Πρωτοχρονιά 1992

«Τι συμβαίνει με αυτήν την τηλεόραση;»

«Τι συμβαίνει δηλαδή;» Ο πατέρας μου ακουγόταν στ’ αλήθεια ανήσυχος. Η smart TV 4K ήταν καινούριο απόκτημα και όσο και αν θαύμαζε την πρόοδο της τεχνολογίας, βαθιά μέσα του πίστευε ότι «δεν τα κάνουν ανθεκτικά όπως παλιά».

«Δείχνει τρέιλερ για το Πρωτοχρονιάτικο εορταστικό των Απαράδεκτων , τριάντα χρόνια πριν.»

«Ε όχι και τριάντα χρόνια» ακούστηκε μια φωνή από την κουζίνα.

«Μαμά, δεν θέλω να σε στεναχωρήσω , αλλά το 1991 ήταν ακριβώς  τριάντα χρόνια πριν.»

Η μητέρα μου δεν απάντησε, όπως έκανε συνήθως όταν  δεν ήθελε να παραδεχθεί ότι έκανε λάθος. Συχνότερα ,δε , άλλαζε θέμα.

«Τα παιδιά πότε θα έρθουν Αλεξάνδρα;»

«Σου είπα μητέρα. Ο Παναγιώτης θα περάσει Χριστούγεννα με τον πατέρα του στο Λονδίνο. Ο Γιωργάκης θα είναι μαζί μας. Έχει πάει κινηματογράφο  με έναν φίλο του. Όπου να ‘ναι θα έρθει.»

Η μητέρα μου δεν είπε τίποτα. Ήξερα ότι θα προτιμούσε να είχε και τα δύο  εγγόνια της απόψε στο τραπέζι της Πρωτοχρονιάς. Ιδανικά θα ήθελε να είχα κι έναν σύζυγο δίπλα μου και μια καλύτερη δουλειά, αντάξιά μου, ίσως. Αλλά δεν θα το ομολογούσε ποτέ . Η μαμά , ήταν πάντα η χαμογελαστή οικοδέσποινα που δεν θα άφηνε τίποτα να χαλάσει τη γιορτή της.

Το κουδούνι της εξώπορτας κτύπησε εκείνη την στιγμή και η μητέρα έκλεισε το φούρνο και έτρεξε να ανοίξει.

«Ρε μάνα, για πόσους μαγείρεψες; Οι μυρωδιές φτάνουν μέχρι το κάτω τετράγωνο.»

Ο αδελφός μου έβρισκε κάτι τέτοιο να πει όταν ερχόταν στο πατρικό τέτοιες μέρες. Και πάντα έπιανε. Η μαμά μου χαμογελούσε σαν κοριτσάκι στο πρώτο του κομπλιμέντο και τον αγκάλιαζε με ένα « αχ αγόρι μου» να βγαίνει από το στήθος της.

Παλιά  είχα την υποψία ότι ο Νικηφόρος ήταν ο αγαπημένος της μαμάς. Τώρα πια, απλώς πιστεύω ότι είναι αυτός που τους απογοήτευσε λιγότερο. Μπορεί να μην έγινε ζωγράφος και να βρήκε δουλειά στη διαφήμιση και αργότερα στο ψηφιακό marketing , αλλά , σε γενικές γραμμές μπορούσες να πεις ότι τα είχε καταφέρει στη ζωή του. Είχε υπάρξει και μεγάλος γυναικοκατακτητής πριν παντρευτεί την Νίνα. Μα όλη αυτή η επιπολαιότητα που τον χαρακτήριζε χάθηκε μόλις παντρεύτηκαν- όπως χάθηκε και  ο αυθορμητισμός του. Ίσως έφταιγε που δεν είχαν καταφέρει να κάνουν παιδί- ίσως η ήδη μελαγχολική φύση της Νίνας. Να την τώρα δίπλα του με εκείνο το μικρό χαμόγελο κάτω από τα  βαθειά μαύρα μάτια της. Η Νίνα σου δίνει την εντύπωση πριγκίπισσας που ζητάει να σωθεί . Κι  ο αδερφός μου έλαχε να είναι ο ιππότης που ανέλαβε το δύσκολο έργο.

Εκείνη με χαιρετάει με μια χαλαρή αγκαλιά , ο αδελφός μου με ένα κλείσιμο του ματιού. Με ρωτάει πως πάει η δουλειά. Του απαντώ «Σκατά!» Μου λέει «όπως συνήθως δηλαδή» κι εγώ του επιστρέφω ένα μισό χαμόγελο.

«Ξέρεις , Αλεξάνδρα, έπρεπε να έχεις γίνει δασκάλα. Είσαι καλή με τα παιδιά. Για επιχειρήσεις δεν κάνεις.»

Δεν μου άρεσε αυτή η κουβέντα – πώς έπρεπε να έχω πάρει τη ζωή μου. Μου δημιουργούσε εκνευρισμό. Γύρισα στην Νίνα .

«Πώς είσαι καλή μου;»

 Η Νίνα απάντησε «καλά» και κάθισε σε μια καρέκλα αρκετά μακρυά μου για να συνεχίσω την συζήτηση.  Τέλεια  θα περάσουμε απόψε σκέφτηκα και κοίταξα το ρολόι μου να δω αν θα αργούσε ακόμα ο Γιωργάκης. 15 χρονών  το παλικάρι μου φέτος και όλοι ακόμα Γιωργάκη τον φωνάζαμε. Και το περίεργο είναι πως δεν φαινόταν να τον πειράζει καθόλου. Ούτε τον πείραζε να περνάει το χρόνο του με εμάς τους μεγάλους. Το πιο μεγάλο χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό μου καθώς μου ήρθε στο μυαλό ο μικρότερος γιός μου.

«Μην μου πείτε πως δεν θα είναι τα ανίψια μου εδώ απόψε λόγω αυτής της ανοησίας που είπαν οι «ειδικοί»- ότι συστήνεται οι νέοι να αποφεύγουν τους ηλικιωμένους αυτές τις γιορτές εξαιτίας της μετάλλαξης όμικρον ; Και καθόμαστε και τους ακούμε ρε μαλάκα μου αντί να τους κόψουμε το λαρύγγι». Ο αδελφός μου είχε καταφέρει να εκνευριστεί για τα καλά μιλώντας μόνο με τον εαυτό του. Του έκανα νόημα να ηρεμήσει αλλά δεν μου έδινε σημασία.  ‘Ώρες ήταν να τσακωθούμε και για τον κορωνοϊό. Πώς είχαμε γίνει έτσι ρε γαμώτο. Γύρισα προς την τηλεόραση.

«Σοβαρά τώρα, τι συμβαίνει με αυτήν την τηλεόραση;» είπα και σηκώθηκα από την θέση μου. Πλησίασα την -απολύτως τεράστια και αταίριαστα  μοντέρνα για το καθιστικό του πατρικού μου- τηλεόραση που φαινόταν να χάνει το σήμα της. Και πάνω που άρχιζε το εορταστικό των Απαράδεκτων.

«Τι έπαθε;» Ο πατέρας μου είχε έρθει δίπλα μου και κοιτούσε προβληματισμένος την εικόνα στην οθόνη που ολοένα και χάλαγε. «Μήπως χάθηκε το σήμα;»

Έσκυψα στο πίσω μέρος της τηλεόρασης αναζητώντας με τα χέρια μου το καλώδιο της κεραίας. Δεν ήταν εύκολη δουλειά. Φαινόταν σαν εκατοντάδες καλώδια να περνούσαν πίσω από την οθόνη καλώδια που ξεκινούσαν από το άγνωστο και κατέληγαν ποιος ξέρει που. Έπιασα ένα και αποφάσισα να το τραβήξω τυχαία, μήπως σταθώ τυχερή. Και τότε ένοιωσα την παλάμη μου να μαγκώνει και να μην μπορεί να ξανανοίξει ενώ σπασμοί κατέκλυσαν το σώμα μου. Προσπάθησα να φωνάξω αλλά δεν μπορούσα.

«Χριστέ μου! Την χτύπησε το ρεύμα!»

«Αλεξάνδρα! Είσαι καλά;»

« Κάντε κάτι καλέ.»

Φωνές γεμάτες ένταση και φόβο μπερδεύονταν γύρω μου. Ήθελα να μιλήσω , να τους πω πως ήμουν καλά αλλά δεν όριζα το στόμα μου, δεν όριζα τη φωνή μου. Κάποιος με έσπρωξε απότομα και βρέθηκα πάνω στο χαλί. Ένοιωθα πως είχαν σκύψει όλοι από πάνω μου , αλλά δεν μπορούσα να ξεχωρίσω κανένα πρόσωπο. Δεν μπορούσα καν να κρατήσω τα βλέφαρά μου ανοιχτά.

Μόνο όταν άκουσα ανάμεσα στις άλλες μια φωνή με το γνωστό φάλτσο της εφηβείας, πίεσα τον εαυτό μου να συνέλθει. Ο γιος μου! Πότε ήρθε;

«Γιωργάκη μου!» ψέλλισα ανοίγοντας τα μάτια μου.

«Ποιος Γιωργάκης μωρή βλαμμένη, ο αδερφός σου είμαι! Άκου εκεί Γιωργάκης! Μαμά, η κόρη σου συνήλθε και ονειρεύεται κάποιον Γιώργο.»

Άνοιξα τα μάτια  μου και τα έτριψα με τα δάχτυλά μου. Ένα νεαρό αγόρι στεκόταν πάνω μου αλλά δεν ήταν ο γιος μου. Ήταν…

«Αφήστε το κορίτσι να πάρει ανάσα. Τι στέκεστε όλοι από πάνω του;»

Το αγόρι απομακρύνθηκε και στη θέση του εμφανίστηκε ο πατέρας μου.

«Τι έπαθε το κορίτσι μου; Το έχω πει εγώ στην μάνα σου ότι θέλει άλλαγμα αυτή η τηλεόραση. Όλο κάτι παθαίνει.»

«Όχι και άλλαγμα βρε μπαμπά καινούρια τηλεόραση.»  Έσπρωξα τους αγκώνες μου και σηκώθηκα κοιτάζοντας προς την τηλεόραση. Τι ήταν πάλι αυτό; Η Samsung 4K smart  έλειπε και στη θέση της υπήρχε μια tube  Grundig , το πολύ 25΄΄. Κάτι δεν πήγαινε καλά εδώ και ένοιωθα την ζαλάδα μου μετά το ηλεκτροσόκ να επιστρέφει.

«Αν είσαι καλύτερα Αλεξάνδρα μου , πήγαινε να μαζέψεις το γραφείο σου. Θα έρθουν επισκέψεις σε  λίγο και ακόμα είναι «Ανάστα ο Κύριος» εκεί μέσα.» Η φωνή της μητέρας ήταν πάντα το ίδιο γλυκιά αλλά και επιτακτική, ωστόσο φαινόταν να βγαίνει από μια πολύ νεότερη έκδοση του εαυτού της – μια έκδοση με βάτες , παγιέτες και περμανάντ.

Σηκώθηκα τρεκλίζοντας μα πριν κάνω δυο βήματα, σταμάτησα στον μεγάλο καθρέφτη  στο χωλ και έριξα μια ματιά στο είδωλό μου. Κανονικά η έκπληξη από αυτό που αντίκρυσα θα πρέπει να με είχε ξαναρίξει στο πάτωμα , όπως το ηλεκτροσόκ πριν λίγο, αλλά κατάφερα παρ’ όλα αυτά να σταθώ. Μια καχεκτική  έφηβη με προβλήματα ακμής που προσπαθούσαν να κρυφτούν πίσω από τα τσουλούφια που έπεφταν στο πρόσωπό της, μου ανταπέδιδε το βλέμμα.

Ώστε έτσι είναι όταν πεθαίνεις.

Είχα πια τη βεβαιότητα ότι το ρεύμα που διέτρεξε το σώμα μου, πρωτύτερα,  είχε προκαλέσει τον θάνατό μου. Και η σκέψη ότι είχα πεθάνει δεν μου προκαλούσε κανένα συναίσθημα , ούτε πόνο, ούτε φόβο- ακριβώς όπως έλεγαν τα βιβλία πως θα είναι. Και ακριβώς όπως έλεγαν τα βιβλία, μόλις πεθάνεις η ζωή σου περνάει από τα μάτια σου. Ίσως σε κάποιους σταθμούς κάθεσαι λίγο περισσότερο. Όπως εγώ τώρα, που είχα κολλήσει στο..

«Υποδεχθείτε το 1992 με τους ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥΣ στο MEGA.Μαζί τους οι Ελευθερία Αρβανιτάκη, Οπισθοδρομική Κομπανία, Βασίλης Παπακωνσταντίνου..»

Το σήμα είχε επανέλθει στην τηλεόραση και η φωνή από το τρέιλερ του Mega αντηχούσε στο σαλόνι.

«Έλα, χαμηλώστε την τηλεόραση και βάλτε μουσική. Δεν θα βλέπουμε το χαζοκούτι τέτοια μέρα.» Η μαμά μου έδινε παραγγέλματα ενώ φούρνιζε και ξεφούρνιζε φαγητά στην κουζίνα. Πόσα χρόνια είχα να δω την μάνα μου με τόση ενέργεια; Πως είχαν αλλάξει τόσο τα πράγματα;

Στο δωμάτιο που εγώ και ο αδερφός μου είχαμε τα γραφεία μας και αργότερα η μητέρα μου το έκανε  ξενώνα, τα πάντα ήταν στη θέση τους. Στα ράφια τα βιβλία του σχολείου και του φροντιστηρίου, οι εγκυκλοπαίδειες ΔΟΜΗ, ΥΔΡΙΑ και  το λεξικό του Ελευθερουδάκη. Τα βιβλία των αγγλικών και των γαλλικών ήταν στα ψηλότερα ράφια, σημάδι ότι είχαμε τελειώσει με τις ξένες γλώσσες και τα πτυχία τους και είχαμε ρίξει το βάρος μας στο να περάσουμε στο πανεπιστήμιο.  Στο γραφείο μου γινόταν στ’ αλήθεια χαμός.  Έσκυψα αργά και παρατήρησα το ψηφιδωτό των βιβλίων στην επιφάνειά του, με δέος και ένταση που μόνο ένας αρχαιολόγος ή κάποιος που του ζητάνε να αναγνωρίσει πτώμα στο νεκροτομείο γνωρίζουν.

Μαθηματικά Δ Δέσμης, μαζί με  τα αντίστοιχα βιβλία του φροντιστηρίου καθώς και τετράδια, κόλλες Α4 με σημειώσεις και στυλό κάλυπταν όλη την γυάλινη επιφάνεια του γραφείου. Πήρα στα χέρια μου την κόλλα που βρισκόταν στην κορυφή του σωρού και διάβασα την διατύπωση ενός προβλήματος άλγεβρας και την λύση από κάτω.

«Ω Θεέ μου! Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ζητούσε η άσκηση καν. Κι όμως : από κάτω υπήρχε η λύση της σε πλήρη ανάπτυξη. Και το είχα καταφέρει εγώ, στ’ αλήθεια εγώ, τριάντα χρόνια πριν! Πρώτη φορά στη ζωή μου, ένοιωθα θαυμασμό για τον εαυτό μου- έστω για τον  δεκαφτάχρονο εαυτό μου .  

Μάζεψα με αργές κινήσεις , σχεδόν σαν να άγγιζα ιερά σκεύη τα βιβλία (βιβλία μου στην πραγματικότητα- αλλά ποια ήταν η πραγματικότητα;). Ανάμεσα στα βιβλία βρισκόταν μια TDK κασέτα που στο  έγραφε με μαύρο μαρκαδόρο NEVERMIND. Αναζήτησα με τα μάτια μου το κασετόφωνο και το βρήκα ακριβώς εκεί που περίμενα να είναι, ανάμεσα στο γραφείο μου και σε εκείνο του Νικηφόρου . Έβαλα την κασέτα και πάτησα το play. Ακούγοντας το  Smells Like Teen Spirit , μου ξέφυγε ένα «ουάου»  ακριβώς όπως όταν το είχα πρωτακούσει   το 1991  που το έπαιξε το Mtv.

Υπό τους ήχους των Nirvana, τα μάτια μου πλανήθηκαν στον χώρο με αυτό το συναίσθημα που μάλλον είναι κοινό σε όσους περνά η ζωή τους από τα μάτια τους μπροστά : νοσταλγία

Το γραφείο του αδελφού μου ήταν ορισμός ευταξίας σε σχέση με το δικό μου. Και να φανταστείς ότι αυτός ήταν η καλλιτεχνική φύση της οικογένειας. Τα πινέλα του , τα κάρβουνα και οι τέμπερες, όλα μαζεμένα στα κουτιά τους , το ίδιο και τα μπλοκ ακουαρέλας και οι κόλλες Canson. Να και η δοκιμή του αδελφού μου πάνω στην Δελφική Σύβιλλα του Μικελάντζελο. Τον θυμάμαι αυτόν τον πίνακα. Τον είχε για χρόνια η μητέρα μου στο σαλόνι κρεμασμένο μέχρι που της ζήτησε ο Νικηφόρος να τον κρύψει. Ήταν όταν ανέλαβε τις διαφημίσεις εκείνης της τράπεζας. Από εκεί και πέρα οι δρόμοι του ζωγράφου και του διαφημιστή χώρισαν για πάντα.

«Πώς είναι η μελλοντική οικονομολόγος μας;»

Ο πατέρας μου εμφανίστηκε στην άκρη της πόρτας με το μεγάλο γιορτινό χαμόγελο στο πρόσωπό του. Του χαμογέλασα κι εγώ κι έπειτα στράφηκα να κοιτάξω τα βιβλία μου, τις ασκήσεις που είχα λύσει κι εκείνες που με περίμεναν να τις λύσω στο μέλλον. Μου φαινόταν τώρα πως τούτες εδώ, οι ασκήσεις στο χαρτί, ήταν οι τελευταίες που έλυσα σωστά στη ζωή μου.

Γύρισα προς τον πατέρα μου. Μια σκέψη είχε αστράψει στο μυαλό μου.

 «Ξέρεις μπαμπά» είπα πιάνοντας τον πατέρα μου από το μπράτσο. «Αποφάσισα να αλλάξω κατεύθυνση : Να  δώσω για Φιλοσοφική!»

Γούρλωσε τα μάτια του και γύρισε να με κοιτάξει.

«Τι λες παιδάκι μου; Μήπως όντως σε χτύπησε πολύ το ρεύμα; Να φωνάξουμε ένα γιατρό!»   Αυθόρμητα ξέσπασα σε γέλια που αντί να ηρεμήσουν τον πατέρα μου, τον ανησύχησαν περισσότερο.

«Στ’ αλήθεια μπαμπά, δεν έχω τίποτα, είμαι μια χαρά. Αλλά δεν θα το ξαναπεράσω από την αρχή. Την ΑΣΟΕΕ την  τέλειωσα , καιρός να δοκιμάσω κάτι άλλο στη ζωή μου.»

«Με  πειράζεις , έτσι δεν είναι; Έπρεπε να το καταλάβω. Εφηβικά ξεσπάσματα. Έλα, έλα στο σαλόνι. Έχουν έρθει οι θείοι σου.»

Το καθιστικό μας είχε γεμίσει καπνό και ομιλίες. Οι θείοι μου είχαν ήδη σερβιριστεί  ποτό στα καλά ποτήρια της μαμάς, εκείνα που φυλούσε στην βιτρίνα για τέτοιες περιστάσεις. Οι γυναίκες τους είχαν καθίσει στον καναπέ και συζητούσαν χαμηλόφωνα. Αντίθετα, ο θείος Νικόλας και ο θείος Ανδρέας είχαν παρασυρθεί από το πάθος της συζήτησης.

«Η χρονιά αυτή που έρχεται θα είναι ορόσημο και θυμηθείτε τα λόγια μου. Ενωμένη Ευρώπη, καταλαβαίνετε; Σε δέκα – είκοσι χρόνια θα είναι το αντίπαλο δέος της Αμερικής. Κοινοπολιτεία αυτοί; Κοινοπολιτεία και εμείς. Κοινό νόμισμα αυτοί; Κοινό νόμισμα κι εμείς. Θα τους κοιτάμε στα ίσια. Θα είμαστε υπερδύναμη κι εμείς. Δεν θα λέμε πια Ελλάδα, θα λέμε Ευρώπη. Άλλο πράγμα!»

«Μην αιθεροβατείς καημένε Ανδρέα. Εδώ διαλύεται κοτζάμ Σοβιετική Ένωση. Το περίμενες εσύ αυτό; Δεν θα υπάρχει πια ανάχωμα στις απαιτήσεις των Αμερικάνων. Δεν είδες τι γίνεται στη Γιουγκοσλαβία; Πρώτα πόλεμος της Σλοβενίας . Μετά πόλεμος της Κροατίας. Ποιοι νομίζεις ότι κινούν τα νήματα; Οι Αμερικάνοι. Ποια Ευρώπη μου λες εσύ τώρα.»

«Να σας πω κάτι απίστευτο που διάβασα εγώ;» τους διέκοψε ο πατέρας μου που διαισθανόταν τον καβγά να ξεσπάει.

» Στην Αμερική λέει , θα επεκτείνουν την χρήση ενός στρατιωτικού δικτύου για την μεταφορά πληροφοριών που βασίζεται σε τηλεφωνικές γραμμές. Ονομάζεται ARPANET ή κάπως έτσι και θα μπορείς λέει να μεταφέρεις από το ένα μέρος του κόσμου σε ένα άλλο, ένα μήνυμα, ως και ένα ολόκληρο έγγραφο μέσα σε λίγα λεπτά. Από την οθόνη ενός υπολογιστή στο Σικάγο ας πούμε, θα εμφανίζεται στην οθόνη ενός υπολογιστή στο Παρίσι. Θα μπορούν να επικοινωνούν άνθρωποι σε όλο τον κόσμο στέλνοντας πληροφορίες ο ένας στον άλλον.»

«Καλό ακούγεται αλλά τι  άλλο θα κάνει εκτός από το να κόψει τη δουλειά στα ταχυδρομεία;» ρώτησε χαμογελώντας η μητέρα μου σερβίροντας ποτό στους επισκέπτες.

Ένοιωσα το κεφάλι μου να μουδιάζει από όλες αυτές τις προοπτικές για το μέλλον που ξεπεράστηκαν από το ίδιο το μέλλον. Κοίταξα τον μόνο που δεν συμμετείχε σε καμμία συζήτηση, τον αδελφό μου , που είχε αράξει σε μια πολυθρόνα παρέα με ένα από εκείνα τα κόμικ που αγόραζε από το Solaris στα Εξάρχεια. Ίσως εκείνος να ήταν ο μόνος που να μπορούσε να μαντέψει σωστότερα το μέλλον μας σαν μια παγκόσμια δυστοπία επιστημονικής φαντασίας με έναν τρομακτικό ιό και την ανθρωπότητα σε παράνοια.

Το κουδούνι χτύπησε και  σαν άνοιξε η πόρτα, άκουσα δυο φωνές που είχα τόσα μα τόσα χρόνια να ακούσω.

«Παππού; Γιαγιά;»

Παραμέρισα όσους ήταν μπροστά μου και έτρεξα προς την πόρτα. Όταν έφτασα, τα μάτια μου είχαν γεμίσει δάκρυα και δεν έβλεπα πια. Ρίχτηκα στην αγκαλιά τους και τότε μόνο τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μάγουλά μου.

«Τι έπαθε το παιδί; Τι έχει και κλαίει; Ποιος το πείραξε;»  Η αγκαλιά της γιαγιάς μύριζε Fleurs d’ Orlane- μόνο εκείνη φορούσε αυτό το άρωμα- κι εγώ ήθελα τόσα να της πω, να της πω ποιος με πείραξε – η ενήλικη ζωή, οι λάθος επιλογές, εγώ η ίδια- αλλά δεν μίλησα . Έμεινα μόνο στην αγκαλιά της και μύριζα εκείνο το αγαπημένο και ξεχασμένο Fleurs d’ Orlane.

Η μάνα μου της έκανε νόημα ότι δεν ήταν τίποτα και πως  θα της εξηγούσε μετά και μας πέρασε σπρώχνοντας ελαφρά στο σαλόνι.

«Το παιδί θα καθίσει κοντά μας « είπε ο παππούς δείχνοντας εμένα. Σκούπισα τα δάκρυά μου και χαμογέλασα γιατί θυμήθηκα ότι κανείς δεν τολμούσε να φέρει αντίρρηση στον παππού.

‘Όταν η κουβέντα ξαναπιάστηκε – γύρω από την κυβέρνηση Μητσοτάκη αυτή τη φορά- τράβηξα το μανίκι του παππού κι εκείνος έσκυψε προς το μέρος μου.

«Παππού… αν το μέλλον δεν είναι καθόλου όπως το φανταζόμαστε; Αν μας βρει τελείως απροετοίμαστους; Αν στην τελική δεν γίνουμε αυτό που οι άλλοι περίμεναν από εμάς;»

«Αλεξάνδρα, πώς σου ήρθαν όλα αυτά; Μήπως έχεις αγχωθεί υπέρ του δέοντος παιδί μου;»

«Πες μου σε παρακαλώ παππού. Θέλω να ξέρω.»

Ο παππούς γύρισε και κοίταξε τους άλλους στο τραπέζι και βεβαιώθηκε ότι κανένας δεν μας παρακολουθούσε.  Σκούπισε ελαφρά με την πετσέτα το στόμα του και το παχύ μουστάκι του και στράφηκε προς το μέρος μου.

«Λοιπόν , το μέλλον, όπως και το παρελθόν είναι ένα πολύ υποκειμενικό πράγμα. Όταν φθάσει, παύει να είναι μέλλον και είναι παρόν. Και είναι καλύτερα να εξετάζεις το παρόν από μία κάποια απόσταση ασφαλείας : όχι όταν τα γεγονότα βράζουν αλλά λίγο αργότερα. Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται , ούτε όπως τα διαβάζεις στα βιβλία. Πάρε για παράδειγμα εμάς. Οι περισσότεροι της γενιάς μου αναπολούν τις μέρες του ‘40 σαν τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους. Όλο για αυτά μιλάμε. Οι μεγαλύτερες κακουχίες στις αναμνήσεις μας έχουν γίνει θαυμαστές διηγήσεις. Το μέλλον  μας ξεπέρασε; Ίσως. Σταθήκαμε άξιοι; Θα το πει η ιστορία αυτό. Αλλά νομίζω πως ναι.  Όσο για το αν θα γίνεις αυτό που περιμένουν οι άλλοι από εσένα…» Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δικό μου.

«Έχεις ήδη γίνει Αλεξάνδρα μου. Είσαι διαμάντι. Και στις λάσπες να πέσεις, διαμάντι θα παραμείνεις. Να το θυμάσαι αυτό.»

Πήρα βαθειά ανάσα και έσφιξα το χέρι του παππού μου.

«Μακάρι να είχα περάσει περισσότερο χρόνο κουβεντιάζοντας μαζί σου παππού.» Και τότε εκείνος έκανε κάτι που δεν είχε ξανακάνει , κάτι που γενικά  οι άνδρες στην οικογένεια μας απέφευγαν: άνοιξε τα χέρια του και με έκλεισε στην αγκαλιά του.

«Όλα θα πάνε καλά Αλεξάνδρα μου. Όλα θα πάνε καλά.»

Οι φωνές των άλλων γύρω στο τραπέζι είχαν εξαφανιστεί κι εγώ έκλεισα τα μάτια  και επαναλάμβανα σιωπηλά την πρόβλεψη του παππού.

Όλα θα πάνε καλά.

«Μαμά; Μαμά;  Είσαι καλά;»

Άνοιξα τα μάτια μου και συνειδητοποίησα ότι ήμουν ξαπλωμένη στον καναπέ του πατρικού μου ενώ γύρω μου ανήσυχα πρόσωπα με κοιτούσαν.

«Ρε μαμά, βάλθηκες να μας τρομάξεις Πρωτοχρονιάτικα; Τι έγινε;»

«Γιωργάκη!»

Τινάχθηκα επάνω και πήρα αγκαλιά τον γιό μου. Γύρισα προς τους υπόλοιπους και τους χάρισα το πιο αληθινό μου χαμόγελο.

«Εντάξει είμαι. Όλα καλά.»

Ο Νικηφόρος με βοήθησε να σηκωθώ από τον καναπέ.

«Ευτυχώς ρε Αλεξάνδρα που συνήλθες. Δεν θα τολμούσα να μπω στο 2022 χωρίς εσένα. Από ότι λένε θα είναι χειρότερο από το ΄21.»

«Όλα θα πάνε καλά μικρέ. Είμαστε διαμάντια, μην το ξεχνάς.»

Ο Νικηφόρος γέλασε . « Ο παππούς το έλεγε αυτό. Θυμάσαι;»

«Αλήθεια;» του απάντησα. «Όχι δεν το θυμόμουν.» Τον έπιασα αγκαζέ και κατευθυνθήκαμε προς το τραπέζι.  Στην τηλεόραση ο Βλάσσης, η Δήμητρα , ο Γιάννης, ο Σπύρος και το αστροπελέκι ετοιμάζονταν να υποδεχθούν το 1992. Τους έκλεισα το μάτι.

Όλα θα πήγαιναν καλά.