Καλοκαίρι (Μεσ’ τα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει)*

Καλοκαίρι

Στο πίσω κάθισμα ενός Ford Escort του 68 , χωρίς ζώνες ασφαλείας από κατασκευής. Τα βατραχοπέδιλα στο πορτ μπαγκάζ.

Το μηχανάκι που προπορεύεται έχει επίτηδες κόψει ταχύτητα ελέγχοντας την παραλία για λουόμενες χωρίς συνοδούς. Κατά προτίμηση ξένες. Η γιαγιά μου, στο τιμόνι του Ford Escort, κορνάρει προειδοποιητικά.

«Κάνε πιο γρήγορα,  τώρα βρήκες να κάνεις καμάκι;»

«Γιαγιά, τι θα πει καμάκι;»

Καλοκαίρι

Μέσα στο νερό είμαι πρωταγωνίστρια σε ένα παραμύθι δικής μου έμπνευσης. Είμαι πλάσμα μυθικό κάτι ανάμεσα σε γοργόνα και θεά της θάλασσας και πλησιάζω τις ακτές για να δω τι σόι πράγμα είναι οι άνθρωποι, με την ανεξαρτησία εκείνου που γνωρίζει πως δεν ανήκει στον κόσμο τους.  Ένα χέρι μου γνέφει από την παραλία. Είναι η αδερφή μου, η γιαγιά φωνάζει πως ήρθε η ώρα να φύγουμε.

Καλοκαίρι

Το μεσημέρι μετά το φαΐ, η γιαγιά θα μας ψευτο-φοβερίσει να πέσουμε στα κρεβάτια μας και  να κοιμηθούμε. Εμείς λέμε ναι, αλλά σε λίγο θα πάμε στο δωμάτιό της και θα της ζητήσουμε να μας πει ιστορίες. Η γιαγιά λέει υπέροχα τις ιστορίες από τα παιδικά της χρόνια, από την Κατοχή. Ιταλοί που κρύβονταν μετά την συνθηκολόγηση, Γερμανοί που είχαν κάνει Διοικητήριο το Πανελλήνιο στην Ναυαρίνου, μαυραγορίτες, πατριώτες.  Δεν συνάντησα κανέναν έκτοτε, που να λέει ιστορίες με τον τρόπο της γιαγιάς.

Καλοκαίρι

Το απόγευμα θα καθίσουμε στο μεγάλο μπαλκόνι, στις καρέκλες φερ φορζέ, θα βλέπουμε τον τεράστιο πλάτανο  μπροστά στο ποτάμι. Κάποια αυτοκίνητα περνούν μπροστά από το σπίτι ενώ, πάντα στην ώρα της, ακούγεται η  ταχεία των Αθηνών που φτάνει στον σταθμό.  Θα έρθει η κυρία Σταυρούλα, η γειτόνισσα,  να πιει καφέ με την γιαγιά. Θα πει πάλι πως την άλλη εβδομάδα μπαίνει ο Αύγουστος και αυτό ήταν , πάει πέρασε το καλοκαίρι κι εγώ θα θυμώσω, αλλά δεν θα το δείξω. Ακούς εκεί, πέρασε το καλοκαίρι. Έχουμε άλλον έναν ολόκληρο μήνα ώσπου να αρχίσουν τα σχολεία. Ο Σεπτέμβρης είναι τόσο, μα τόσο μακρυά. Ο ήλιος θα δύει πέρα από τα βουνά και ο χρόνος θα μας φαίνεται μακρύς και γεμάτος δυνατότητες.

Καλοκαίρι

Στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου με καρεκλάκια ασφαλείας και ζώνες και καπέλα και αντηλιακό με δείκτη 50, δυο μπόμπιρες ,αποκαλούν τον πατέρα μου «παππού». Οι ταχύτητες στην παραλιακή είναι χαμηλές, όχι από τα μηχανάκια που κάνουν καμάκι, αλλά από τα αναρίθμητα αυτοκίνητα που επισκέπτονται την πόλη τέτοια εποχή. Όλα τριγύρω άλλαξαν.  Όλα εκτός από το καλοκαίρι. Που ξανάρχεται, ακριβώς στην ώρα του, ακριβώς την στιγμή που έλεγες δεν αντέχω άλλο,  γεμάτο υποσχέσεις για ξεκούραση, ανεμελιά, για όνειρα κι επιθυμίες που θα βγουν αληθινά. Κι εσύ το πιστεύεις ξανά κι ας ξέρεις πώς θα τελειώσει  όλο αυτό.

Σημασία έχουν οι ιστορίες, να θυμάσαι. Εκείνες που θα διηγείσαι τα μεσημέρια που τα τζιτζίκια παίζουν το εκκωφαντικό τους τραγούδι. Εκείνες που για χάρη των παιδικών αυτιών θα λειαίνεις τα δύσκολα μέρη τους και θα διανθίζεις τις μικρές λεπτομέρειες και θα τις κάνεις άξιες να τις θυμούνται οι επόμενοι και οι επόμενοι .

Όσα καλοκαίρια και αν περάσουν.

* Διονύση Σαββόπουλου , Καλοκαίρι