Από τις εφτά ακούγονται οι καμπάνες από κάθε πλευρά της πόλης- οι καμπάνες του Αγίου Νικολάου, των Ταξιαρχών, ως και αυτής ακόμα της Υπαπαντής φτάνουν στ’αυτιά μου με ήχο καθάριο, κρυστάλλινο.
Πώς γίνεται και στην Αθήνα δεν μπορώ να ακούσω το καμπαναριό του Τίμιου Σταυρού , ούτε εκατό μέτρα πέρα από το σπίτι κι εδώ πιάνω τον ήχο της Μητρόπολης που απέχει κανένα χιλιόμετρο μακριά;
Σηκώθηκα χωρίς βάσανο, νωρίς- νωρίς και ετοιμάστηκα. Η κεντρική πλατεία είναι σχεδόν άδεια από κόσμο, τα τακούνια μου ακούγονται στις πλάκες του πεζοδρομίου. Παίρνω τον δρόμο που οδηγεί στους Ταξιάρχες, όχι τυχαία. Κάτι μέσα μου νοιώθει να φτάνει σπίτι του όταν εισέρχομαι σε τούτο το ναό.
Το προαύλιο είναι άδειο και σκέφτομαι πως έχω ήδη αργήσει πολύ. Μπροστά στα σκαλοπάτια της εισόδου, μια ζητιάνα έχει γονατίσει στο πλακόστρωτο, μειώνοντας τον όγκο της στο ελάχιστο δυνατό, υιοθετώντας μια στάση εκμηδένισης που θα ικετέψει πειστικότερα τον οίκτο. Την κοιτάζω για λίγο, ίσα που να σκεφτώ πως είναι περίεργο που δεν έχει άλλους ανταγωνιστές ο κλάδος της επαιτείας σήμερα, αλλά δεν προλαβαίνω να ολοκληρώσω την σκέψη μου. Ένα τραγουδιστό “καλημέρα” έρχεται από τα αριστερά μου και πέφτει απαλά πάνω στην ζητιάνα που τινάζεται από την έκπληξη. Γυρίζω να δω την πηγή του καλού. Είναι ένα πλάσμα με πρόσωπο κοριτσιού και γκρίζα μαλλιά στους κροτάφους, ύψος εφήβου και ρούχα ηλικιωμένου.Τα μάτια της είναι μικρά και σε κοντινή απόσταση το ένα από το άλλο, στο χαμόγελό της, φαίνονται όλα της τα δόντια. Αμέσως μόλις με βλέπει μου εκτοξεύει ένα χρωματιστό «καλημέρα» και σαν χαμογελώ, στρίβει χοροπηδώντας προς την πίσω πλευρά της αυλής.
Μπαίνω μέσα στην εκκλησιά και μια γλυκειά γαλήνη με αγγίζει μαζί με το χρυσό φως που μπαίνει από το κίτρινο βιτρώ των βυζαντινών παραθυριών. Όλα είναι τόσο ήσυχα και ο κόσμος λιγοστός, σημάδι πως μάλλον έφτασα πολύ νωρίς τελικά. Βρίσκω αμέσως θέση και κάθομαι γνέφοντας «χαίρετε» σε άγνωστές μου γυναίκες, που μου γνέφουν κι αυτές με την σειρά τους. Το βλέμμα μου αφήνεται στα πρόσωπα οικείων Αγίων που η Βυζαντινή τεχνοτροπία τους έφτιαξε όλους αδέλφια και συγγενείς και τούτο για πρώτη φορά δεν μου φαίνεται περίεργο μα παρήγορο.
Στρέφω το κεφάλι μου να κοιτάξω Εκείνη για την οποία ήρθα και την βλέπω , όπως πάντα στην κόγχη του Ιερού Βήματος με τον Ιησού νήπιο στην αγκαλιά της και τους αρχάγγελους δεξιά και αριστερά της. Κοιτάζω πιο έντονα λες και περιμένω να αλλάξει η μορφή Της, να πάρει έκφραση το αυστηρό πρόσωπό Της. Ή έστω να ακούσω τα βελούδινα φτερά των Αρχαγγέλων.
Ο κόσμος αριστερά μου παραμερίζει.
Μια γυναίκα μπαίνει στην εκκλησία σπρώχνοντας ένα αναπηρικό καρότσι με έναν έφηβο, μάλλον τετραπληγικό επάνω . Κανείς δεν λέει τίποτα, ούτε η γυναίκα ακούγεται καθόλου. Λες και κάποιος έχει αφαιρέσει τον ήχο σε μια ταινία που παρακολουθώ. Η γυναίκα με τον έφηβο φτάνουν μπρος τον επιτάφιο και ένας ιερέας την βοηθά να σηκώσει τον νέο για να φιλήσει την εικόνα της Κοιμήσεως. Πάλι δεν ακούγεται τίποτα ώσπου βλέπω στα μάτια του αγοριού μια σταγόνα δάκρυ να στέκεται για λίγο κι έπειτα να κυλά αργά στο πρόσωπό του, που παρέμενε ασάλευτο σαν για να μην τη χαλάσει το στρατί της. Η σταγόνα σαν έφτασε στο τέλος της διαδρομής της έπεσε με ορμή στο πάτωμα κι ο ήχος της πρόσκρουσης έφερε μαζί του όλους τους άλλους ήχους της εκκλησιάς.
Εν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε·
Ένα χέρι με τραβάει απαλά. Γυρίζω να δω και βλέπω το κορίτσι με τα σμιχτά μάτια. Μου κάνει νόημα να την ακολουθήσω και βγαίνω υπάκουα μαζί της από τον ναό.
«Τι τρέχει;» την ρωτώ
Εκείνη μοιάζει έτοιμη να σκάσει από την πολλή χαρά και αρχίζει να χοροπηδά ξέφρενα τραγουδώντας «Έρχεται, έρχεται, έρχεται»
Πριν προλάβω να ρωτήσω «τι» ,καμπάνες και σήμαντρα του ναού αρχίζουν ορυμαγδό ήχων χαρμόσυνων, αναστάσιμων.
Η ζητιάνα έχει εξαφανιστεί και το περίεργο πλασματάκι συνεχίζει τον λυτρωτικό χορό του. Μέσα από την εκκλησιά, ο ιερέας ζητά από την Θεοτόκο να μεσολαβήσει υπέρ ημών να έχουμε υγεία, ηρεμία, αγάπη και χαρά.
Πίσω από τον ήχο της καμπάνας και του γέλιου ενός κοριτσιού αλλιώτικου, άκουσα τον ήχο βελούδινων φτερών.
Η φωτογραφία είναι του Γιώργου Τσερεφού από τον Ιερό Ναό Παμμέγιστων Ταξιαρχών Καλαμάτας.