Και τι φορεσιά θα βάλει το καημένο το κορίτσι
Σ’ όλα τα αυριανά πάρτι;
(…)Και πού θα πάει και τι θα κάνει
Όταν τα μεσάνυχτα έρθουν[i]
Την ώρα του μεσημεριανού, η Λίβια μου περιέγραψε κάτι που της συνέβη. Συνήθως περνάμε αυτήν την ώρα σχολιάζοντας γεγονότα που στερούνται νοήματος και λογικής , από την ολοένα και πιο παράλογη καθημερινότητά μας. Κάθε αλλαγή αυτής της ρουτίνας , είναι ευπρόσδεκτη.
Έβαλε, λέει, να ακούσει μουσική από το YouTube και επέλεξε μια ζωντανή ηχογράφηση του τραγουδιού που ήθελε. Το βίντεο ξεκίνησε και σύντομα η οθόνη πλημμύρισε με ανθρώπους που πιασμένοι από τους ώμους τραγουδούσαν , χόρευαν ή χοροπηδούσαν εκστασιασμένοι. Έτσι. Χωρίς μάσκες, χωρίς αποστάσεις, χωρίς συστολή, χωρίς όλη αυτήν την κουλτούρα της πανδημίας τέλος πάντων. Και κάπου εκεί η Λίβια έπιασε τον εαυτό της να κοιτάει το βίντεο περίπου όπως κοιτάμε τα ντοκιμαντέρ με τελετές ενηλικίωσης φυλών της Αφρικής ή αυτά που δείχνουν Εσκιμώους να χαιρετιούνται τρίβοντας τις μύτες τους. Πόσο μα πόσο παράξενο στ’ αλήθεια, σκεφτόμαστε, ενώ ένα αίσθημα αποστροφής ανακατεμένο με φλέγουσα περιέργεια μας διακατέχει. Και είναι διπλά παράξενο όταν η ανοίκεια συμπεριφορά που βλέπεις, ήταν κάποτε κομμάτι της δικής σου συμπεριφοράς, κομμάτι του κανονικού.
Σ’ αυτό το σημείο, το μυαλό μου άρχισε να παίζει το All Tomorrow’s Parties των Velvet Underground και η βραχνή φωνή της Nico, κάνοντας echo στα κρανιακά μου τοιχώματα, αναρωτιόταν για ένα καημένο κορίτσι που δεν ήξερε τι θα φορούσε στα πάρτι του αύριο. Μου φάνηκε ταιριαστό- με έναν στοιχειωμένο τρόπο.
Από το μίνι-χάσιμό μου , με έβγαλε η φωνή της Λίβιας. «Ήμασταν ευτυχισμένοι και δεν το ξέραμε τότε.» Κούνησα το κεφάλι μου με συγκατάβαση. Σιωπηλά, διόρθωσα το «ευτυχισμένοι» με το «μακάριοι», γιατί μου ταίριαζε πιο πολύ να περιγράψω την πρότερη κατάστασή μας, ως εκείνη της γλυκιάς άγνοιας του τι μπορεί να συμβεί όταν πραγματικότητα και σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αντικαθιστούν το ένα το άλλο.
Αργότερα μέσα στην ημέρα, συνομιλώ με τον Ηφαιστίωνα για ένα θέμα που, αρχικά, αφορούσε στη δουλειά. Ξαφνικά, σαν να τον χτύπησε το ρεύμα, είπε πως το ξέσπασμα του ιού ήταν ο σεισμός, αλλά αυτό που έρχεται μετά είναι το τσουνάμι. Σφίχτηκα. Σκέφτηκα πόσο αθώους και μακάριους μας βρήκε ο σεισμός αυτός, που στρέψαμε τα βλέμματα στον τύπο, στις κυβερνήσεις και στην επιστημονική κοινότητα, μόνο και μόνο για να ανακαλύψουμε ότι είτε ήταν ανίδεοι και αποπροσανατόλιζαν ακουσίως , είτε μας χειραγωγούσαν εκουσίως. Και τώρα μουδιασμένοι ακούμε για άρση δικαιωμάτων που νομίζαμε αδιαπραγμάτευτα, για προνόμια και διαχωρισμούς πολιτών, για ιατρικά σκευάσματα που χορηγούνται σωρηδόν ή αποσύρονται εσπευσμένως για να ξανα-χορηγηθούν μετά από λίγο.
«Ξέρεις ότι το τσουνάμι που ακολούθησε την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης, ήταν αυτό που εξαφάνισε τελικά τον Μινωικό πολιτισμό και όχι η ίδια η έκρηξη;» με ρώτησε, προσπαθώντας να αλλάξει θέμα. »Και ότι πολύ παλαιότερα η νήσος λεγόταν Γη των Μακάρων;»
«Φαίνεται ότι η Ιστορία πάντα έτσι τελειώνει με τους Μακάρους και τους μακάριους. Και έκτοτε λέγεται Κρήτη;» τον ρώτησα
«Οοοχι» και άρχισε να γελάει για πρώτη φορά. «Λεβεντογέννα.»
Γέλασα κι εγώ κι ένοιωσα το σφίξιμο να φεύγει. Ήταν ένας άλλος τρόπος να πεις ότι οι δύσκολοι καιροί φτιάχνουν δυνατούς ανθρώπους.
Το βράδυ, βάζω στον υπολογιστή να ακούσω το άλμπουμ των Velvet Underground, αυτό που είχε για εξώφυλλο την μπανάνα του Warhol. Σκέφτομαι ότι θα αργήσουμε να ξαναπάμε σε πάρτι σαν κι αυτά που ξέραμε. Τα αυριανά πάρτι θα είναι διαφορετικά. με τόσους πολλούς τρόπους διαφορετικά. Και τι φοράει κανείς σε ένα τέτοιο πάρτι; Ο καιρός θα δείξει.
[i] All Tomorrow’s Parties, Velvet Underground & Nico, στίχοι και μουσική: Lou Reed, άλμπουμ : The Velvet Underground & Nico