Άνω ποταμών ιερών χωρούσι παγαί Και δίκα και πάντα πάλιν στρέφεται
Αυτό το «άνω ποταμών» από το Α’ Στάσιμο του Χορού στην Μήδεια του Ευριπίδη γρατζουνάει τα αυτιά του υποψιασμένου θεατή, κάνει τις τρίχες στην πλάτη του να ανασηκωθούν και τον προετοιμάζει για τα όσα ανήκουστα και φρικτά θα ακολουθήσουν σαν φτάσει η τραγωδία στο έκτο της επεισόδιο. Και ήταν τέτοια η δύναμη αυτού του «άνω ποταμών» που έφτασε ως τις ημέρες μας να περιγράφει αυτό που δεν περιγράφεται αλλιώς, αυτό που δεν στέκεται στο μυαλό μας χωρίς να το ταράξει, αυτό που δεν μπορούμε καν να προφέρουμε.
Η παιδοκτονία είναι ακόμα και σαν έννοια, αβάσταχτη στο μυαλό, γιατί δεν αντιτίθεται μόνο στους ηθικούς νόμους ως δολοφονία ανθρώπου, αλλά και στους νόμους της φύσης ως ακύρωση της διαιώνισης των ίδιων γονιδίων- έναν νόμο που ακολουθούν όλα τα πλάσματα στη γη, ζώα και φυτά.
Στη βιβλιογραφία[i], στους δράστες μιας παιδοκτονίας είναι συχνότερα ένας από τους γονείς του παιδιού και οι πιθανότητες να είναι η μητέρα ή ο πατέρας είναι σχεδόν 50-50. Οι περισσότερες δολοφονίες παιδιών αφορούν βρεφοκτονίες. Οι εγκυμοσύνες εκτός γάμου, το πολύ νεαρό της ηλικίας της μητέρας ακόμα και η περίπτωση γέννησης τέκνου με σοβαρά προβλήματα υγείας φαίνεται ότι παίζουν σημαντικό ρόλο. Ακόμα, σε όλους τους ανθρώπινους πολιτισμούς, η πιθανότητα φόνου σε απόγονο ηλικίας μεγαλύτερης της νηπιακής , φθίνει καθώς η ηλικία αυξάνεται. Η βρεφοκτονία μπορεί να είναι η έσχατη λύση νεαρών γυναικών που θέλουν να ζήσουν οι ίδιες αλλά δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα με ένα παιδί τη δεδομένη στιγμή, ενώ οι μητέρες που σκοτώνουν μεγαλύτερα παιδιά , βρίσκονται συχνά σε διαφορετικό στάδιο κατάθλιψης και είναι αυτοκτονικές. Αφήνουν συχνά μηνύματα πίσω τους στα οποία παρουσιάζουν τον φόνο τους ως πράξη αγάπης : έχοντας αποφασίσει ότι η ζωή είναι μια αβάσταχτη δοκιμασία , αποφασίζουν να γλιτώσουν τα παιδιά τους από ένα τέτοιο βασανιστήριο .
Από τα παραπάνω καταλαβαίνουμε ότι η παιδοκτονία – σε σύγκριση με την βρεφοκτονία- είναι σπανιότερη και ακόμα πιο σπάνια είναι η περίπτωση η μητέρα-δράστης να μην είναι καταθλιπτική και να προσπαθεί να καλύψει τα ίχνη της και να συνεχίσει αμέριμνη τη ζωή της. Και είναι η σπανιότητα αυτής της περίπτωσης που την κάνει ακόμα πιο αποτρόπαια από τις άλλες.
Τι μπορεί να είναι αυτό λοιπόν που κάνει έναν άνθρωπο να δρα εναντίον της ηθικής , της λογικής και της φύσης; Ποια δύναμη του δίνει τέτοια δύναμη; Σαν ένα έγκλημα τέτοιο μαθευτεί, αναζητούμε την εικόνα του δράστη, ψάχνουμε να βρούμε κάτι στο πρόσωπο, στα μάτια , στη φωνή του, κάτι που να μας πείσει πως δεν πρόκειται για άνθρωπο, δεν πρόκειται για έναν από εμάς. Κάποιοι ειδικοί τότε βρίσκονται να πουν για το «άψυχο» βλέμμα για την απουσία χρώματος στη φωνή, για την απάθεια που κρύβει η στάση του σώματος. Κι εμείς πασχίζουμε να δούμε όσα εκείνοι βλέπουν γιατί, αλίμονο, αλλιώς ο απόλυτος εχθρός του ανθρώπου θα μπορούσε να κρύβεται σε οποιονδήποτε γύρω μας. Σε εμάς τους ίδιους ακόμα.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους που εμφανίζονται φαινόμενα «λαϊκής οργής» και απόπειρες αυτοδικίας εν ονόματι του όχλου, μόλις το φως της δημοσιότητας πέσει πάνω σε τέτοια εγκλήματα. Τέτοιου είδους κακό πρέπει να ξεριζωθεί ολόκληρο μαζί με τις παραφυάδες του, για να ησυχάσει η ψυχή της πόλης, η ψυχή της κοινότητας. Είναι όμως κάτι ακόμα που κάνει τον όχλο να ξεσηκώνεται με φρενίτιδα με σκοπό να αφανίσει τους υπαίτιους του κακού- κάτι που έχει ρίζες πανάρχαιες και είναι κοινό σε όλους τους πολιτισμούς απ’ άκρη σ’ άκρη της γης.
Όταν το χέρι στην κούνια –που κανονικά θα έπρεπε να είναι αυτό που κινεί τον κόσμο- σκοτώνει την ελπίδα του κόσμου, τότε σίγουρα οι θεοί μας έχουν ξεγράψει. Κάτι ξεσήκωσε την οργή τους και αυτό το κάτι πρέπει να αφανιστεί. Στο πρόσωπο του παιδοκτόνου συγκεντρώνονται όλες οι ενοχές για όλα τα κακά που μας έχουν βρει. Μια παιδοκτονία το 2022, συγκεντρώνει το μίασμα για όλα τα δαιμονικά που έπεσαν πάνω μας, απανωτά, τα τελευταία χρόνια : παγκόσμια οικονομική κρίση, μνημόνια, πτώχευση, πανδημία, κατακόρυφη αύξηση του κόστους ενέργειας, πόλεμος, ξέφρενη αύξηση του πληθωρισμού , πιθανή έλλειψη αγαθών στο άμεσο μέλλον.
Η οργή του όχλου κάποτε θα καταλαγιάσει και η μνήμη των γεγονότων ίσως ασθενήσει μα το ερώτημα θα μένει αναπάντητο, όπως πρώτα ακούστηκε από τα χείλη του Ιάσωνα σαν αντίκρυσε την μάνα μαζί και φόνισσα των παιδιών του.
Βδέλυγμα, γυναίκα που μισήθηκες όσο κανείς, από τους θεούς,
από εμένα, απ᾽ όλο το γένος των ανθρώπων.
Πώς μπόρεσες να βυθίσεις το μαχαίρι
στα παιδιά που γέννησες και να με ξεκληρίσεις;
Και αφού το έκανες αυτό, έχεις μάτια ν᾽ αντικρίζεις τον ήλιο
και τη γη, ενώ αποτόλμησες έργο ανοσιότατο;
Η εικόνα είναι μέρος της αφίσας του Alphonse Mucha, για την παράσταση Μήδεια, με τη Sarah Bernardt το 1898
[i] Martin Daly & Margo Wilson, Homicide