Οι Ταναγραίες

Ο ήλιος είχε αρχίσει να πέφτει . Σε λίγο θα γινόταν μια πορτοκαλί μπάλα στον ορίζοντα κι εγώ με την αδερφή μου θα κάναμε ότι την πιάναμε με τα δάχτυλα του χεριού μας και μετά πως την κρύβαμε εκεί μέσα,  κι ο ήλιος χανόταν κι όλα στον κόσμο κινδύνευαν και μόνο εμείς μπορούσαμε να τους σώσουμε από τον χαμό.

Εκείνο το καλοκαίρι δεν έπαιζε κανείς με τις έννοιες ήλιος και θάνατος. Οι τίτλοι των εφημερίδων ήταν αρκετά τρομακτικοί από μόνοι τους. Χρησιμοποιούσαν αυτά τα τεράστια γλοιώδη μαύρα γράμματα στις πρώτες σελίδες τους για να μετρήσουν τους νεκρούς  του καύσωνα.  Ήταν όλοι ηλικιωμένοι, όλοι παππούδες και γιαγιάδες- ίσως- κάποιων παιδιών σαν κι εμάς- μόνο που αυτοί  είχαν την δυστυχία να μένουν στην Αθήνα  μες στο καλοκαίρι.

Στην μεγάλη βεράντα του ξενοδοχείου που έβλεπε όλο τον Μεσσηνιακό Κόλπο ακουγόταν μόνο το «φαπ – φαπ» από τις βεντάλιες που κουνούσαν ρυθμικά η γιαγιά και η κυρία Αγγελική. Ο παππούς με τον σύζυγό της  έπιναν μικρές γουλιές από το ουζάκι που βρισκόταν στο τραπέζι και κοίταζαν  σιωπηλοί τον ορίζοντα. Που και που ακουγόταν ο κύριος Τζέιμς  που έλεγε «οίνοψ πόντος» κοιτώντας την θάλασσα, αλλά επειδή κανείς δεν καταλάβαινε , από αμηχανία δεν του απαντούσαμε. Άλλωστε, έκανε πολύ ζέστη ακόμα και για να πιάσεις κουβέντα με τον διπλανό σου.

Ξαφνικά, η βεντάλια της κυρίας Αγγελικής έπαψε να κάνει ακόρντα σε εκείνη της  γιαγιάς και, σαν να θυμήθηκε μόλις κάτι πολύ σημαντικό που της είχε διαφύγει ως τώρα, γύρισε και μας κοίταξε.

«Λοιπόν κορίτσια, πώς πάει το σχολείο; Είστε καλές μαθήτριες;»

Το σχολείο έχει απωθηθεί στο τελευταίο δωματιάκι , πίσω-πίσω, στο κάστρο της μνήμης ενός δωδεκάχρονου στα μέσα  των καλοκαιρινών του διακοπών. Έκανα μια σιωπηρή υπόσχεση στον εαυτό μου, να μην κάνω ποτέ τέτοια ερώτηση σε παιδιά όταν μεγαλώσω.

«Είναι άριστες μαθήτριες.» είπε η γιαγιά μου  σε τόνο που δεν δεχόταν αντίρρηση.  Το ίδιο θα έλεγε και αν ακόμα είχαμε μείνει στην ίδια τάξη. Την κοίταξα κρυφά και της χαμογέλασα συνωμοτικά. Ευχόμουν να μην μας είδε η κυρία Αγγελική. Μα εκείνη δεν είχε πτοηθεί. Είχε κι άλλες ερωτήσεις στο οπλοστάσιό της.

 « Και τι θέλετε να γίνετε όταν μεγαλώσετε;»

Η αδελφή μου , που δεν αντιλήφθηκε ούτε στο ελάχιστο την σοβαρότητα της ερώτησης, πέταξε «Εγώ θέλω να γίνω αστροναύτης» και έτρεξε στην αγκαλιά της γιαγιάς, γελώντας. Μπορούσε ακόμα να δίνει τέτοιες απαντήσεις. Ήταν οκτώ ετών. Εγώ , στην άλλη άκρη του τραπεζιού είχα βουλιάξει στο κάθισμά μου. Κάποιο προαίσθημα μέσα μου, έλεγε πως   τούτο το ερώτημα θα με στοιχειώνει στο μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μου και πως ποτέ δεν θα έβρισκα  απάντηση  στεγανή που να μην μπάζει. Ζήλευα εκείνους τους συμμαθητές μου που ήξεραν πέραν κάθε αμφιβολίας τι επάγγελμα ήθελαν να ακολουθήσουν και που δεν τους πτοούσε τίποτα, ούτε οι βαθμολογίες τους στα μαθήματα, ούτε οι απόψεις των καθηγητών . Δεν θα έπρεπε άραγε ως τώρα να έχω μια ιδέα για το τι ήθελα να γίνω; Δεν θα έπρεπε να έχω νοιώσει αυτό που λένε κλίση ή να έχω ακούσει την κλήση; Σαν για να επιβεβαιώσει τα παραπάνω η κυρία Αγγελική είπε με κοφτερή φωνή.

«Α, εγώ ήξερα πολύ καλά από μικρή ότι ήθελα να γίνω οδοντίατρος. Από παιδάκι..»

Την κοίταξα με δυσπιστία. Από όλα όσα μπορεί να ονειρεύεται ένα παιδάκι για τον μελλοντικό εαυτό του, το «οδοντίατρος» μου φαινόταν το λιγότερο πιθανό. Δεν ήταν γιατρός από εκείνους που σώζουν ζωές, δεν ήταν καν από εκείνους που κάνουν τις μεγάλες ιατρικές ανακαλύψεις.  Το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ για τον οδοντίατρο είναι ότι είχε καθημερινά να κάνει με τα δύσοσμα στόματα των ασθενών του. Μπιαχ! Και αυτό ήταν το όνειρο ενός παιδιού; Αν έλεγε αλήθεια, αυτό σήμαινε πως πρόκειται για πραγματική κλήση, σταλμένη σίγουρα απ’ τα ουράνια. Άνοιξα τα μάτια μου με θαυμασμό και την κοίταζα στρίβοντας το κεφάλι μου στα πλάγια όπως τα σκυλιά. Τότε ακούστηκε μια φωνή να λέει το τελευταίο πράγμα που περίμενε κανείς να ειπωθεί σε μια συζήτηση επαγγελματικού προσανατολισμού

«Έρωτας»

κι όλοι γυρίσαμε προς τα εκεί όπου ακούστηκε.  Ο κύριος Τζέιμς κοιτώντας πάντα την θάλασσα  επανέλαβε μιλώντας ελληνικά με την αμερικάνικη προφορά του.

«Έρωτας πρέπει να είναι η αιτία  που επιλέγει κάποιος τι θα κάνει στη ζωή του. Ξέρω ότι με εμένα έτσι ήταν.»

Χαμογελάσαμε ευγενικά καθώς δεν καταλάβαμε αμέσως  τι ήθελε να πει με αυτό. Ο κύριος Τζέιμς ήταν κάπως ιδιόρρυθμος. Ήταν από την Βαλτιμόρη και είχε κάνει Κλασσικές Σπουδές  στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ.  Μιλούσε Ελληνικά αλλά με έναν τρόπο που κανείς άλλος από εμάς δεν μιλούσε. Οι λέξεις προφέρονταν και τονίζονταν προσεκτικά, πολλές φορές δε, ήταν λέξεις που συναντούσες πια μόνο σε βιβλία.  Όπως μου είχε πει η γιαγιά, είχε έρθει σε μια εκπαιδευτική εκδρομή στην Ελλάδα όπου γνώρισε την κυρία Αγγελική και το ίδιο καλοκαίρι την ζήτησε από τους δικούς της σε γάμο. Πόσο ρομαντικό ήταν αυτό. Και που τα παράτησε όλα στην πατρίδα του και εγκαταστάθηκε για πάντα στην Ελλάδα… Μάλλον αυτό εννοούσε ο κύριος Τζέιμς  όταν μίλησε για τον έρωτα προηγουμένως.  Σιγουρευτήκαμε όταν είδαμε την κυρία Αγγελική να του χαρίζει ένα βλέμμα ικανοποίησης. Έπειτα, σαν αυτό να της έδωσε έμπνευση , ανακοίνωσε ότι θα ανέβαινε στο δωμάτιό τους να φέρει μια τράπουλα.

«Να παίξουμε κανένα κουμ-κανάκι , ε; Τι λέτε;»

Ο  σύζυγός της έμεινε να την κοιτά που απομακρυνόταν κι έπειτα χωρίς κανέναν απολύτως λόγο,  χωρίς να τον ρωτήσει κανείς, είπε:

«Δεν εννοούσα την Αγγελική με αυτό που είπα πρωτύτερα.»

Όλοι γυρίσαμε προς το μέρος του. Το βλέμμα του ήταν στραμμένο κάπου αόριστα . Έμοιαζε να κοιτά το εσωτερικό του ξενοδοχείου ενώ στην πραγματικότητα έβλεπε μόνο εικόνες κρυμμένες στα βάθη του μυαλού του.

«Έρωτας για άλλες γυναίκες ήταν αυτός που με οδήγησε να γίνω αυτό που έγινα, να σπουδάσω αυτό που σπούδασα.»

Με την άκρη του ματιού μου είδα τον παππού μου να κοιτάει έντρομος την γιαγιά μου και να δείχνει με τρόπο εμάς. Καλέ μου παππού. Θα έκανε τα πάντα για να αποφύγει να εξηγήσει ντροπής πράγματα στα εγγόνια του. Η γιαγιά δεν άργησε να καταλάβει.

«Κύριε Τζέιμς..» ξεκίνησε , μα εκείνος δεν την άκουσε. Θα έλεγε αυτό που ήθελε να  πει ο,τι κι αν γινόταν.

«Όλα ξεκίνησαν βλέπετε με ένα ποίημα του Ρίλκε που κάναμε στο σχολείο. Το ποίημα λεγόταν Τανάγρα.» Έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω και σαν να διάβαζε τους στίχους από τον θόλο του ουρανού απήγγειλε  :

«Ένα κομμάτι γης καμένης,

σαν από ήλιο δυνατό πυρπολημένης.

Ωσάν η κίνηση χεριού κοπέλλας

μετέωρη να ‘μενε ξάφνου για πάντα»

Άφησε λίγο το ποίημα να πέσει απαλά σαν πάχνη επάνω στα κεφάλια μας κι έπειτα πρόσθεσε

«Κάτι με έκανε να ψάξω να τις βρω, να τις δω.»

«Να τις βρείτε; Ποιες να βρείτε;» ρώτησα με ανυπομονησία. Δεν καταλάβαινα.

«Μα τις  Ταναγραίες. Τις Ταναγραίες Κόρες.» Όταν είδε ότι η απορία παρέμενε στο βλέμμα μας, έψαξε στο εσωτερικό του σακακιού του και έβγαλε ένα στενόμακρο φυλλάδιο. Το έδωσε σε εμένα. Ήταν ένα φυλλάδιο έκθεσης, που θα έκανε εγκαίνια την επόμενη εβδομάδα, από το Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών. Στο εξώφυλλο ένα αγαλματίδιο που παρίστανε μια γυναίκα που στεκόταν με θηλυκότητα και χάρη, τυλιγμένη στον γαλάζιο χιτώνα της οι άκρες του οποίου είχαν ένα αστραφτερό χρυσαφί  χρώμα . Το πρόσωπό της πλαισιωνόταν από  ύφασμα στα ίδια χρώματα που σκέπαζε την κεφαλή της , ενώ τα μάτια και τα χείλη ήταν τονισμένα από ζωηρά χρώματα. Ξεχώριζε το χαμόγελό της , πιο πολύ μειδίαμα, που μου θύμισε έντονα αυτό της Μόνα Λίζα. Στο χέρι που  ξεχώριζε μέσα από τον μανδύα κρατούσε μια βεντάλια κι άθελά μου την σκέφτηκα να κουνάει κι αυτή ρυθμικά την βεντάλια της δίπλα στην γιαγιά και την κυρία Αγγελική. Φαπ- φαπ, φαπ- φαπ.

 Ανοίγοντας το φυλλάδιο ανακάλυψα κι άλλα αγαλματίδια τα περισσότερα σε παρόμοια στάση με αυτό του εξωφύλλου, όλα να παραστούν νεαρές γυναίκες , ντυμένες και χτενισμένες αριστοκρατικά, καμωμένες έτσι που έλεγες θα ζωντανέψουν από στιγμή σε στιγμή και θα περπατήσουν λικνίζοντας την μέση τους μπροστά σου. Πέρασα το φυλλάδιο στους υπόλοιπους να το δουν

« Οι Ταναγραίες Κόρες» είπε πάλι ο κύριος Τζέιμς σαν να απευθυνόταν σε όλους μας και σε κανέναν απολύτως.

»Κατασκευάζονταν μαζικά στα εργαστήρια της Βοιωτίας και αγοράζονταν για καλή τύχη ή για κτερίσματα σε τάφους. Όταν τις αντίκρυσα πρώτη φορά στην εγκυκλοπαίδεια, ένοιωσα ζαλάδα. Πεταλούδες στο στομάχι, κεραυνό στο μέτωπο, πείτε το όπως θέλετε. Δεν θα μπορούσα να ξανα- ορίσω την ομορφιά παρά μόνο δείχνοντάς τες . Δεν θα μπορούσα να ξαναβρώ  δρόμο να προσεγγίσω το ιδανικό , παρά μέσω αυτών. Λες και κρατούσαν αυτές τις πύλες που οδηγούν στο θείο. Αλλιώς γιατί τόση ομορφιά , γιατί τόση γοητεία σκεπασμένη από σειρές πτυχώσεων του μανδύα τους; Αλλιώς γιατί αυτό το χαμόγελο  το αινιγματικό σαν να ξέρουν κάτι που εσύ δεν ξέρεις…..  Σπούδασα Αρχαία Ελληνικά  και Λατινικά , έκανα το διδακτορικό μου για τα εργαστήρια κοροπλαστικής στην Τανάγρα. Ερχόμουν στην Ελλάδα κάθε καλοκαίρι από τα 23 μου. Ένα από αυτά τα καλοκαίρια γνώρισα την Αγγελική. Εγώ έψαχνα ακόμη τις Ταναγραίες . Εκείνη έψαχνε σύντροφο. Αν δεν ήταν η Αγγελική θα ζούσα ακόμα στον κόσμο των ονείρων, θα ήμουν στον δρόμο για τον κόσμο των Ιδεών που λέει και ο Πλάτωνας. Η Αγγελική μου θύμισε πως ζω με τους θνητούς. Κατά κάποιον τρόπο με έσωσε. Από τότε είμαστε μαζί.»

Ο παππούς και οι γιαγιά είχαν ζήσει πολλά στη ζωή τους, ο Θεός ξέρει ότι είχαν περάσει πόλεμο και κατοχή, αλλά τίποτα δεν τους είχε προετοιμάσει για την αλλόκοτη εξομολόγηση που είχαν μόλις ακούσει. Σαν συννενοημένοι και οι δυο, τέντωσαν τα κεφάλια τους προς το φουαγιέ του ξενοδοχείου μήπως δουν την κυρία  Αγγελική να επιστρέφει για να τους σώσει από την δύσκολη θέση.

Πράγματι, εκείνη φάνηκε από το βάθος να έρχεται κρατώντας  ψηλά το χέρι της για να δείξει την τράπουλα. Ένοιωσα ότι ο χρόνος που είχα να μάθω αυτό που ήθελα τελείωνε κι έτσι, αντίθετα με την ανατροφή μου, τράβηξα το μανίκι του κυρίου Τζέιμς  για να τον κάνω να σκύψει και τον ρώτησα στα αγγλικά :

 «Αλήθεια πιστεύετε ότι αυτό που θα διαλέξουμε να γίνουμε πρέπει να  είναι έρωτας; Και πρέπει να το αναζητήσουμε;»

Τα μάτια του φώτισαν και με κοίταξε συγκινημένος.  «Έτσι πιστεύω. Κι αν ακόμα δεν το βρούμε , θα μας  βρει αυτό. Είναι βέβαιο.»

Η τράπουλα στήθηκε αμέσως στο τραπέζι. Αν η κυρία Αγγελική πρόσεξε την αμηχανία στον  αέρα, δεν είπε τίποτα, παρά βάλθηκε να μοιράζει τα φύλλα στους παίκτες με κινήσεις  που υπνώτιζαν. Για λίγο τα μάτια μου δεν μπορούσαν να δουν κάτι άλλο παρά τα επιδέξια δάχτυλά της με τα αστραφτερά δαχτυλίδια και τα μακρυά της νύχια  βαμμένα στο χρώμα του μαργαριταριού. Τα αυτιά μου άκουγαν μόνο τον ήχο της τράπουλας που χόρευε ανάμεσα στις παλάμες της. Έπειτα, η αδελφή μου είπε  στην γιαγιά πως  θα κάναμε μία βόλτα γύρω στην βεράντα του ξενοδοχείου. Η γιαγιά απάντησε «Εντάξει, αλλά να προσέχετε.» και η αδερφή μου με τράβηξε από το χέρι.

Περπατήσαμε σιωπηλές για λίγο κι έπειτα η Λέτα  σταμάτησε απότομα.

«Μα είδες τα χέρια  της πώς ανακάτευαν την τράπουλα; Κι εκείνα τα μακρυά, βαμμένα  νύχια της;»

Κούνησα το κεφάλι με έμφαση , επιβεβαιώνοντας ότι μου είχαν κάνει κι εμένα μεγάλη εντύπωση.

«Λες να είναι μάγισσα;»  ρώτησε  τότε η Λέτα με φωνή που πρόδιδε ανησυχία.

«Πφφ ! Έχει τόση σχέση με την μαγεία, όση και οι ταχυδακτυλουργοί  που βλέπουμε στην τηλεόραση» είπα κάνοντας μια κίνηση σαν να έδιωχνα μύγα.

Δεν ξέρω τι με πείραζε πιο πολύ τότε : το γεγονός ότι η κυρία Αγγελική είχε αναδείξει την έλλειψη επαγγελματικού προσανατολισμού από μέρους μου ή ότι είχε κρατήσει τον κύριο Τζέιμς μακρυά από τις Ταναγραίες του.

Ωστόσο για τον ίδιο τον κύριο Τζέιμς και όσα μας είχε τόσο αναπάντεχα εξομολογηθεί δεν είπαμε τίποτα εκείνο το βράδυ με την Λέτα- ούτε ποτέ ξανά τα επόμενα χρόνια.

Πολύ αργότερα μόνο, όταν, μην έχοντας βρει ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα της κυρίας Αγγελικής , αποφάσισα απλά να μιμηθώ ότι έκαναν οι άλλοι   και να σπουδάσω Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Λονδίνο, η Λέτα μου έστειλε  ένα mail που περιείχε το σκαναρισμένο απόκομμα μιας εφημερίδας.

ΦΙΛΕΛΛΗΝΑΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΘΥΜΑ ΤΗΣ ΖΕΣΤΗΣ

Πιο κάτω, η είδηση ανέφερε το πλήρες όνομα του κυρίου Τζέιμς, την ιδιότητά του και πως βρέθηκε νεκρός στον προαύλιο χώρο του μουσείου Θηβών μετά από μια ομιλία που είχε δώσει επ΄ αφορμή μιας έκθεσης με θέμα τα γλυπτά της Βοιωτίας. Οι γιατροί είχαν αποδώσει τον θάνατο σε ανακοπή καρδιάς και ο δημοσιογράφος που μετέφερε την είδηση είχε βιαστεί να κατηγορήσει την ζέστη αν και εκείνο το καλοκαίρι δεν έφερνε ούτε  στο ελάχιστο σε σφοδρότητα τους καύσωνες του 1987.  Εγώ πάλι πίστευα πως κάτι άλλο είχε συμβεί.

Εκείνο το μεσημέρι, μετά την διάλεξη, καθώς περιδιάβαινε στον κήπο, ένοιωσε προτού να ακούσει ένα απαλό «φαπ- φαπ» από την ρυθμική κίνηση μιας βεντάλιας, άκουσε προτού να δει τις πτυχώσεις του υφάσματος που διέσχιζε τον αέρα και είδε προτού καλά- κοιτάξει εκείνο που αναζητούσε όλη του την ζωή , να τον βρίσκει. Λίγο πριν κλείσει τα μάτια, η κόρη της Τανάγρας του έδωσε το χέρι της  και τον οδήγησε στον κόσμο που τον περίμενε: στον κόσμο των Ιδεών.

Η εικόνα προέρχεται από την έκθεση με τα κουστούμια της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, στην Εθνική Πινακοθήκη το 2009