Εισάκουσον της προσευχής μου Κύριε και της δεήσεώς μου
Ενώτισαι των δακρύων μου
Μην παρασιωπήσης, ότι πάροικος ειμί παρά σοι και παρεπίδημος
Όπως πάντες οι πατέρες μου
(Ψαλμός ΛΗ, 13)
Παρεπιδημώ: διαμένω εις ξένο τόπον προσωρινώς, μένω εν τινι τόπο ως περαστικός[i]
Οι αρχαίοι δάσκαλοι επέμεναν πολύ σε αυτό.
Στους Στωικούς ανήκει ο αφορισμός Memento Mori, να θυμάσαι δηλαδή τον θάνατο, να μην ξεχνάς ότι είσαι θνητός. Λέγεται μάλιστα πως την εποχή άνθισης της Στωικής φιλοσοφίας, οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες ανέθεταν σε ένα δούλο να στέκεται πίσω τους κατά τη διάρκεια της πορείας θριάμβου στην Ρώμη και να τους υπενθυμίζει ότι είναι θνητοί και όχι θεοί , ψιθυρίζοντας «Κοίταξε πίσω σου Καίσαρα!»
Πολύ νωρίτερα, ήταν ο Σωκράτης εκείνος που είχε ορίσει την φιλοσοφία ως «μελέτη θανάτου» Στον διάλογο Φαίδων, ως θάνατος ορίζεται ως ο αποχωρισμός της ψυχής από το σώμα και ύστερα από μία σειρά λογικών συλλογισμών οι οποίοι τίθενται σε δοκιμασία, η αθανασία της ψυχής αποδεικνύεται.
Και η ψυχή με την σειρά της [όταν πεθαίνει ο άνθρωπος] μεταβαίνει σε τόπο άλλο, ευγενή, καθαρό και αόρατο, για την ακρίβεια στον Άδη, δίπλα στον σοφό και καλό θεό- εκεί, αν το θέλει ο θεός, θα μεταβεί σύντομα και η δική μου η ψυχή- αυτή λοιπόν η εκ φύσεως τέτοια, όταν χωρισθεί από το σώμα, αλήθεια γίνεται καπνός και εξαφανίζεται, όπως ισχυρίζονται οι περισσότεροι άνθρωποι; Κάτι τέτοιο θέλει πολύ ώστε να συμβεί καλοί μου φίλοι Κέβη και Συμμία. Αντιθέτως συμβαίνει το εξής: εάν η ψυχή αποχωρεί καθαρή και δεν συμπαρασύρει μαζί της τίποτε από το σώμα, διότι κατά τον βίο της δεν είχε καμμία επικοινωνία με αυτό , αντίθετα το απέφευγε συγκεντρωμένη καθεαυτήν τότε αυτό συνεχώς μελετούσε : να φιλοσοφεί ορθά και να ασκείται να πεθάνει χωρίς να οδύρεται. Άραγε αυτό δεν είναι να μελετάς τον θάνατο;[ii]
Πάνω σε αυτή την σκέψη φαίνεται ότι βρήκε γόνιμο έδαφος η νέα θρησκεία όταν ήρθε από τα μέρη της Παλαιστίνης, ώστε να εδραιώσει την πίστη της γύρω από την αθανασία της ψυχής και την σωτηρία αυτής. Με τον Χριστιανισμό , ωστόσο, η σημασία των επίγειων μειώνεται και μεγεθύνεται το νόημα του επέκεινα, εκείνου που μας περιμένει μετά τον θάνατο.
Παρ’ όλες αυτές τις μεταφυσικές σχολές σκέψης του παρελθόντος, τώρα περισσότερο από ποτέ, η ιδέα του θανάτου μας αφήνει περιδεείς και απελπισμένους. Παρ’ όλη την απομυθοποίηση και την από-μάγευση των πάντων στον 21ο αιώνα, ο θάνατος είναι το μεγαλύτερο taboo όλων. Σε έναν αιώνα υπέρμετρου δικαιωματισμού , ο θάνατος φαντάζει ως ο έσχατος δικτάτωρ, αφού δεν λογαριάζει νόμους και ηθική και κόβει το νήμα της ζωής δικαίων και αδίκων.
Ο απελπιστικά αυτοαναφορικός πολιτισμός μας αποθεώνει μόνο τα νειάτα και την νεανική ομορφιά και αγωνίζεται με πάθος να εξαλείψει τα γηρατειά από την φύση. Αισθανόμαστε τόσο ανήμποροι μπροστά στον θάνατο, το μόνο σίγουρο και σταθερό σημείο του βίου μας, που πασχίζουμε να προσποιηθούμε πως δεν υπάρχει. Δεν τον λέμε με το όνομά του, αποφεύγουμε τις κουβέντες με εκείνους που πενθούν και αντιμετωπίζουμε και τους ίδιους τους ανθρώπους που βρίσκονται στο κατώφλι του θανάτου, με τρόπο που συχνά κάνει την αποδοχή της κατάστασής τους και την μετάβασή τους ακόμα πιο δύσκολη. Ο θάνατος δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ δίπλα μας, παρά στο απομονωμένο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Τα παιδιά μας γνωρίζουν τον θάνατο μόνο από κονσόλες παιχνιδιών και από ταινίες δράσης και χάνουν τον έλεγχο όταν το παιχνίδι εισβάλλει στην πραγματική ζωή. Δεν λογίζουμε τους εαυτούς μας για παρεπίδημους, για περαστικούς και προσωρινούς, αλλά για ιδιοκτήτες του κόσμου. για αρχή και τέλος του.
Δεν είναι όμως, στην πραγματικότητα, ο θάνατος αυτός που αποφεύγουμε. Αποφεύγουμε να θέσουμε ερωτήματα σχετικά με το Νόημα. Να πως το περιγράφει ο καθηγητής Θανάσης Παπαθανασίου[iii]: Είναι σαν να βρίσκεσαι σε ένα κλειστό δωμάτιο, να έχεις καταγράψει όλα όσα περιλαμβάνονται μέσα σε αυτό, αλλά να μην κάνεις ποτέ την ερώτηση « τι υπάρχει έξω από αυτό το δωμάτιο;». Η απάντηση μπορεί να είναι «τίποτα», όμως αν φτάσεις σε αυτήν , θα πρέπει να έχεις φτάσει έχοντας ψάξει και κοπιάσει. Όσο αρνείσαι να κάνεις την ερώτηση, μένεις με την ιδέα ότι ο άνθρωπος αποτελείται από τα συστατικά του, ότι αν μας κοιτάξουν οι επιστήμονες κάτω από το μικροσκόπιο και καταγράψουν τις χημικές ενώσεις του σώματός μας, θα μας έχουν ορίσει ικανώς. Δεν υπάρχει χώρος στον ορισμό αυτό για ψυχή , ούτε φυσικά για αθανασία αυτής. Ο άνθρωπος δεν είναι δημιούργημα αλλά κατασκευή και τούτη η παραδοχή είναι ο πραγματικός θάνατος- ο θάνατος πριν τον θάνατο.
Από εκεί και πέρα ανοίγει η πύλη για την απελπισία και για τις ασθένειες που αυτή φέρει- ασθένειες τόσο ορατές στον καιρό μας, κυριότερη αυτών ο αντι-ανθρωπισμός, η στροφή του ανθρώπου ενάντια στον Άνθρωπο.
Όχι τυχαία, η απελπισία θεωρείται για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, το μεγαλύτερο αμάρτημα.
«Κράτα τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι». Τα λόγια αυτά του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη , αν και ακούγονται στην αρχή παράδοξα, εν τούτοις εμπεριέχουν όλο το νόημα της Χριστιανικής φιλοσοφίας και θεολογίας : του να γνωρίζεις τις αδυναμίες και τις ασθένειες, την φθαρτότητα της ανθρώπινης φύσης και να μην απελπίζεσαι ακριβώς γιατί υπάρχει αυτή η φθαρτότητα, ακριβώς γιατί ο θάνατος δεν είναι το τέλος.
Για τους Χριστιανούς μετά τον θάνατο έρχεται η Ανάσταση , για τους Σωκρατικούς η Αναγέννηση.
( Στην εικόνα : Ανώνυμου Γάλλου Ζωγράφου – Η αλληγορία της ματαιότητας των επίγειων )
[i] Νεότερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ήλιος
[ii] Πλάτωνος Φαίδων, απόδοση Ιωάννης Πετράκης