Ο  Άρχοντας της Φωτιάς

Στ᾽ αλήθεια πρώτα‒πρώτα το Χάος έγινε. Κι ύστερα
η πλατύστερνη η Γη, η σταθερή πάντοτε έδρα όλων των αθανάτων
που την κορφή κατέχουνε του χιονισμένου Ολύμπου,
και τα ζοφώδη Τάρταρα στο μυχό της γης με τους πλατιούς τους δρόμους.
Αλλά κι ο Έρωτας που ο πιο ωραίος είναι ανάμεσα στους αθάνατους θεούς,
αυτός που παραλύει τα μέλη και όλων των θεών κι ανθρώπων την καρδιά
δαμάζει μες στα στήθη και τη συνετή τους θέληση.

Ησίοδος – Θεογονία στ 116-122

Υπάρχει μια έκφραση που γνωρίζουν όλοι όσοι έχουν βρεθεί σε φυλακή . είτε μπροστά, είτε πίσω από τα κάγκελα.

Όλοι εδώ μέσα είναι αθώοι.

Ω, ναι. Είναι ζήτημα αν ένας στους εκατό εκεί μέσα ομολόγησε ποτέ την ενοχή του. Το «δεν ήμουν εγώ» είναι η πιο δημοφιλής έκφραση μεταξύ των κρατουμένων με δεύτερη την : «έπιασαν λάθος άνθρωπο,   άλλος το έκανε.»

Πάντα υπάρχει ο άλλος. Καταδικασμένοι φονιάδες , ληστές, βιαστές έπεσαν θύματα αυτού του σατανικού «άλλου» που έκανε τη βρωμοδουλειά κι άφησε εκείνους να σαπίσουν πίσω από τα κάγκελα. Αδικία.  Πλεκτάνη. Δικαστική πλάνη.

Δεν ήταν έκπληξη λοιπόν, που  ο μικρός που πιάσαμε με το στουπί και τη βενζίνη στην Μαλακάσα, επέμενε πως  ήταν άλλος αυτός που  έβαζε τις φωτιές. Η έκπληξη , ήρθε μετά, όταν μας είπε την ιστορία του.

Ήμουν αξιωματικός υπηρεσίας εκείνο το βράδυ της Κυριακής που τον φέρανε στο τμήμα.  Ήταν ένα τρελό καλοκαίρι –τρελό με την έννοια που δίνουμε στα όνειρα που μας ξυπνάνε ιδρωμένους το βράδυ. «Είδα ένα τρελό όνειρο» λέμε και έπειτα κουνάμε το κεφάλι μας σαν για  τινάξουμε μακρυά μας την ανάμνησή του. Δυστυχώς δεν μπορούσαμε να κάνουμε το ίδιο  τώρα.  Είχαμε να πάρουμε ρεπό πάνω από είκοσι μέρες και ο αρχηγός ούρλιαζε κάθε μέρα στο τηλέφωνο πως δεν προσπαθούσαμε αρκετά. Εκείνος είχε να πάρει ρεπό πάνω από μήνα. Και με τόσες ανεξέλεγκτες φωτιές που ξέσπαγαν κάθε μέρα , φοβόταν μήπως πάρει μόνιμα ρεπό. Δεν τον  παρεξηγούσα που φώναζε. Εγώ, ωστόσο, έπρεπε να απορροφήσω την ένταση. Γιατί αλλιώς η φωτιά που θα ξέσπαγε στα γραφεία , θα μας έκαιγε όλους.

 Κοίταζα από την τζαμαρία που χώριζε το γραφείο μου από τον υπόλοιπο όροφο, τους άνδρες και τις γυναίκες που έτρεχαν μανιασμένοι πάνω κάτω, μιλούσαν στα τηλέφωνα, έψαχναν στοιχεία σε υπολογιστές , έτρωγαν στα όρθια ένα σάντουιτς παγωμένο από το μηχάνημα. Ακόμα όλα φαίνονταν να κυλούν κανονικά- σε πολύ γρήγορες ταχύτητες, αλλά κανονικά. Έπρεπε ωστόσο να είμαι σε επιφυλακή για εκείνο το σημάδι που θα μου έδειχνε ότι κινδυνεύουμε με εκτροχιασμό- για εκείνο το σημάδι που θα μου έδειχνε ότι θα ξεσπούσε την ένταση ο ένας στον άλλον.  Σκεφτόμουν  ότι ήθελα απελπισμένα ένα καφέ , όταν οι πόρτες του ορόφου άνοιξαν και μέσα μπήκε ο Φώτης μαζί με άλλον έναν από τους καινούριους σέρνοντας μαζί τους  ένα πολύ νέο και πολύ αδύνατο αγόρι με καστανά μαλλιά κομμένα ακανόνιστα λες και το κεφάλι του είχε πέσει στα χέρια ενός τρελού που κρατούσε ψαλίδι. Δεν με ανησύχησε αυτό. Ήταν κάποιο είδος μόδας , όπως και τα τατουάζ  που είχε στα χέρια και στο λαιμό γεμάτα από ακανόνιστα σχήματα. Εκείνο που δεν μου άρεσε ήταν το βλέμμα του που κουνιόταν απότομα πέρα- δώθε χωρίς να εστιάζει κάπου. Κι έπειτα , το ίδιο απότομα έπεφτε και κοιτούσε το πάτωμα.

Ο Φώτης τον έφερε  στο γραφείο μου και του έβγαλε τις χειροπέδες. Τον έβαλε να καθίσει στην καρέκλα απέναντι από την δική μου και έπειτα μου είπε σκύβοντας προς το μέρος μου.

«Θα μπορούσε να είναι γιος μου.» και κούνησε το κεφάλι σαν για να συμφωνήσει με την κουβέντα του.

Τον κοίταξα για λίγο στα μάτια σαν να τον ρωτούσα «αλήθεια τώρα;».  Η φράση που είχε πει , ήταν κάτι σαν κωδικοποιημένο μήνυμα πια μεταξύ μας και σε ελεύθερη απόδοση σήμαινε « Τον συμπάθησα τον παλιομπάσταρδο.» Και είναι αλήθεια πως  ο Φώτης, ένας πενηντάρης ψημένος στο πεζοδρόμιο μπάτσος χωρίς παιδιά, δεν έλεγε το   θα μπορούσε να είναι γιος μου για τον καθένα.  Κούνησα το κεφάλι για να του δείξω ότι καταλάβαινα και ότι είχε έρθει η ώρα των ερωτήσεων.

« Λέει κάτι για έναν άλλον. Εκείνος , λέει, βάζει τις φωτιές. Έναν κοκκινομάλη.» ψιθύρισε ο Φώτης και μου έδωσε έναν φάκελο .

Έκανα έναν μορφασμό και σκέφτηκα πόσο απελπισμένος πρέπει να ήταν για να επινοήσει την ιστορία με τον άλλον –όταν μάλιστα τον είχαν πιάσει με το στουπί και την βενζίνη στα χέρια.

Έκλεισα την πόρτα και κοίταξα τον φάκελο.

Ελευθέριος Τατάκης, ετών 23.

Αναγραφόταν όνομα μητρός, αλλά όχι πατρός. Διεύθυνση : κάπου στην Καισαριανή. Τελειόφοιτος ΤΕΙ.  Είχε συλληφθεί στο παρελθόν ξανά σε μια κατάληψη στα Πατήσια και σε πορείες με επεισόδια στην Πανεπιστημίου πριν τέσσερα χρόνια.

 Έλλειψη πατρός, ήπια αντικοινωνική  συμπεριφορά. Το προφίλ του ταίριαζε σε εκείνο του εμπρηστή. Ίσως όχι στο κυρίαρχο προφίλ- εκείνο του μεσήλικα με μέτρια μόρφωση και κίνητρο το κέρδος – πάντως σε ένα από τα γνωστότερα.

Σήκωσα τα μάτια μου από τον φάκελο και κοίταξα τον νεαρό. Είχε σωριαστεί στην καρέκλα του ανακριτικού γραφείου σαν μαριονέτα που κανείς δεν κουνούσε τα σχοινιά της. Το βλέμμα του ήταν τόσο άδειο και πάντα καρφωμένο στο πάτωμα. Αν δεν ήταν υπό την επίδραση ουσιών, τότε σίγουρα βρισκόταν σε σοκ.

«Κύριε Τατάκη!»

Καμμία αντίδραση.

Φώναξα ξανά το όνομά του , πιο δυνατά αυτή τη φορά. Θα μπορούσα να είχε σκάσει βόμβα δίπλα μας και πάλι εκείνος δεν θα κουνιόταν σπιθαμή. Δοκίμασα αλλιώς.

«Λευτέρη, με ακούς;»

Τα μάτια του άρχισαν να βλεφαρίζουν. Δεν έχασα την ευκαιρία.

« Έχεις καταλάβει γιατί βρίσκεσαι εδώ; Αν επιθυμείς, μπορείς να τηλεφωνήσεις σε δικηγόρο.»

Το βλεφάρισμα είχε σταματήσει και τα σημάδια κατατονίας είχαν επανέλθει.

« ‘Η ίσως αν θέλεις να τηλεφωνήσεις στην μητέρα σου ή στον π α τ έ ρ α σου»

Η φράση μου είχε το αποτέλεσμα που περίμενα και ο νεαρός γύρισε το κεφάλι προς το μέρος μου και με κοίταξε.

«Δεν θέλω κανέναν.» είπε αργά και βούτηξε το κεφάλι του μέσα στις παλάμες του.

«Θέλεις να μου μιλήσεις για τον κοκκινομάλλη;»

Για πρώτη φορά το σώμα του φάνηκε να στηρίζεται στην σπονδυλική του στήλη και σαν να μπήκε πνοή μέσα του, με δύναμη που δεν ήταν εκεί πριν μου είπε: « Δεν θέλεις να ξέρεις για αυτόν.»

«Σου έκανε κακό; Μπορείς να μου μιλήσεις. Δεν θα σε πειράξει κανείς.»

Με κοίταξε σαν να με λυπόταν , έπειτα κούνησε το κεφάλι του αργά.

«Κανείς δεν μπορεί να το υποσχεθεί αυτό.» Σιωπή . «Καλύτερα να το πάρω από την αρχή.» είπε σαν να κατέληγε σε πόρισμα.

«Είχα πάει στην Μαλακάσα. Ναι, με ένα backpack στον ώμο. Ναι, αυτό το backpack περιείχε πράγματα που μπορεί να ανάψουν   ή μπορεί να μην ανάψουν μια φωτιά. Θες την αλήθεια; Και εγώ δεν ξέρω τι ήθελα όταν ξεκίνησα . Ήξερα ότι έπρεπε να κάνω κάτι. Όλα γύρω μου ήταν λάθος. Όλοι εμείς ζούμε σε ένα μεγάλο λάθος. Κανονικά θα έπρεπε να πετάμε με ιπτάμενα αυτοκίνητα στην εποχή μας. Κι αντί για αυτό , ψάχνουμε μια τρύπα ο καθένας να χωθούμε. Κάτι έπρεπε να  κάνω. Κάπως πρέπει να  τελειώνουμε με αυτόν τον κόσμο.»

Σώπασε. Έριξε πάλι το κεφάλι προς τα κάτω και φοβήθηκα ότι θα σταματούσε εκεί. Ανοιγόκλεισε τα χείλη του σαν να έλεγε κάτι μυστικά, σαν να προσευχόταν. Σήκωσε το πρόσωπό του, πήρε βαθειά ανάσα κι άρχισε ξανά.

« Βγήκα από τον αυτοκινητόδρομο γύρω στο μεσημέρι και σταμάτησα λίγο πριν από το μέρος που γινόταν παλιά το Rockwave. Άφησα το αυτοκίνητο και προχώρησα όσο πιο μακρυά  από την Εθνική μπορούσα. Κατηφόριζα προς μια πλαγιά με θάμνους και χαμηλά δέντρα όταν είδα τις φλόγες. Ή τουλάχιστον , φλόγες μου φάνηκαν τότε. Ήταν πίσω από τον κορμό μιας λεύκας. What the fuck , σκέφτηκα ,κάποιος ήρθε πριν από εμένα. Μα σαν πλησίασα την λεύκα, οι φλόγες εξαφανίστηκαν. Να τες ξανά όμως, μετά από λίγο, στην κορυφή ενός άλλου δέντρου κι ύστερα χάθηκαν  ξανά για να εμφανιστούν πίσω μου, έπειτα στο πλάι μου, έπειτα πάλι πίσω. Τι γίνεται εδώ , φώναξα δυνατά, λες και περίμενα κάποιος να μου απαντήσει. Θύμωσα με τον εαυτό μου που είχε φανταστεί πως κάποιος άλλος ήταν μαζί μου εκεί. Και τότε ακριβώς τον είδα.  Είδα τα κόκκινα μαλλιά του ,  οι τούφες τους σηκώνονταν ψηλά από έναν άνεμο που φυσούσε μοναχά εκεί που  εκείνος ήταν. Αυτά είχα περάσει λοιπόν για φλόγες; Κάτω από τα κόκκινα μαλλιά υπήρχε ένα πρόσωπο λευκό και χλωμό σαν το φεγγάρι και δυο μάτια που συνειδητοποίησα ότι δεν άντεχα να κοιτάω για πολύ. Το σώμα του  κάλυπτε μια μαύρη μακρυμάνικη μπλούζα και ένα μαύρο κολλάν που έμοιαζε ισοθερμικό. Μόνο φευγαλέα σκέφτηκα πόσο παράταιρο ήταν το ντύσιμό του, με τόσο αφόρητη ζέστη.  Κάποια στιγμή, βρήκα τη φωνή μου.

Ποιος είσαι εσύ; Τι κάνεις εδώ;

Ο ξένος κάρφωσε αυτά τα μάτια επάνω μου κι εγώ χαμήλωσα τα δικά μου. Ναι, βούιζε το κεφάλι μου όταν κοιτούσα αυτά τα μάτια.

Κάνεις λάθος ερωτήσεις. Μα και να σου απαντούσα δεν θα καταλάβαινες. Γιατί είσαι ανόητος.

Πάνω που αισθάνθηκα το αίμα να μου ανεβαίνει στο κεφάλι από την προσβολή,  άπλωσε την παλάμη του μπροστά και έπειτα την κατέβασε αργά σαν μαέστρος σε ορχήστρα που δίνει την εντολή να χαμηλώσει ο ρυθμός.

Μην θυμώνεις. Άλλωστε δεν με αφορούν οι νοητικές σου ικανότητες. Είπα ότι είσαι ανόητος επειδή σε αυτό τον σάκο έχεις ένα μπουκάλι βενζίνη και στουπί και ήρθες εδώ με αυτά λες και θα ανάψεις ένα μάτσο ξερόκλαδα. Κοίτα γύρω σου. Σου φαίνεται ότι μπορείς να προκαλέσεις πυρκαγιά με αυτά τα παιχνιδάκια; Αλλά ούτε ξέρεις τι θέλεις, ούτε ξέρεις και ποιος είσαι. Καλύτερα να φύγεις. Δεν μπορείς ούτε να συνεισφέρεις ούτε να σταματήσεις αυτό που έχει αρχίσει.

Αν προηγουμένως είχα νοιώσει θυμό όταν με είχε αποκαλέσει ανόητο, τώρα είχα πάθει σοκ. Πώς ήξερε αυτός τι περιείχε ο δικός μου σάκος; Εκείνος έσμιξε τα φρύδια του σαν να προσπαθούσε να καταλάβει κάτι που είχε ειπωθεί σε ξένη γλώσσα. Έπειτα,  απλά, απάντησε στις σκέψεις μου σαν να τις είχα προφέρει δυνατά.

Ξέρω πολύ περισσότερα για εσένα από αυτό. Ξέρω ότι δεν γνώρισες ποτέ τον πατέρα σου και ούτε η μάνα σου δεν ξέρει το όνομά του. Ξέρω ότι σε φωνάζουν « ο χαμένος» γιατί ποτέ δεν μένεις με καμμιά παρέα παρά μόνο εμφανίζεσαι και μετά εξαφανίζεσαι ξανά από τους κύκλους των γνωστών σου. Ξέρω ότι σε έπιασαν πριν δυο χρόνια σε μια κατάληψη μαζί με κάτι άλλους τους οποίους ξέχασες και σε ξέχασαν έκτοτε. Ξέρω ότι εκτονώνεις την δημιουργικότητά σου γράφοντας  συνθήματα σε τοίχους στις συνοικίες του κέντρου της πόλης. Μόνο που τα συνθήματά σου είναι και αυτά ανόητα και αντιγραφές από ανοησίες που έγραψαν άλλοι. Κανένας δεν τα διαβάζει , κανένας δεν σε κυνηγάει επειδή τα έγραψες. Θες ένα σύνθημα; Δοκίμασε να γράψεις αυτό : Ποιο το νυν και ποιο το αιέν του κόσμου; Δοκίμασε και δες αν θα σ’ αφήσουν.

Ποιος είσαι; ψέλλισα και κατάλαβα ότι έτρεμα- παρά την αφόρητη ζέστη.

Στο ξανάπα ,  κάνεις λάθος ερωτήσεις. Το θέμα δεν είναι ποιος είμαι , αλλά τι είμαι. Είμαι αυτό που υπήρξε στην αρχή , πριν εμφανιστεί ο Έρωτας, πριν την νύχτα και πριν από την μέρα. Και είμαι αυτό που έρχεται όταν το σκοτάδι ανατείλει ξανά, όταν ο Έρωτας πεθαίνει.  Ακούστηκε δυνατό το ρουθούνισμά του κι έπειτα άπλωσε την ματιά του τριγύρω σαν να έβλεπε πέρα από τον ορίζοντα.

 Και τώρα είναι ο Καιρός που ο Έρωτας πεθαίνει. Μπορείς να το μυρίσεις στον αέρα.

Μου φάνηκε σαν να ρούφηξε όλον τον αέρα που υπήρχε τριγύρω και εκείνη την στιγμή ένοιωσα πως θα λιποθυμούσα. Δεν μπορεί. ψέλλισα. Δεν μπορεί να μου συμβαίνει εμένα αυτό. Δεν μπορεί. Δεν υπάρχεις.  Είσαι μόνο μέσα στο μυαλό μου.

Κι όμως είπε εκείνος και για πρώτη φορά χαμογέλασε σχεδόν βαριεστημένα.

Με είδαν κι άλλοι πριν από εσένα. Και προσπάθησαν να  σας προειδοποιήσουν.  Έχεις ακούσει για παράδειγμα το τραγουδάκι που λέει Γυρίζοντας ολοένα σε κύκλους που πλαταίνουν/ Το γεράκι δεν μπορεί ν’ ακούσει πια το γερακάρη•/Τα πάντα γίνονται κομμάτια• το κέντρο δεν αντέχει./Ωμή αναρχία λύθηκε στην οικουμένη»  Με κοίταξε περιμένοντας να του απαντήσω. Εγώ παρέμενα κατάπληκτος. Εκείνος συνέχισε :

είκοσι βασανισμένοι αιώνες πετρωμένου ύπνου/ Κεντρίστηκαν από ένα λίκνο λικνισμένο κατά το βραχνά,/Και ποιο ανήμερο θεριό, μια που ήρθε τέλος η ώρα του,/Μουντά βαδίζει για να γεννηθεί προς τη Βηθλεέμ.» Περίμενε πάλι κι έπειτα πρόσθεσε :

Όχι; Κρίμα. Είχε κάνει μεγάλη επιτυχία στον καιρό του.

Δεν είναι δυνατόν. Μου λες ότι είσαι… το πνεύμα του κακού ; είπα χωρίς να πιστεύω κι εγώ τι ξεστόμισα. Αν με ρωτούσες πριν δυο ώρες θα σου έλεγα πως δεν πίστευα στο δίπολο κακό- καλό και πως αυτό ήταν επινόηση της επικρατούσας  θρησκείας. Εκείνη την στιγμή μου φαινόταν πιθανό. Εκείνος με κοίταξε απογοητευμένος.

Σκέφτεσαι λάθος πάλι. Είμαι της Ανάγκης παιδί. Όχι της Κόλασης.

Ανάγκη για τι;

Ανάγκη για συνέχεια. Ανάγκη να κλείσει ένας κύκλος. Να ανοίξει ένας άλλος.

Θυμάμαι ότι έπιασα το κεφάλι μου με τα χέρια μου κι άρχισα να το κουνάω. Δεν είναι δυνατόν μουρμούριζα. Τότε ένοιωσα οξύ πόνο στους ώμους και είδα πως τα χέρια του με είχαν αρπάξει σαν δαγκάνες . Το πρόσωπό του είχε έρθει λίγα εκατοστά από το δικό μου και νοιώθοντας την ανάσα του στα ρουθούνια μου , μου ήρθαν στο νου ναυάγια πλοίων στον βυθό της θάλασσας κι άνθρωποι που η ζωή τους τέλειωσε στο τελευταίο τους ταξίδι και που χώμα της γης δεν τους σκέπασε ποτέ. Δοκίμασα να κλείσω τα μάτια μου σφιχτά και να πάψω να αναπνέω αν ήταν δυνατόν.

Μια φωνή ούρλιαξε μέσα στο μυαλό μου.

ΚΟΙΤΑ.

Τα μάτια μου άνοιξαν παρά τη θέλησή μου και συνάντησαν τα δικά του. Και μες σ’ αυτά τα μάτια είδα.

Είδα μέρη γνωστά αλλά και άγνωστα σε εμένα να χάνονται μέσα στις φλόγες ή να θερίζονται από ανέμους. Είδα αγάλματα να καταβαραθρώνονται και τα συντρίμμια τους να σκορπίζονται στη γη. Είδα ανθρώπους που έδειχναν το φεγγάρι κι έλεγαν πως είναι ο ήλιος, να επιτίθενται με λύσσα σε άλλους ανθρώπους που αναζητούσαν τον ήλιο τον αληθινό. Είδα τους εμπόρους να στήνουν την πραμάτεια τους μέσα σε ναούς και να πουλάνε την λεία τυμβωρύχων. Είδα να ξεσπάει καταιγίδα και χρόνους πολλούς να περνάνε μέσα σε μία ώρα.

Τότε  έκλεισα επιτέλους τα μάτια μου και ούρλιαξα, ούρλιαξα τόσο δυνατά  που οι χορδές μου μάτωσαν.  Ούρλιαξα ώσπου η λαβή στους ώμους μου με άφησε.

Απόμεινα να τρέμω σύγκορμος ενώ δάκρυα καυτά έτρεχαν στα μάγουλά μου . Όταν άνοιξα ξανά τα μάτια  , συνειδητοποίησα ότι  δεν μπορούσα να δω τίποτα. Είχα τυφλωθεί; Ίσως. Εκείνη την στιγμή δεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Σχεδόν αισθανόμουν ανακούφιση που δεν μπορούσα να ξαναδώ εκείνα τα μάτια. Μόνο κάτι ήθελα να μάθω ακόμα.

Αυτά όλα έχουν συμβεί στο παρελθόν ή θα συμβούν στο μέλλον;

Σιωπή. Να είχε φύγει και να με είχε αφήσει; Κι ύστερα, από τα δεξιά μου:

Παρελθόν… Μέλλον… Κάποτε… Ξανά πάλι… Τα έχω δει όλα να γίνονται απ’ την αρχή.

Κι έπειτα, ένας τόνος συμπόνοιας χρωμάτισε τη φωνή του: Ο πόνος παραμένει πάντα ο ίδιος . ο  πόνος και ο φόβος από την πυρκαγιά που φέρνει η Αλλαγή του Χρόνου.

Άπλωσα τα χέρια μου, έτσι τυφλός κι απελπισμένος που ήμουν, να βρω κάπου να πιαστώ, να μην πέσω. Τα χέρια μου ακούμπησαν σ’ ένα κορμό δέντρου. Έκανα να τον αγκαλιάσω για να στηριχτώ επάνω του κι όσο κι αν τέντωνα τα χέρια  μου, την άκρη του δεν την έφτανα.  Περίεργο, θα ορκιζόμουν ότι τέτοιο δέντρο δεν υπήρχε εκεί πριν.

Τι πρέπει εγώ να κάνω; Όλη αυτή η λαίλαπα; Δεν μπορεί να σταματήσει;

Πάλι σιωπή.

Ύστερα, από τ΄ αριστερά μου:

«Εντολή σου αυτός ο κόσμος

Και γραμμένος  μες στα σπλάχνα σου είναι.

Διάβασε και προσπάθησε και πολέμησε.

Ο καθείς και τα όπλα του.

Μάθε βέβαια, πως μάταιες θα είναι οι πράξεις σου. Μα ίσως , όταν ο ήλιος κρατήσει τις αχτίδες του , όταν τα χρόνια τα αδύναμα μέσα στην γάζα παρέλθουν, ίσως τα εγγόνια σου πάρουν ανάσα από τα έργα σου.

Έμπηξα τα νύχια μου στον κορμό του θεόρατου δέντρου που είχα βρει. Δεν καταλάβαινα πια τίποτα. Μου πέρασε μια  σκέψη από το μυαλό πως όλο αυτό ήταν όνειρο. Πως δεν είχα σηκωθεί ποτέ από το κρεβάτι μου σήμερα το πρωί και πως ακόμα κοιμόμουν. Και πως να , σε λίγο θα πεταγόμουν από τον ύπνο, θα τίναζα το κεφάλι μου ν’ αποτινάξω την τρέλα που ονειρεύτηκα. Μα πριν ξυπνήσω , προλάβαινα να ρωτήσω το πλάσμα τούτο που γέννησε το υποσυνείδητό μου, κάτι σημαντικό.

 Όλα θα χαθούν λοιπόν; Τίποτα δεν θα μείνει;

Η φωνή του ακούστηκε να ξεμακραίνει. Τούτη τη φορά , στ’ αλήθεια έφευγε.

Τα αιώνια. ‘Κείνα που πάντα σώζονται στην αστραπή.

Κατάλαβα ότι είχα μείνει μόνος. Γονάτισα στο χώμα με τα χέρια μου ακόμα πιασμένα στον κορμό. Κι ακόμα να ξυπνήσω. Ένοιωθα πως οι δυνάμεις μου τελείωναν και δεν είχα άλλη δύναμη να αναπνέω. Κι ακόμα να ξυπνήσω. Πόση ώρα πέρασε; Δεν κατάλαβα. Ώσπου  χέρια ένοιωσα να με κουνάνε και φωνές άγριες τρύπησαν τ’ αυτιά μου. Κάποιος φώναζε  λόγια που δεν καταλάβαινα.  Όταν ένοιωσα να με σηκώνουν άνοιξα τα μάτια μου. Η όρασή μου είχε επιστρέψει. Είδα τους αστυνομικούς και τα περιπολικά και κάπου  προς τ’ αριστερά μου , καπνό να σηκώνεται.

Να σώσετε αυτό το δέντρο , τους φώναξα. Κι έπειτα ξανά : Να σώσετε αυτό το δέντρο. Κάποιος σταμάτησε και με κοίταξε και κάτι είπε σε έναν άλλον για τοξικολογική εξέταση. Αναζήτησα απελπισμένος  το δέντρο που με είχε κρατήσει και δεν βρήκα τίποτα. Μόνο θάμνους και λεπτές λεύκες τριγύρω. Κάποιοι με σήκωσαν και μ’ έχωσαν σ’ ένα αυτοκίνητο και…κάπως έτσι είμαι τώρα εδώ. Κι ακόμα να ξυπνήσω.»

Ήταν ιδέα μου ή φαινόταν όντως τόσο πιο γερασμένος τώρα που διηγήθηκε την ιστορία του; Δεν ήταν πια το νεαρό αγόρι που είχε μπει πριν μια ώρα στην αίθουσα. Φαινόταν τόσο κουρασμένος, σαν …λοιπόν ναι, σαν να είχαν περάσει χρόνια πολλά σε μια ώρα. Περίεργο, η όψη του μου θύμιζε την εικόνα του προφήτη Δανιήλ από ένα βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης.

«Σας τα είπα πια όλα. Νοιώθω τόσο κουρασμένος. Βάλτε με, σας παρακαλώ, σε ένα κελί, κάπου. Θέλω τόσο να κοιμηθώ. Έναν ύπνο χωρίς όνειρα. Έναν ύπνο χωρίς όνειρα.»

Παρέμεινα σιωπηλός με τα δάχτυλα των χεριών μου πλεγμένα πάνω στο γραφείο.  Έπρεπε, πράγματι, να περιμένω τα αποτελέσματα των τοξικολογικών , αλλά κάτι μου έλεγε ότι θα έβγαιναν καθαρές. Τώρα έπρεπε να αποφασίσω αν ήταν τόσο έξυπνος που μου είχε παρουσιάσει ένα τόσο δυνατό παραμύθι ή αν έχρηζε της γνωμάτευσης ψυχιάτρου. Από την άλλη, δεν μπορούσα να τον κρατήσω για πολύ. Την  φωτιά που είχε ξεσπάσει λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα από το σημείο που τον βρήκαμε δεν την είχε βάλει αυτός. Τα θλιβερά του σύνεργα δεν  θα μπορούσαν , πράγματι, να προκαλέσουν πυρκαγιά εκείνη την ημέρα.  Θυμήθηκα τα λόγια του Φώτη. Θα μπορούσε να είναι γιος μου.

Κάλεσα το εσωτερικό του νούμερο και του ζήτησα να έρθει. Όταν ο Φώτης μπήκε , του ζήτησα να συνοδέψει τον νεαρό σε ένα κρατητήριο.

«Μακριά από τους άλλους» του είπα και ο Φώτης χαμογέλασε.

Σαν έκλεισε η πόρτα παρέμεινα σκεφτικός με τα χέρια πάντα πάνω στο γραφείο. Αποφάσισα ότι χρειαζόμουν βοήθεια. Έπιασα το κινητό μου και βρήκα το τηλέφωνο του παλιού μου καθηγητή. Μπήκα κατευθείαν στο θέμα.

«Πες μου , σου λέει κάτι η φράση Ποιο είναι το νυν και ποιο το αιέν του κόσμου


Η εικόνα : Alexander Cabanel, Fallen Angel, 1868