Τι ζωή έχει ένας άνδρας χωρίς το κεφάλι του ( οποιοδήποτε από τα δύο) και τι αξία χωρίς τη φήμη του;
Θα μπορούσε να είναι ένα ενδιαφέρον θέμα για φιλοσοφική συζήτηση, αλλά για τον Στάθη Παναγιωτόπουλο και για κάθε έναν που βρέθηκε ή θα βρεθεί στη θέση του (γιατί, δυστυχώς, δεν είναι ο πρώτος και δεν θα είναι ο τελευταίος για τον οποίο πέφτουμε από τα σύννεφα) είναι ένα σκληρό μάθημα της ζωής στον κόσμο του διαδικτύου και στον έξω από αυτόν- στον κανονικό .
Βλέπετε, οι άνθρωποι που είχαν την «ατυχία» να γεννηθούν πριν από το Διαφωτισμό είχαν να ανησυχούν για πολλά πράγματα, ένα από αυτά ήταν και για το κεφάλι τους.
Πέρα δηλαδή από τις ένα σωρό αρρώστιες, εξαφανισμένες σήμερα , που ενέσκηπταν στις πολυάριθμες και αμφιβόλου υγιεινής πόλεις κι έτσι και αρρώσταινες δεν υπήρχε νοσοκομείο να σε περιθάλψει ( το πρώτο νοσοκομείο – με την σημερινή έννοια του όρου λειτούργησε μόλις τον 17ο αιώνα στην Δυτική Ευρώπη). Πέρα από τον σκοταδισμό της αμάθειας και του φανατισμού που χαρακτήριζε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, το πιο φοβερό όλων ήταν ο καθόλου εύκολος στόχος του να κρατήσεις το κεφάλι σου στη θέση του και να πεθάνεις από γηρατειά.
Ιδιαίτερα αν ήσουν άνθρωπος ενδιαφέροντος – δηλαδή κάποιος ευγενής με τίτλο, ή κάποιος γαιοκτήμονας με κληρονόμους- κινδύνευες να πέσεις σε δυσμένεια, να χαλάς τα σχέδια για εξουσία κάποιου ή απλά να εποφθαλμιούσαν την θέση και τη δύναμή σου ισχυρότεροι από εσένα αντίπαλοι και τότε…αντίο αγαπημένο κεφάλι. Συχνά δε , η εξουδετέρωση του ενοχλητικού γινόταν με τον ευφάνταστο τρόπο της δημόσιας εκτέλεσης την οποία παρακολουθούσε πλήθος κόσμου διψασμένο για δωρεάν θέαμα.
Ευτυχώς, η εποχή μας διαφέρει πολύ από την προ Διαφωτισμού εποχή.
Σε κάποια σημεία , βέβαια, μοιάζει ανατριχιαστικά πολύ.
Υπάρχει μία πανδημία για την οποία ούτε οι γιατροί φαίνεται να συμφωνούν για την προέλευση και τον ακριβή τρόπο αντιμετώπισης . Αν και υπάρχουν νοσοκομεία, η πρόσβαση σε αυτά – εξαιτίας της διαχείρισης της προαναφερθείσης πανδημίας- μπορεί να είναι ανύπαρκτη.
Παρ’ όλη την εξάλειψη του αναλφαβητισμού, μια επίσκεψη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πείθει και τον πιο καλοπροαίρετο, πως η πλειοψηφία των λογαριασμών (αληθινών και μη) χαρακτηρίζονται από δογματισμό και αλαζονεία για απόψεις ούτε κατ’ ελάχιστο βασισμένες σε πραγματικά στοιχεία.
Τουλάχιστον στο θέμα του προσδόκιμου ζωής, τα πράγματα δεν είναι τόσο τραγικά όσο πριν τον 17ο αιώνα. Το στοίχημα να παραμείνει το κεφάλι σου ενωμένο με το υπόλοιπο σώμα , είναι μια μάλλον ασφαλής επένδυση.
Δεν ισχύει το ίδιο με το όνομα, την φήμη , την επαγγελματική και οικογενειακή σου σταθερότητα και τέλος με την ίδια σου την αξία . Όλα τα παραπάνω είναι εξαιρετικά επισφαλή για όποιον αποτελεί πρόσωπο ενδιαφέροντος και έχει εκτεθεί έστω και ελάχιστο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Το λάθος σχόλιο, tweet, ή post, μπορεί να επιφέρουν την θανατική σου καταδίκη – δηλαδή τη διαγραφή του λογαριασμού σου- σε λίγα λεπτά , μια καταδίκη από την οποία δεν ξέφυγε ούτε ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Και αν πάψεις να υπάρχεις στο διαδίκτυο, παύεις να υπάρχεις και σαν άνθρωπος ενδιαφέροντος.
Αρκεί να θυμηθούμε τις πρόσφατες προεκλογικές περιόδους στη χώρα μας και πόσοι πολιτικοί και των δύο μεγάλων παρατάξεων, αναγκάστηκαν να ανασκευάσουν ή και να διαγράψουν ένα tweet, το οποίο κρίθηκε προσβλητικό, εχθρικό, έως και ρατσιστικό και κατόπιν να προβούν σε δημόσια συγγνώμη.
Το ζητούμενο είναι να μην πιαστείς να βρίσκεσαι με την λάθος πλευρά της Ιστορίας. Τα θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης μονοπωλούν τους κανόνες ευαισθησίας στο τι επιτρέπεται να λέγεται και τι όχι στο διαδίκτυο. Οι – συχνά αυτόκλητοι- θεματοφύλακες των κανόνων αυτών , λειτουργούν σαν τον Μέγα Ιεροεξεταστή των παλαιών χρόνων, εξετάζοντας με ανελέητη σκληρότητα όποιον τύχει να ολισθήσει στην λάθος άποψη ή στην λάθος διατύπωση άποψης.
Αυτό που διαπίστωσε πρόσφατα και ο Στάθης Παναγιωτόπουλος είναι πως ούτε οι Μεγάλοι Ιεροεξεταστές δεν μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς σε τούτο τον νέο κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Αν σήμερα είσαι ανάμεσα σε εκείνους που κρίνουν και καταδικάζουν, σε εκείνους που ορίζουν ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος, μπορεί σε λίγα λεπτά να βρεθείς πεσμένος στα γόνατα. Και όταν πέσεις ποιος θα σε σώσει από το πλήθος που θα συρρέει να δει την εκτέλεσή σου –ευχαριστημένο που τα δικά τους αμαρτήματα είναι ακόμα στη σκιά ενώ το δικό σου φανερώνεται με όλη του τη φρικαλεότητα στο ανελέητο φως των smart phones οθονών;