διαλογισμού και πάρα πολύ επιτυχημένος μάλιστα. Δεν ήταν κακή ιδέα να κλείσει για το απόγευμα έναν on line διαλογισμό καλοσύνης και αγάπης (μία πατέντα του ίδιου του Σκάρου προσωπικά). Οι συνεδρίες του είχαν θεαματικά αποτελέσματα στο άγχος και στην κατάθ…στην δυσφορία που προκαλούσαν τα αναπάντεχα γεγονότα. Άνοιξε την εφαρμογή και έψαξε για διαθέσιμη συνεδρία την ίδια μέρα. Βρήκε για τις 22:00. Αμέσως μετά μία δόνηση τον ειδοποίησε ότι είχε λάβει επιβεβαίωση του ραντεβού του , καθώς και ένα μοναδικό password για να εισέλθει στην εφαρμογή στις δέκα η ώρα το ίδιο βράδυ.
Password… ραντεβού…
Του ξέφυγε ένα επιφώνημα και κάποιοι γύρισαν να τον κοιτάξουν με αποδοκιμασία. Πήρε μια έκφραση που ήλπιζε να πέρναγε ως «ζητώ συγγνώμη» και βγήκε όσο πιο διακριτικά μπορούσε από την αίθουσα παρουσιάσεων. Κατευθύνθηκε ψύχραιμα προς τις τουαλέτες κι εκεί, αφού σιγουρεύτηκε πως ήταν μόνος, έβγαλε ξανά το χαρτί από την τσέπη του. Δεν υπήρχε ημερομηνία και ώρα , αλλά υπήρχε διεύθυνση και συνθηματικό. Ήταν σίγουρα ραντεβού αλλά για ποιους και πότε;
Ένοιωσε τις φλέβες στους κροτάφους του να σφυροκοπούν. Η υπόσχεση επανάκτησης της ηρεμίας του μέσω μιας συνεδρίας με τον Σκάρου είχε εξαφανιστεί τελείως από την μνήμη του. Αντί γι’ αυτό , οι νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου του είχαν πάρει φωτιά, έχοντας αφοσιωθεί , παρά την θέλησή του, στην λύση αυτού του απρόσμενου μυστηρίου.
«Σήμερα.» είπε κοιτάζοντας το είδωλό του στον καθρέπτη και δεν μπόρεσε να μην προσέξει μια λάμψη στα μάτια του που δεν είχε ξαναδεί.
Οι μυστικές συναντήσεις που διαδίδονται μέσω περίεργων σχημάτων και password δεν είχαν την πολυτέλεια να προγραμματίζονται σε βάθος χρόνου, έλεγε η λογική του.
Η ώρα όμως; Εδώ θα έπρεπε μάλλον να μαντέψει, καθώς καμμία λογική υπόθεση δεν μπορούσε να κάνει. Κι όμως. Από κάποιο άλλο μέρος του εγκεφάλου του, πέραν της λογικής, ερχόταν μια ιδέα.
Την ώρα της απαγόρευσης κυκλοφορίας!
Ναι, θα μπορούσε. Την ώρα που η πόλη θα άδειαζε.
Όσο ο Μάξιμος επεξεργαζόταν την ιδέα που οι παλαιότεροι θα ονόμαζαν διαίσθηση, μια άλλη σκέψη έκανε την εμφάνισή της στο μυαλό του.
Εξαιτίας της ολοήμερης παρουσίασης στα κεντρικά της εταιρίας, ο ίδιος σήμερα είχε πάσο να κυκλοφορεί στην πόλη ακόμα και μετά την ώρα απαγόρευσης.
(Γιατί; Σκέφτεσαι να πας;)
«Όχι, βέβαια.» απάντησε στο έλλογο μέρος του εαυτού του. Και αμέσως μετά : «Φυσικά και όχι.»
Συνεχίζεται…
Μια σκέψη για “Η Αδελφότητα του Ταξιδευτή (Μέρος Πρώτο)”
Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.