Η Άννα τερμάτισε την κλήση κι έμεινε να κοιτάει την τηλεόραση μουδιασμένα, καθώς η Αγγελική Νικολούλη τράβαγε τα πέτα από το κόκκινο σακάκι της ενώ πλησίαζε την κάμερα.
Πώς είχαν φτάσει ως εδώ; Έσπρωξε το μυαλό της πίσω, εκεί που υπολόγιζε πως άρχισαν όλα… εκεί που οι δυσκολίες της καθημερινότητας στο λιανεμπόριο, μετατράπηκαν σε παιχνίδι επιβίωσης.
Της ήρθε στο νου εκείνη η μέρα που ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από γκρίζα σύννεφα και εκείνη πίσω από τα μαύρα Ray Ban γυαλιά της. Είδε τον εαυτό της , σαν θεατής σε ταινία με θέμα τη ζωή της, να περπατά με κουρασμένο βήμα και τα χέρια φορτωμένα με την τσάντα του μεσημεριανού, τον καφέ της, τα κλειδιά του αμαξιού.
Σήκωσε αργά το κεφάλι της, για να μην εξαγριώσει τον πονοκέφαλο που σφυροκοπούσε στα μηνίγγια της, και κοίταξε την φωτιζόμενη διαφημιστική ταμπέλα που στριφογύριζε αργά στην είσοδο του super market Saldi.
Όλα τα κίτρινα τυριά -30%
Μέσα της, ευχήθηκε να είχαν αλλάξει την κεντρική παρουσίαση στην είσοδο του μαγαζιού, από καφέδες σε κίτρινα τυριά, να είχαν επιστρέψει στις κανονικές οι τιμές οι καφέδες και να είχαν δοκιμάσει αν η έκπτωση περνούσε από τα ταμεία αλλά γι’ αυτό το τελευταίο, ήξερε πως μάλλον ευχόταν πέρα από τη δύναμη που μπορεί να είχε μια ευχή.
Στην είσοδο προσωπικού , είδε σχεδόν όλη την πρωινή βάρδια της αποθήκης να καπνίζει πίνοντας πρωινό καφέ , έχοντας το βλέμμα στραμμένο στο κενό και κατάλαβε ότι καμμία ευχή της δεν θα πραγματοποιούνταν σήμερα.
«Αν ήμουν στην θέση σου, δεν θα πέρναγα αυτήν την πόρτα»
Η Μαρίνα, η υπεύθυνη ταμείων στεκόταν ακουμπώντας στην κουπαστή της σκάλας που οδηγούσε στην είσοδο, γερμένη ελαφριά προς το πλάι και καπνίζοντας α λα Λωρήν Μπακόλ στο Ο Μεγάλος Ύπνος. ‘Έστω και αν η μόνη της ομοιότητα με την Μπακόλ ήταν ο τρόπος που έβγαζε τον καπνό και τις θανατερές ατάκες από το στόμα.
«Ωχχχ» ψιθύρισε η Άννα. «Τι έγινε πάλι;»
Η Μαρίνα-Λωρήν Μπακόλ, άφησε ένα σαρδόνιο χαμόγελο να απλωθεί στα χείλη της πριν απαντήσει.
«Η Ζέτα, από την απογευματινή βάρδια στα ταμεία, με ενημέρωσε πως δεν θα έρθει. Πονάει η μέση της λέει, είναι με ενέσεις. Αυτή η απουσία μαζί με εκείνη του Αντώνη που παραιτήθηκε την περασμένη εβδομάδα για να πάει στα Lidl και της Θεοφανώς που μεταφέρθηκε στο κατάστημα Περιστερίου μας κάνουν μείον τρία άτομα στην βάρδια. Για να μην υπολογίσω πόσοι μας έχουν φύγει τα τελευταία χρόνια και δεν τους έχουμε αναπληρώσει. Στα λέω γιατί είσαι υπεύθυνη καταστήματος τώρα που λείπει ο Βο, να ξέρεις τι σε περιμένει.»
Η Άννα, προαισθάνθηκε ότι αν την άφηνε, θα ακολουθούσε μέγα λογύδριο πασπαλισμένο με θεατρικές ατάκες αγανάκτησης, μιας και τριγύρω τους άκουγαν αρκετοί συνάδελφοι και η Μαρίνα, ήταν, άλλωστε, μέλος του σωματείου και τα μέλη του σωματείου πάντα έμοιαζαν να ερμηνεύουν ρόλο Σάκο ή Βαντσέτι σε ερασιτεχνικό θίασο.
«Σε ευχαριστώ. Θα δω τι θα κάνω» είπε βραχνά και ανέβηκε τις σκάλες, λέγοντας στον εαυτό της ότι αυτό που θα έκανε- μάλλον- ήταν να καθίσει η ίδια ως το τέλος της ημέρας αναλαμβάνοντας πόστο στο ταμείο- δεν θα ήταν η πρώτη φορά. Άλλες λύσεις δεν υπήρχαν. Αυτό ήταν απόρροια του ότι ούτε στρατηγικές υπήρχαν. Αλλά αυτό ήταν άλλη κουβέντα.
Το vending machine της είχε ήδη γεμίσει το χάρτινο ποτηράκι με μια θλιβερή εκδοχή εσπρέσσο όταν έριξε άλλο ένα νόμισμα στην σχισμή και επέλεξε ξανά τον ίδιο καφέ. Άδειασε τον δεύτερο καφέ στον πρώτο και κίνησε για το γραφείο της. Είχε μερικές ισχνές ελπίδες ότι ο πονοκέφαλος οφειλόταν στην έλλειψη καφεΐνης και ότι θα πέρναγε μετά από μερικές γουλιές από οποιονδήποτε καφέ, έστω και αυτού που σέρβιρε το vending machine. Και η αλήθεια είναι ότι το διπλό εσπρέσσο πάλεψε όντως με το σφυροκόπημα στο κρανίο της αλλά γρήγορα τράπηκε σε φυγή και χάθηκε στο σύστημα χώνεψης. Θα έπρεπε να το περιμένει. Άλλωστε από πονοκέφαλο έπασχαν οι περισσότεροι εργαζόμενοι του Saldi- από έναν μυστήριο πονοκέφαλο που εξαφανιζόταν τις ημέρες που είχαν ρεπό και μόλις τέλειωναν την βάρδια τους.
Άνοιξε ξανά την οθόνη του υπολογιστή της και κοίταξε το μήνυμα στο skype που είχε λάβει πριν λίγο. Ήταν από τον Χαράλαμπο, τον store manager. Μέχρι πριν λίγο δηλαδή.
Άννα, δεν ήθελα να το μάθεις από την επίσημη ανακοίνωση της εταιρίας. Φεύγω από τα Saldi μετά από 11 ολόκληρα χρόνια. Θα συνεχίσω την καριέρα μου στα Lidl. Σε ευχαριστώ για την υποστήριξη όλα αυτά τα χρόνια Για ο,τι χρειαστείς μη διστάσεις να επικοινωνήσεις μαζί μου. Το τηλέφωνό μου το έχεις. Καλή συνέχεια και… καλό κουράγιο.
Αυτές οι τρεις τελείες πριν τις τελευταίες λέξεις του Χαράλαμπου- του Bo για τους περισσότερους, από την κατάληξη του ονόματός του και από το Boss- έλεγαν για την Άννα περισσότερα από το ίδιο το μήνυμα. Η κατάσταση που ήταν δύσκολη τώρα, μάλλον θα γινόταν δυσκολότερη στο μέλλον. Ως και ο Χαράλαμπος που ήταν από το άνοιγμα στην εταιρία, πηδούσε από το καράβι.
«Ο Bo δεν θα έρθει σήμερα;»
Ο Χάρης , ο υπεύθυνος αποθήκης, είχε κάνει την εμφάνισή του στο – με εξαίρεση την Άννα- έρημο γραφείο. Πλησίαζε η ώρα ανοίγματος και όλη η ανθρωποδύναμη βρισκόταν στο μαγαζί εκείνη την στιγμή , πασχίζοντας όπως κάθε μέρα, να ξεπεράσει όλες τις αντιξοότητες και να μετατρέψει το χάος σε κατάστημα λιανικής. Κάθε πρωί, και οι ίδιοι ακόμα, απορούσαν πώς τα κατάφερναν.
«Όχι» απάντησε εκείνη προσπαθώντας να κρατήσει την φωνή της σταθερή. «Δεν θα έρθει σήμερα. Μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι;»
Ο Χάρης έγειρε το κεφάλι του στο πλάι και χαμογέλασε λοξά. «Θα το αναφέρω σε εσένα τότε. Ο Στέλιος ο χειριστής reach truck, θα είναι μαζί μας μέχρι το τέλος του μήνα. Παραιτείται.»
«Παραιτείται!» επανέλαβε η Άννα και αυτόματα αισθάνθηκε ανόητη για την έκπληξη που φαινόταν στην φωνή της. Ήταν λες και κάποιος είχε ανοίξει την πόρτα και όλα τα ποντικάκια έτρεχαν ποδοπατώντας το ένα το άλλο ποιο θα πρωτοβγεί απ’ το κλουβί.
«Ξέρουμε πού πηγαίνει;»
Με το ίδιο στραβό χαμόγελο, ο Χάρης απάντησε : «Εκεί που πάνε όλοι.»
Η Άννα στράφηκε και κοίταξε ένοχα την οθόνη του υπολογιστή της. Αν και ο Χάρης δεν μπορούσε να την δει από το σημείο που στεκόταν, την έσβησε πατώντας το κουμπί της. Ξανακοίταξε τον Χάρη ανακτώντας την ψυχραιμία της.
«Lidl;»
Αντί απάντησης ο Χάρης πλησίασε στο γραφείο της. Είχε ρίξει την μάσκα του άνετου με το στραβό γελάκι και από κάτω είχε φανεί ένας απλός άνθρωπος που ανησυχούσε και ίσως φοβόταν.
«Τί γίνεται Άννα, μπορείς να μου πεις; Ως που θα πάει όλο αυτό;»
«Δεν ξέρω τι περιμένεις να σου απαντήσω..» ξεκίνησε εκείνη, υπεκφεύγοντας ουσιαστικά, αφού δεν είχε τίποτα να του πει. Τίποτα που να μπορούσε να ειπωθεί εντός των τειχών του μαγαζιού δηλαδή. Ο Χάρης, ωστόσο, δεν φάνηκε να την άκουσε.
«Εσύ κι εγώ είμαστε στο κατάστημα από το άνοιγμα. Θυμάσαι εποχές που έχουμε περάσει. Θυμάσαι ότι ερχόμασταν για δουλειά με κέφι και νοιαζόμασταν πραγματικά να είναι το Saldi το καλύτερο super market στην αγορά. Θυμάσαι ότι φορούσαμε με περηφάνια την στολή .» Σε αυτό το σημείο έπιασε το γκρι t-shirt που έγραφε με καλλιτεχνικά γράμματα Saldi στο μέρος της καρδιάς και το κούνησε μπρος –πίσω. Η Άννα κοίταξε το δικό της που δεν διέφερε από του Χάρη παρά μόνο στο ότι φορούσε επιπλέον μία κονκάρδα που έγραφε «Ciao, είμαι η Άννα»
«Τι συνέβη και φτάσαμε ως εδώ; Ο κόσμος δεν παραιτείται απλώς, μας φτύνει! Δεν το βλέπει αυτό κανείς; Τόσα κέρδη αποκόμισαν τα super market από την περίοδο της πανδημίας γιατί αυτή η εμμονή με την μείωση εξόδων μόνο και καμμία κουβέντα για ανάπτυξη;»
«Η σύντομη απάντηση είναι ότι χάνουμε μερίδιο στην αγορά, φαντάζομαι» Καθώς τα έλεγε αυτά , ένοιωσε τον πονοκέφαλο να μετριάζει λίγο την σφιχτή λαβή του.
Ο Χάρης το σκέφτηκε. Κούνησε το κεφάλι του και είπε σαν να μονολογούσε : «Η όχι και τόσο σύντομη απάντηση είναι αυτή που με τρελαίνει. Αυτή που εξηγεί γιατί χάνουμε μερίδιο και ποιες αποφάσεις μας οδήγησαν εδώ και γιατί δεν κάνουμε κάτι να το ανατρέψουμε.»
Έγινε σιωπή για λίγη ώρα έπειτα ο Χάρης είπε «Ναι.» για να συμφωνήσει με τον εαυτό του ή για να σπάσει το κενό, ούτε ο ίδιος ήξερε- έκανε μεταβολή και βγήκε από τα γραφεία.
Στρίβοντας να φύγει κόντεψε να πέσει πάνω στην Ευγενία που ήταν θαρρείς κολλημένη στην σκιά του.
Πόση ώρα ήταν εκεί – αναρωτήθηκε η Άννα- και πόσα είχε ακούσει; Το ίδιο φαίνεται σκέφτηκε και ο Χάρης και πάνω στην σύγχυση του , μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο κι έφυγε.
«Ευγενία μου; Με ήθελες κάτι;»
Η Ευγενία στεκόταν τρέμοντας σχεδόν , με τα δάχτυλα των χεριών της πλεγμένα μπροστά στο σώμα της. Ήταν μια γυναίκα μέσης ηλικίας αλλά κάτι η στολή της που ήταν πάντα σιδερωμένη άψογα και με τα κουμπιά του t-shirt κουμπωμένα ως πάνω , την φράντζα από τα μαλλιά της πιασμένη με ένα κοκαλάκι λίγο πάνω από το μέτωπο προς τα δεξιά, τα πάντα ολόλευκα, πάντα καθαρά Stan Smith παπούτσια της, σου έφερνε στο νου μαθήτρια, ή πιο σωστά συμμαθήτρια της Αλίκης Βουγιουκλάκη στο Ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο.
Η Ευγενία καθάρισε τη φωνή της. Η Άννα ένοιωσε το στομάχι της να βουλιάζει. Ωχ Θεε μου, θα βγάλει λόγο
«Άννα. Ξέρεις ότι εγώ…Είμαι εδώ από το άνοιγμα.» Παύση. Κοιτάζει την Άννα αλλά δεν περιμένει ακριβώς απάντηση. Περιμένει να δει αν την προσέχει. Συνεχίζει:
«Θυμάσαι τον Πιτταρά; Τον πρώτο μας διευθυντή; Ο Πιτταράς πάντα μου έλεγε..»
Τώρα θα πει Ευγενία μου, να είχα δέκα σαν κι εσένα σκέφτηκε αυτόματα η Άννα μιας και τα είχε ξανακούσει όλα αυτά πολλές φορές στο παρελθόν.
«…Ευγενία μου, να είχα δέκα σαν κι εσένα. Και ξέρεις γιατί Άννα; Γιατί μου αρέσει η δουλειά μου, το αγαπώ το Saldi, σαν οικογένειά μου. Τι λέω όχι, «σαν» ΕΙΝΑΙ οικογένειά μου. Και το ξέρουν και οι συνάδελφοί μου αυτό. Γι’ αυτό με τίμησαν δύο συνεχόμενες χρονιές ως Υπάλληλος της Χρονιάς»
«Το ξέρω Ευγενία μου αλλά πρέπει να μπω μέσα να ελέγξω τις προσφορές στο μαγαζί. Χρειάζεσαι κάτι;» Άδικος κόπος φυσικά. Η Ευγενία δεν θα τελείωνε αν δεν έλεγε όλα όσα ήθελε να πει.
«Και όλοι εδώ μέσα πρέπει να αισθάνονται το ίδιο. Έχουμε φάει ψωμάκι εδώ μέσα. Πρέπει να δείχνουμε σεβασμό. Πρέπει να φοράμε περήφανα αυτήν την στολή και τώρα και πάντα.»
Αυτό ήταν σπόντα για τον Χάρη; Άρα τα είχε ακούσει όλα. Η Άννα συνοφρυώθηκε.
«Και για αυτό ήθελα να σου πω πως σε όποιο πόστο και σε όποια βάρδια με χρειαστείς , θα πάω με χαρά. Θα κάνω ό,τι μπορώ ώστε να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες μας και τις ελλείψεις μας και να προχωρήσουμε μπροστά σαν εταιρία.»
Τα μάτια της Άννας έλαμψαν με μιας. Μπορεί να είχε την λόξα της η Ευγενία, αλλά σε κάτι τέτοιες στιγμές τρικυμίας, αποδεικνυόταν πάντα σανίδα σωτηρίας.
Άπλωσε τα χέρια της κι έπιασε την συνάδελφο από τους ώμους.
«Ευγενία μου, αλήθεια το λες; Σε ευχαριστώ! Η βοήθειά σου είναι πολύτιμη.» Και ξέροντας την αχίλλειο πτέρνα της «δύο συνεχόμενες φορές Υπαλλήλου της Χρονιάς», πρόσθεσε :
«Θα στείλω και mail στον Χαράλαμπο με κοινοποίηση προς τα κεντρικά να τους ενημερώσω για αυτό.»
Το πρόσωπο της Ευγενίας φωτίστηκε και το κεφάλι της σηκώθηκε δυο πόντους ψηλότερα.
Να που τα μαθήματα ενθάρρυνσης και κινητοποίησης προσωπικού στα οποία κάποτε είχε επενδύσει η εταιρία, έπιαναν τόπο, σκέφτηκε γελώντας πικρά η Άννα.
Η μνήμη της από τις μέρες που ακολούθησαν ήταν αποσπασματική γιατί, μετά την αποχώρηση του Χαράλαμπου έπρεπε να είναι σε πολλά μέρη ταυτόχρονα και φοβόταν μην της ξεφύγει κάτι που θα εξελιχτεί σε χοντρό πρόβλημα. Όχι πολύ αργότερα από τότε που έφυγε και ο Στέλιος , ο οδηγός από την αποθήκη, η Άννα, φτάνοντας στην δουλειά , βρήκε τους περισσότερους συγκεντρωμένους στα γραφεία σε χαρούμενη διάθεση.
Η Άννα ευχαρίστησε τον Θεό γι’ αυτήν την απρόσμενη αλλαγή. Έπειτα είδε στο κέντρο της συγκέντρωσης την Ιουλία, κάποτε προϊστάμενή της και τώρα υποδιευθύντρια στο κατάστημα Χαϊδαρίου.
«Άννα, έλα να σε χαιρετήσω, Δεν θα έφευγα αν δεν σε έβλεπα.» Αν αν και δεν είχε αλλάξει καθόλου τα τελευταία χρόνια, η Άννα έβρισκε πως η Ιουλία είχε γλυκάνει λίγο. Ή αυτό είχε συμβεί ή η Άννα δεν την έβλεπε πια με τον τρόμο και το δέος που είχε όταν είχε πρωτο-προσληφθεί πριν 10 χρόνια και δούλευε στην ομάδα της Ιουλίας. Την αγκάλιασε θερμά και η Άννα πρόσεξε ότι φαινόταν αληθινά ευτυχισμένη.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε προσπαθώντας να θυμηθεί αν είχε ακούσει τίποτα αυτά τα χρόνια για τη ζωή της Ιουλίας. Συνειδητοποίησε ότι εδώ και κάποια χρόνια δεν είχε ακούσει το παραμικρό, λες και όσοι έφευγαν από την οικογένεια του μαγαζιού, εξαφανίζονταν , χάνονταν για πάντα.
«Φεύγω Άννα μου. Ήρθα να σας χαιρετήσω αφού από αυτό το μαγαζί ξεκίνησα και σαν δικούς μου ανθρώπους σας νοιώθω.» Χειροκροτήματα ακούστηκαν από την μεγάλη αγκαλιά ανθρώπων που είχε σχηματιστεί γύρω της.
Η Άννα έπνιξε την ερώτηση πού πας γιατί δεν άντεχε να ακούσει την απάντηση που ήξερε πως θα ακούσει, την απάντηση που είχε καταντήσει σαν γκροτέσκο αστείο ανάμεσα σε όσους έμεναν . Όσους έμεναν και περίμεναν.
«Να σου δώσω ένα βιογραφικό μου να δώσεις στα Lidl;» ακούστηκε από κάποιον – ο Ηλίας ήταν;
«Και το δικό μου.» «Και το δικό μου.» ακολούθησαν και αμέσως μετά γέλια, εκείνα τα γέλια που κουβαλάνε πίκρα και κακία μαζί.
Η Άννα πρόσεξε με την άκρη του ματιού της πως μόνο η Ευγενία δεν συμμετείχε στην γενική χαρά, παρά είχε μια έκφραση απογοήτευσης σαν δασκάλα που προσπαθεί σκληρά αλλά οι μαθητές της όλο κάνουν λάθος την ορθογραφία. Την ώρα που οι υπόλοιποι άρχιζαν να αγκαλιάζουν με την σειρά την Ιουλία και να της εύχονται καλή αρχή , η Ευγενία κάνοντας βήματα προς τα πίσω , απομακρύνθηκε από την συντροφιά και βγήκε από τα γραφεία.
Η Ιουλία το πρόσεξε και γύρισε προς την Άννα.
«Ακόμα εδώ είναι αυτή; Περιπτωσάρα ρε παιδί μου.»
«Περιπτωσάρα αλλά βγάζει δουλειά» απάντησε η Άννα κάπως απότομα. Πρώτον γιατί που δεν δεχόταν κουβέντα για το προσωπικό της από κανέναν. Ούτε από την Ιουλία. Και δεύτερον γιατί η απογοήτευση στα μάτια της Ευγενίας την έκανε να ντραπεί. Όσο άσχημα και αν ήταν τα πράγματα δεν έπρεπε να αφήνει την κατάσταση να διολισθαίνει στην απόλυτη παρακμή. Ήταν το πρώτο και το σημαντικότερο καθήκον της στην θέση που είχε.
Έπειτα, για να αλλάξει ύφος, ρώτησε την Ιουλία πως είχε προσεγγίσει την Lidl. Είχε δει κάποια αγγελία; (Ποτέ δεν ξέρεις, καλό είναι να γνωρίζει κανείς,) είπε στον εαυτό της.
«Όχι, δεν είναι απίστευτο; Αυτοί με προσέγγισαν. Φαίνεται ότι μέτρησε η εμπειρία μου στον κλάδο. Μου έστειλαν μήνυμα στο LinkedIn, πέρασα συνέντευξη μέσω skype και αύριο υπογράφω. Πρόκειται για ένα νέο κατάστημα που θα ανοίξουν, μου είπαν.»
«Μπράβο, μπράβο.» είπε η Άννα ενώ το ψεύτικο χαμόγελο στο πρόσωπό της είχε αρχίσει να την πονάει. Και ήταν και κάτι άλλο που την πονούσε . Εκείνο το συναίσθημα που πρέπει να είχε η ορχήστρα του Τιτανικού όταν συνέχιζε να παίζει ενώ όλοι έμπαιναν στις βάρκες για να σωθούν .
Ο Μάνος έφυγε μετά; Ή η Ελευθερία; Ή μήπως η Ελευθερία με τον Μάνο μαζί; Είχε χάσει το μέτρημα η Άννα. Από τα κεντρικά τους έφεραν δύο συναδέλφους από άλλα καταστήματα και κάποια στιγμή προσέλαβαν και έναν πιτσιρίκο που είχε μόλις τελειώσει το σχολείο και είχε περάσει στο Ιστορικό Αρχαιολογικό και δεν ήξερε που πάνε τα τέσσερα από λιανική αλλά στο μεταξύ είχε παραιτηθεί ήδη ένας από αυτούς που είχαν μεταφερθεί από άλλο κατάστημα της αλυσίδας και το δράμα τους δεν είχε τελειωμό. Η Άννα , τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας- καθόταν τουλάχιστον 12ωρο, καλύπτοντας συχνά και βάρδια στο ταμείο, ενώ η θέση του διευθυντή καταστήματος δεν είχε αναπληρωθεί προς το παρόν. Από τα κεντρικά τηρούσαν σιγή ιχθύος και τίποτα στην στάση τους δεν την έκανε να ελπίζει ότι η θέση θα πήγαινε σε εκείνη.
Ένα βράδυ Παρασκευής, μετά από ένα επεισοδιακό κλείσιμο με πελάτες που ωρύονταν για τα λίγα ανοιχτά ταμεία, έφτασε σπίτι αργά και μετά από ένα ζεστό μπάνιο, ετοιμαζόταν να σωριαστεί στο κρεβάτι της όταν χτύπησε το τηλέφωνό της. Είδε το όνομα του Χάρη στην οθόνη και της ήρθε να πετάξει το τηλέφωνο στον τοίχο.
Τι σκατά είχε συμβεί πάλι;
Με όσο κουράγιο της απέμενε, απάντησε στην κλήση και πριν προλάβει να μιλήσει άκουσε τον Χάρη να ουρλιάζει:
«Βλέπεις Νικολούλη; Βάλε Νικολούλη τώρα αμέσως.»
«Τι; Τι λες χριστιανέ μου, πας καλά;»
«Κάνε αυτό που σου λέω» συνέχισε στον ίδιο τόνο η φωνή στο ακουστικό.
Υπακούοντας , η Άννα άνοιξε την τηλεόραση στο Mega.
Μια κραυγή ξέφυγε από το στόμα της και το κινητό της έπεσε από τα χέρια.
Όλη την οθόνη κάλυπτε η φωτογραφία ενός νέου με χαμογελαστό πρόσωπο που φορούσε γκρι t-shirt – ένα γκρι t shirt που ( η Άννα ήξερε) στο μέρος της καρδιάς θα έγραφε με καλλιγραφικά γράμματα Saldi .
«Ο ΜΑΝΟΣ» . Τα χείλη της σχημάτισαν το όνομα αλλά η φωνή δεν βγήκε από μέσα της.
Αναζητούμε απόψε τον Μάνο Αφεντάκη που εξαφανίστηκε από το σπίτι του πριν από δέκα ημέρες, την ημέρα που θα ξεκινούσε δουλειά σε μεγάλη αλυσίδα λιανικής.
ακούστηκε η γνώριμη φωνή της Αγγελικής Νικολούλη ενώ το πλάνο άλλαξε και στην οθόνη εμφανίστηκαν μια σειρά από πολυθρόνες στις οποίες κάθονταν οι μόνιμοι συνεργάτες της Αγγελικής- ο ποινικολόγος, ο ιατροδικαστής, η ψυχολόγος, ο τέως αστυνομικός. Όλοι τους με βλέμμα σοβαρό και πένθιμο κοίταζαν τον νεοφερμένο ανάμεσά τους, έναν άντρα γύρω στα 35 που έμοιαζε φοβερά με τον Μάνο και θα έπρεπε λογικά να είναι αδελφός του.
Πήρε το τηλέφωνο που είχε πέσει στο πάτωμα και το έβαλε στο αυτί της.
«Χάρη; Είσαι εκεί;»
Ό Χάρης κάτι πήγε να πει, αλλά σταμάτησε αμέσως γιατί, η Αγγελική είχε μόλις δεχθεί ένα τηλεφώνημα και φώναζε στο control να πάνε σε διαφημίσεις για να μπορέσει να μιλήσει.
«Τι διάολο συμβαίνει;»
«Αυτό θα ρώταγα κι εγώ» . Η φωνή του Χάρη ήταν τόσο διαφορετική- σκέφτηκε η Άννα. Ακουγόταν σαν κάποιον που πραγματικά φοβάται.
«Μα κανένας μας δεν είχε δοκιμάσει να επικοινωνήσει με τον Μάνο από την μέρα που παραιτήθηκε ;»
Ο Χάρης δεν απάντησε και η Άννα σκέφτηκε ξανά πόσο γρήγορα ξεχνούσαν όσους έφευγαν από την ομάδα του καταστήματος και ντράπηκε για τον εαυτό της και για όλους.
Η Αγγελική επανήλθε μετά τις διαφημίσεις και τώρα φαινόταν και αυτή αρκετά αναστατωμένη. Το ένα της χέρι κρατούσε μερικές σελίδες Α4 τυλιγμένες σε ρολό και το άλλο κουνιόταν σπασμωδικά σαν να το χτυπούσε ηλεκτρικό ρεύμα.
Στην οθόνη εμφανίστηκε μια νέα φωτογραφία, αυτή μιας γυναίκας που πόζαρε μπροστά στο Ρολόι του Πειραιά και από το τηλέφωνο ακούστηκε η ξέπνοη φωνή του Χάρη.
«Θεέ μου, η Ιουλία.»
Αγαπητοί φίλοι, το μυστήριο πυκνώνει γύρω από την εξαφάνιση του νεαρού Μάνου από το Αιγάλεω. Επικοινώνησαν με την εκπομπή μας συγγενείς της συναδέλφου του , Ιουλίας Παπαδάκου , που βλέπετε στην φωτογραφία και μας ενημέρωσαν πως και η εικονιζόμενη έχει να δώσει σημεία ζωής εδώ και δεκαπέντε ημέρες και πως και εκείνη εξαφανίστηκε την ημέρα που θα ξεκινούσε να εργάζεται σε εταιρία – στην ίδια εταιρία στην οποία θα πήγαινε και ο Μάνος Αφεντάκης.
Η Άννα και ο Χάρης έκλεισαν το τηλέφωνο και απέμειναν να κοιτάζουν την οθόνη όπως κοίταζαν τώρα και οι συνεργάτες της την Αγγελική. Χαμένοι και τρομοκρατημένοι.
Κανένας εργαζόμενος του Saldi δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Τηλεφωνούσαν ο ένας στον άλλον ή έστελναν μηνύματα ή έκαναν ομαδικές βιντεοκλήσεις. Σταμάτησαν μόνο κάποια στιγμή όταν λίγο πριν τις δύο μετά τα μεσάνυχτα, στην εκπομπή τηλεφώνησε κάποιος από το τμήμα HR της LIDL (της μεγάλης αλυσίδας λιανικής) για να πληροφορήσει το πάνελ και τους τηλεθεατές ότι ουδέποτε είχε γίνει πρόταση συνεργασίας από την εταιρία σε αυτά τα άτομα, ούτε είχαν τα βιογραφικά τους, ούτε είχαν ξανακούσει για αυτούς. Έπειτα τηλεφώνησε και ο Χαράλαμπος, ο δικός τους ο Bo, λέγοντας ότι είχε δουλέψει με αυτούς τους ανθρώπους στο παρελθόν αλλά δεν είχε επικοινωνήσει μαζί τους τελευταία και σίγουρα όχι για να τους προσφέρει θέσεις εργασίας στην νέα εταιρία στην οποία εργαζόταν.
Μετά από αυτό, η κατάσταση ξέφυγε εντελώς. Το τηλεφωνικό της εκπομπής κατακλύστηκε από τηλέφωνα που δήλωναν εξαφανίσεις και άλλων εργαζομένων της Saldi- της Άννας της φάνηκε ότι κάπου άκουσε και το όνομα της Ελευθερίας- ή που δήλωναν εθελοντές να βοηθήσουν να βρεθούν οι εξαφανισμένοι ή που έλεγαν ότι τους είχαν δει πρόσφατα άλλος στην Πάτρα, άλλος στην Κρήτη, άλλος στην Αλεξανδρούπολη. Η Νικολούλη αναγκάστηκε να κλείσει την εκπομπή γιατί κόντευε τρεις αλλά υποσχέθηκε να συνεχίσει την επόμενη εβδομάδα.
Θα ήταν πολύ λίγο να πει κανείς απλώς πως κάτι άλλαξε εκείνη την νύχτα. Η αλλαγή που συντελέστηκε ήταν κοσμογονική.
Για αρχή, η απάθεια και η μιζέρια χάθηκαν από τα πρόσωπα που συναντούσε η Άννα στην είσοδο προσωπικού κάθε πρωί. Τα νέα της τρομακτικής εξαφάνισης των συναδέλφων τους , είχαν δώσει νέα ζωή στους εργαζόμενους του Saldi. Τους είχαν κάνει να στραφούν και ο ένας στον άλλον και να κουρνιάσουν θαρρείς ο ένας στην έγνοια του διπλανού του. Η ιδέα είμαστε μια οικογένεια έπαιρνε τώρα ένα διαφορετικό νόημα. Ξαφνικά ήταν όλοι μέλη μιας οικογένειας που κινδύνευε και ο εχθρός ήταν άγνωστος και ελεύθερος.
Ένα συνεργείο από το Φως στο Τούνελ ήρθε μία μέρα για να τραβήξει πλάνα- πήραν και συνέντευξη από την Μαρίνα που σαν γνήσια πολιτικάντης, έτρεξε να επωφεληθεί της ευκαιρίας για λίγη δημοσιότητα. Εκείνη την ημέρα, συζητώντας με τους συνεργάτες της Νικολούλη, άκουσαν για πρώτη φορά να γίνεται κουβέντα για serial killer.
«Μα δεν έχει βρεθεί κανένα πτώμα. Οι άνθρωποι μπορεί να είναι ζωντανοί»– είπε κάποιος.
«Και ούτε θα βρεθεί ποτέ.» απάντησε κάποιος από τους ηχολήπτες. «Έχουν δει εμένα τα μάτια μου..»
«Και τι είδους serial killer είναι αυτός;»
«Serial killer υπαλλήλων της λιανικής» απάντησε βαθυστόχαστα ένας άλλος από το συνεργείο της εκπομπής.
Και αυτό ήταν.
Οι συνάδελφοι της Άννας, οι μέχρι χτες ανώνυμοι και απρόσωποι υπάλληλοι σούπερ μάρκετ, αυτοί που η μόνη τους αξία ήταν να εξυπηρετούν με χαμόγελο την κάθε παλαβή απαίτηση και να δέχονται αδιαμαρτύρητα τα προσβλητικά σχόλια των αγενών , που ξεχώριζαν από τους πελάτες μόνο γιατί φορούσαν την γκρι στολή με τα καλλιγραφικά γράμματα στο μέρος της καρδιάς, έγιναν όχι απλά κάποιοι, αλλά εκτοξεύτηκαν στο πάνθεον των ηρώων που ήταν θύματα ενός παρανοϊκού δολοφόνου.
Αυτή η αλλαγή στην ταυτότητά τους, έφερε αλλαγή και στη δουλειά τους. Κανένας δεν έφευγε αν δεν ρωτούσε πώς μπορούσε να βοηθήσει κάποιον συνάδελφο που δεν είχε τελειώσει ακόμα τη δουλειά του. Όσοι είχαν αυτοκίνητο προσφέρονταν να γυρίσουν στο σπίτι άλλους που πήγαιναν με το λεωφορείο , ώστε να μην κυκλοφορούν μόνοι τους το βράδυ. Τα παράπονα για το πρόγραμμα των βαρδιών και τα ρεπό εξαφανίστηκαν και όλοι κοιτούσαν πώς θα βοηθήσουν ο ένας τον άλλον και πώς θα βγει η δουλειά.
Η μόνη παραφωνία σε όλη αυτήν την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα ήταν τα κομμάτια από το ταβάνι που άρχισαν να πέφτουν στην αποθήκη και η διοίκηση που έστειλε εμπειρογνώμονα, συνέστησε σε όλους όσους έμπαιναν στην αποθήκη να φορούν Μέτρα Ατομικής Προστασίας. Το κακό ήταν ότι παρόμοιες αστοχίες είχαν αρχίσει να εμφανίζονται και στο πάρκιγκ προσωπικού στο υπόγειο του κτηρίου. Τίποτα από τα παραπάνω δεν είχε πτοήσει τους αναπτερωμένους εργαζόμενους που σε άλλες περιπτώσεις δεν θα σταματούσαν να γκρινιάζουν για το ότι η εταιρία δεν νοιάζεται αν ζουν ή αν πεθαίνουν από το ταβάνι που θα τους πέσει στο κεφάλι.
Η υπόθεση της εξαφάνισης ήταν πρώτο θέμα και την επόμενη Παρασκευή στην εκπομπή αλλά καθώς κανένα νέο στοιχείο δεν εμφανίστηκε , άρχισε σιγά σιγά να υποχωρεί σε συχνότητα αναφοράς, μέχρι που δύο Παρασκευές αργότερα, δεν αναφέρθηκε καθόλου.
«Είδες; Πέσαμε ξανά στην αφάνεια. Κανείς δεν νοιάζεται στην πραγματικότητα για τους υπαλλήλους της λιανικής. Δεν υπάρχουμε – έτσι κι αλλιώς- οπότε ποιος νοιάζεται όταν εξαφανιζόμαστε; Ή μάλλον υπάρχουμε μονάχα για να εξυπηρετούμε. Να εξυπηρετούμε με χαμόγελο.»
Η Άννα στην άλλη άκρη της γραμμής δεν είπε τίποτα. Όσο και υπερβολικά, τα λόγια του Χάρη, είχαν μια δόση αλήθειας. Σκέφτηκε πως τώρα που τα φώτα της δημοσιότητας θα έσβηναν από πάνω τους, θα ξαναέπεφταν στην γκρίζα- σαν την στολή τους- μιζέρια που είχαν και πριν. Και λίγο χειρότερη. Γιατί τα ερωτήματα σχετικά με την εξαφάνιση των συναδέλφων, δεν είχαν απαντηθεί.
Η επόμενη μέρα στην δουλειά ήταν περίπου έτσι όπως είχε φανταστεί η Άννα. Φωτεινή εξαίρεση ήταν , όπως ήταν αναμενόμενο, η Ευγενία, η οποία συνέχιζε να επιδεικνύει την ίδια αφοσίωση στη δουλειά της όπως πάντα και όπως πάντα διαφήμιζε τον εαυτό της σε κάθε ευκαιρία.
Αυτή τη φορά , το είχε λίγο παρακάνει προσφερόμενη να πάρει σπίτι της και να πλύνει τις σημαίες του Saldi που ανέμιζαν στην είσοδο του καταστήματος και είχαν ρουφήξει όλο το καυσαέριο και την σκόνη της περιοχής τον ένα χρόνο που είχε χαλάσει το πλυντήριο του καταστήματος. Η Άννα το δέχθηκε, με την υπόσχεση ότι θα μοιράζονταν την δουλειά – οι σημαίες ήταν τεράστιες και βαριές σε καμμία περίπτωση δεν θα άφηνε την Ευγενία να τις κουβαλήσει και να τις πλύνει μόνη της.
«Έχουμε περάσει πολλά και δεν αξίζει να μας κακολογούν για τις βρώμικες σημαίες μας. Αυτό το μέρος είναι το σπίτι μας. Δεν θα έπρεπε να φροντίσουμε για το σπίτι μας;»
Η Άννα σκέφτηκε ότι δεν θα άντεχε έναν ακόμα πανηγυρικό προς την εταιρία και τον εαυτό της ,από την Ευγενία. Έπρεπε να την διακόψει.
«Αυτό δεν είναι το αυτοκίνητό σου; Δώσε μου τις σημαίες και άνοιξε το πορτ μπαγκάζ να σε βοηθήσω να τις βάλουμε μέσα. Μετά θα με βοηθήσεις κι εσύ να βάλουμε αυτές που κρατάω στο δικό μου. Και λέγοντας αυτά απίθωσε κάτω τον φορτίο της και πήρε από τα χέρια της Ευγενίας το δικό της. Η Ευγενία συνέχισε να μιλάει για τις παλιές εποχές που άλλαζαν τις σημαίες συχνά και υπήρχε ειδική διαδικασία ελέγχου των σημαιών και ο εκάστοτε υπεύθυνος βάρδιας ήταν επιφορτισμένος να αναφέρει σε τι κατάσταση βρισκόταν το κτήριο και οι σημαίες καθημερινά.
Η Άννα είχε σκύψει στο ανοιχτό πορτ μπαγκάζ και τακτοποιούσε το φορτίο χωρίς να δίνει σημασία. Ένοιωσε ένα τσίμπημα στο χέρι της και το τράβηξε απότομα. Μια τέλεια σφαιρική σταγόνα αίματος είχε σχηματιστεί στον δείκτη του δεξιού της χεριού. Ψηλάφισε με αργές κινήσεις στο σκοτάδι του πορτ μπαγκάζ μέχρι που ένοιωσε ξανά ένα κοφτερό κεφάλι καρφίτσας να σέρνεται στα δάχτυλά της. Έπιασε το άγνωστο αντικείμενο και το έβγαλε έξω στο φως. Ήταν μια κονκάρδα. Μια κονκάρδα όμοια με αυτή που φορούσε η Άννα στο πέτο της, μια κονκάρδα που έγραφε
Ciao, είμαι ο Μάνος.
Με την κονκάρδα στα χέρια της πλησίασε την Ευγενία που είχε σκύψει να μαζέψει τις σημαίες που είχε αφήσει η Άννα στο πάτωμα, ενώ συνέχιζε να μιλάει για τις παλιές καλές μέρες.
«Εσύ! Εσύ!» Όσο κι αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να βρει άλλες λέξεις εκείνη την στιγμή. Το μυαλό της δεν μπορούσε να επεξεργαστεί την φοβερή αποκάλυψη. Μήπως έβλεπε εφιάλτη; Δεν μπορεί να ήταν αλήθεια αυτό.
Η Ευγενία σήκωσε το κεφάλι της να την κοιτάξει και φαινόταν να μην καταλαβαίνει ώσπου είδε την κονκάρδα στα δάχτυλα της Άννας που έσταζαν αίμα. Αμέσως σοβάρεψε, σηκώθηκε , ίσιωσε την στολή της , χτένισε με τα δάχτυλά της τα μαλλιά της και έπλεξε τα δάχτυλά της μπροστά στο σώμα της.
«Ο πρώτος μας διευθυντής, ο Πιτταράς, ξέρεις τι μου έλεγε πάντα; Ευγενία μου να είχα δέκα σαν κι εσένα. Και ξέρεις γιατί το έλεγε αυτό;» Εκείνη την στιγμή ξέπλεξε τις παλάμες των χεριών της και έβγαλε από την τσέπη της μια σύριγγα. Με μια αστραπιαία κίνηση έπιασε την Άννα σε μια λαβή που δεν περίμενε κανείς από μια γυναίκα σαν την Ευγενία.
«Επειδή ήξερε ότι είστε όλοι ανθρωπάκια, προδότες, που στην πρώτη ευκαιρία θα εγκαταλείπατε το πλοίο σαν ποντίκια την ώρα της τρικυμίας. Πώς είναι δυνατόν να φεύγουν υπάλληλοι της Saldi για να πάνε στον ανταγωνισμό; Η εταιρία μας είναι η μάνα μας. Πώς λέγονται αυτοί που στρέφονται ενάντια στην μάνα τους; Και τι τιμωρία τους αξίζει;»
Η Άννα πάσχιζε να ξεφύγει από την λαβή της αλλά το μόνο που κατάφερνε είναι να σφίγγει εκείνη σαν μέγγενη γύρω από τους καρπούς της .
«Είσαι τρελή. Είσαι παρανοϊκή!» ούρλιαξε ελπίζοντας να τους άκουγε κάποιος.
«Τρελή εγώ;» από την φωνή της καταλάβαινες ότι η Ευγενία αισθανόταν αληθινά προσβεβλημένη. Η σκέψη δεν πρέπει να είχε περάσει ποτέ από το κεφάλι της.
«Μα δεν είδες τι θαύμα έγινε στο μαγαζί από τότε που απομακρύνθηκαν οι προδότες; Δεν είδες πόσο ανέβηκε η παραγωγικότητα; Δεν είδες πόσο αληθινά ευχαριστημένοι ήταν οι άνθρωποι από τη δουλειά τους; Πόσο αλληλεγγύη και ενδιαφέρον έδειχναν ο ένας στον άλλον;»
«Τι τους έκανες;» φώναξε η Άννα. Μα δεν υπήρχε κανείς στο πάρκιγκ; Κανείς δεν θα ερχόταν να την σώσει;
«Δεν θα τους βρει ποτέ κανείς. Πήγαν εκεί όπου τους άξιζε. ΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ. Εκεί που , μετά λύπης μου, θα πρέπει να πας κι εσύ τώρα Άννα.» Σήκωσε την σύριγγα και πίεσε το έμβολό της ελαφρά ώσπου ένα άγνωστο υγρό εκτόξευσε μερικές σταγόνες του στον αέρα.
«Δεν σου άξιζε εσένα αυτό. Εσύ, παρ’ όλα τα ελαττώματά σου, εργαζόσουν καλά για την εταιρία μας. Θα λυπηθώ που θα σε χάσουμε.»
Η Άννα άκουγε την ίδια της την καρδιά να χτυπά φρενιασμένα στα αυτιά της. Η απέλπιδα σκέψη πως δεν μπορούσαν να συμβαίνουν όλα αυτά , είχε δώσει την θέση της στην βεβαιότητα πως στ’ αλήθεια θα πέθαινε, πως εδώ, τώρα, θα τέλειωνε η ζωή της. Άνοιξε το στόμα της να πει κάτι τελευταίο μα αντί για λέξεις βγήκε ένα ουρλιαχτό.
Ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούστηκε και με μιας ένα άσπρο σύννεφο απλώθηκε παντού. Τα μάτια της δεν μπορούσαν να δουν και τα αυτιά της δεν μπορούσαν να ακούσουν μετά το ηχητικό σοκ αλλά μπορούσε να καταλάβει ότι δεν βρισκόταν πλέον κάτω από τη δυνατή λαβή της Ευγενίας. Ήταν ελεύθερη.
Το άσπρο σύννεφο- που διαπίστωσε πως ήταν σκόνη από σοβά- κατακάθισε και αποκάλυψε στα μάτια της ένα αποτρόπαιο θέαμα. Ένα κομμάτι από το ταβάνι στο πάρκιγκ είχε καταρρεύσει ακριβώς πάνω από την Ευγενία, συνθλίβοντάς την. Η Άννα κοίταξε την ενιαία μάζα που σχημάτιζε το μπετόν και το άψυχο κορμί της συναδέλφου της. Ξεχώριζε πια μόνο το δεξί της χέρι που κρατούσε ακόμα την σύριγγα . Καθώς έσκυψε για να δει καλύτερα , άξαφνα εκείνο άρχισε να κινείται σπασμωδικά σαν να έψαχνε στα τυφλά να καρφώσει κάπου τη βελόνα με το δηλητηριώδες υγρό του. Έπειτα, το ίδιο ξαφνικά , σταμάτησε κι έμεινε ακίνητο για πάντα.
Κάπου στο βάθος άκουσε την σειρήνα συναγερμού του μαγαζιού, ενώ το αυτόματο σύστημα πυρόσβεσης που είχε ενεργοποιηθεί από το σύννεφο σκόνης, πήρε μπρος και άρχισε να ψεκάζει νερό σε όλο το πάργκιγκ. Καθώς το νερό μούσκευε τα μαλλιά και το πρόσωπό της, η Άννα είπε στον εαυτό της ότι όλα είχαν τελειώσει.
Ή ίσως όχι ακόμα όλα. Πέταξε από πάνω της την κονκάρδα που έγραφε «Ciao, είμαι η Άννα», έβγαλε την μπλούζα της στολής και την πέταξε και αυτήν κάτω. Έμεινε με το φανελάκι της και στάθηκε κάτω από το springler ψεκασμού. Έπρεπε να πλύνει από πάνω της αυτόν τον εφιάλτη. Έπρεπε να καθαριστεί από αυτήν την παράνοια.
Κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή καταστάσεις είναι τυχαία.