Μαρούσι 21/12, ώρα 00:45 π.μ
Ο κέρσορας αναβόσβηνε στην λευκή οθόνη με έναν τρόπο που η Αλεξάνδρα έβρισκε απόψε ψυχρό και αμείλικτο. Το βλέμμα της δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από πάνω του και προς στιγμή είχε την αίσθηση ότι όσο τον κοιτούσε ο κέρσορας μεγάλωνε και μεγάλωνε και σε λίγο θα έπιανε την οθόνη απ’ άκρη σχηματίζοντας ένα φριχτό μαύρο στόμα.
Έδιωξε την σκέψη από το μυαλό της και κοίταξε στο πάνω μέρος της οθόνης , εκεί που κάποτε εμφανίζονταν το μενού της Βοήθειας του Word και που τώρα η Microsoft είχε εισάγει αυτό που έμοιαζε με τα λόγια ενός από μηχανής θεού : Πείτε μου τι θέλετε να κάνετε και δίπλα από αυτό το σχέδιο ενός φωτεινού λαμπτήρα.
«Θέλω να μου γράψεις μια συγκλονιστική ιστορία.. τόσο συγκλονιστική που να αλλάζει τις ζωές των ανθρώπων. Τόσο συγκλονιστική που όλοι να μιλάνε για εμένα.»
Το είπε δυνατά αυτό , όχι απλά μέσα στο μυαλό της και για λίγο, για πολύ λίγο, ήλπισε και φοβήθηκε ταυτόχρονα ότι η επιθυμία της θα πραγματοποιούνταν με τον τρόπο που μόνο ο Μεφιστοφελής και η τεχνητή νοημοσύνη πραγματοποιούν τις επιθυμίες. Ωστόσο τίποτα δεν έγινε και ο κέρσορας συνέχισε να αναβοσβήνει και τώρα έμοιαζε περισσότερο από ποτέ με στόμα – με το στόμα απ’ όπου έβγαινε η φωνή που τόση ώρα παίδευε το μυαλό της, η φωνή που της έλεγε πως δεν είναι συγγραφέας, δεν « το ‘χει» , πως ποτέ δεν ήταν , πως το γεγονός ότι είχε γνωρίσει επιτυχία το πρώτο βιβλίο της ήταν καθαρά θέμα τύχης και δεν θα συνέβαινε ποτέ ξανά
Παιδί θαύμα της σκανδιναβικής λογοτεχνίας! Ας γελάσω! Εσύ δεν μπορείς να γράψεις ούτε μια γραμμή. Μια απλή , μίζερη παλιογραμμή.
«Σκάσε.»
Η δική της η φωνή ήταν τώρα, μόνο που ακούστηκε στ’ αυτιά της ξεψυχισμένα. Δεν υπήρχε λόγος να προσπαθεί άλλο. Ήξερε πως μια αφόρητα λευκή οθόνη με έναν κέρσορα που αναβοσβήνει είχε το παράδοξο όνομα blackout -αντί για white out ας πούμε- και πως οι περισσότεροι συγγραφείς είχαν συναντήσει αυτό το τέρας τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους.
Αυτοί τουλάχιστον ήταν συγγραφείς πριν πάθουν blackout. Εσύ δεν είσαι τίποτα.
Δεν ωφελούσε να το παλεύει άλλο. Έκλεισε το λάπτοπ και σηκώθηκε να ετοιμαστεί. Είχε ταξίδι αύριο.
Παγκράτι, 21/12 , 03:45π.μ.
Άπλωσε το χέρι της και άγγιξε τον διακόπτη του πορτατίφ που βρισκόταν στο κομοδίνο της. Το σκοτεινό υπνοδωμάτιο φωτίστηκε με μιας. Κοίταξε την ώρα και αποφάσισε ότι δεν θα κοιμόταν άλλο κι έτσι στήριξε τις γροθιές της στο στρώμα για να μπορέσει να σηκωθεί. Ένοιωσε τις αρθρώσεις της να πονούν σαν να τις τρύπαγαν ρομφαίες αλλά δεν έβγαλε άχνα. Δεν είχε νόημα να βογγάς, ή να φωνάζεις ή να κλαίς αν έμενες μόνος. Κι εκείνη έμενε χρόνια μόνη .
Σηκώθηκε , φόρεσε τις γούνινες παντόφλες της και τυλίχτηκε με την ζεστή της ρόμπα. Έσυρε αργά τα βήματά της στο χωλ έχοντας πάντα τον φόβο μην πέσει . Στην ηλικία της αυτό ήταν ένα ισχυρό ενδεχόμενο και στην περίπτωσή της θα μπορούσε να έχει ολέθρια αποτελέσματα. Πόσος καιρός θα περνούσε μέχρι να την αναζητούσαν;
Άνοιξε την τηλεόραση και βολεύτηκε στην πολυθρόνα της.
«Κοίτα εκεί. Έχει το Μια Υπέροχη Ζωή. Τέτοιο αριστούργημα και να το βάζουν τέτοια ώρα. Πώς θα το δει ο κόσμος, να καταλάβει ότι έβγαιναν και τέτοιες ταινίες κάποτε, πως δεν είχαν τόση ασχήμια και τόσο σκοτάδι τα έργα όπως σήμερα…» Της άρεσε να μιλάει δυνατά κι ας ήταν μόνη της. Ίσως ακριβώς επειδή ήταν μόνη της το έκανε, για να ακούγεται μια ανθρώπινη φωνή μέσα στο σπίτι.
Στο τραπεζάκι δίπλα της είδε ένα κομμάτι χαρτί και το πήρε στα χέρια της. Επάνω του διάβασε το όνομά της γραμμένο στα αγγλικά. MRS CHARICLEIA LONTOU. Πάσχισε να θυμηθεί τι ήταν αυτό και μια φωνή μέσα της της έλεγε πως ήταν κάτι σημαντικό μα αρνιόταν να της φανερώσει τι. Αισθάνθηκε σαν τα γρανάζια του μυαλού της έτριζαν στην προσπάθεια να δουλέψουν. Και μετά έτσι απλά , της ήρθε. Το εισιτήριό της, για αύριο. Συνέβαινε καμμιά φορά να παγώνει η θύμησή της – σαν μοτεράκι σε παλιό κασετόφωνο που αργούσε να πάρει μπρος και ας είχες πατήσει το κουμπί. Όσο το μοτεράκι δούλευε τελικά, δεν υπήρχε σοβαρό πρόβλημα. Τι θα γινόταν όμως αν μια μέρα απλά δεν ξανάπαιρνε μπρος; Αν όλα όσα ήξερε, όλα όσα έζησε και όλα όσα ήταν τα κάλυπτε σκοτάδι μαύρο;
Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν κι απίθωσε ξανά το εισιτήριο στο τραπεζάκι. Σκέφτηκε το αυριανό της ταξίδι και είπε στον εαυτό της να μην φοβάται, όλα θα πήγαιναν καλά. Απλά θα έπαιρνε ένα ταξί το πρωί, θα πήγαινε στο αεροδρόμιο , θα έμπαινε στο αεροπλάνο και το απόγευμα θα ήταν στην Στοκχόλμη όπου θα την περίμενε η ανηψιά της με τον άντρα της.
Κοίταξε το ρολόι της. 04:30. Είχε ακόμα ώρα ως την πτήση της. Στην οθόνη, είδε τον Τζέιμς Στιούαρτ να υπόσχεται στην Ντόνα Ρήντ πως θα έπιανε με ένα λάσο το φεγγάρι και θα το κατέβαζε στη γη , και θυμήθηκε κάποτε που ένα αγόρι της είχε πει το ίδιο πράγμα , πως θα κατέβαζε για χάρη της το φεγγάρι. Το αγόρι εκείνο είχε χαθεί και το φεγγάρι παρέμενε πάντα στην θέση του. Και κάθε φορά που το κοιτούσε θυμόταν εκείνη την υπόσχεση, εκείνο το νεανικό βλέμμα, εκείνα τα ξανθά μαλλιά Ω, έτρεμε την ημέρα που το φεγγάρι δεν θα της θύμιζε τίποτα, τίποτα απολύτως.
Ραφήνα, Νεκροταφείο 21/12 09:30 π.μ.
«…Το χειρότερο είναι το σκοτάδι. Θυμάσαι πόσο νωρίς σκοτεινιάζει αυτήν την εποχή και πόσο αργεί να ξημερώσει εκεί πάνω; Περνάνε μέρες χωρίς να δούμε ήλιο.»
«Γιόνας!»
Το αγόρι άκουσε πως φώναζαν το όνομά του αλλά δεν γύρισε.
«Σκέτο Blackout απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας. Το θυμάσαι αυτό μπαμπά; Κι εκείνες τις μαύρες νύχτες , όταν στα σπίτια ανάβουν τα μικρά Χριστουγεννιάτικα φαναράκια κοντά στα παράθυρα που φαίνονται από μακρυά σαν απέραντος αεροδιάδρομος…»
«Γιόνας! Γιόνας! Πρέπει να φύγουμε. Θα αργήσουμε.»
Μια κυρία που πότιζε τα άνθη που στόλιζαν τον δίπλα τάφο, γύρισε και κοίταξε την γυναίκα που είχε μιλήσει και χωρίς να καταλαβαίνει τη γλώσσα , στράφηκε προς το αγόρι και του έκανε νόημα. Εκείνο της χαμογέλασε και είπε ευγενικά « Ευ-χα-ρι-στώ» στα ελληνικά πριν γυρίσει προς την μάνα του.
«Ίωνα με λένε , όχι Γιόνας»
Η γυναίκα τον πλησίασε και ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του.
«Πρέπει να φύγουμε. Πρέπει να είμαστε στο αεροδρόμιο τουλάχιστον μία ώρα πριν από την πτήση μας.»
Το αγόρι στράφηκε ξανά προς το λευκό μάρμαρο με το όνομα του πατέρα του.
«Πιστεύεις ότι ξέρει ότι είμαστε εδώ σήμερα;»
Η γυναίκα προσπάθησε να κρύψει την απογοήτευσή της. Ανησυχούσε πως η περίοδος πένθους κρατούσε υπερβολικά πολύ στον γιο της. Ο πατέρας του είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν και ο μικρός θα έπρεπε να είχε διαχειριστεί και να είχε αφήσει ήδη πίσω του το αίσθημα της θλίψης. Αυτή η έντονη συναισθηματικότητα ήταν πολύ ξένη για αυτήν . Κι ας ήταν αυτό ακριβώς που είχε ερωτευτεί στον άντρα της όταν τον είχε γνωρίσει εκείνο το καλοκαίρι στην Κρήτη 15 χρόνια πριν.
För mycket passion
Υπερβολικό πάθος. Αυτή η υπερβολή και αυτό το πάθος , τόσο διαφορετικά από ο,τιδήποτε είχε γνωρίσει ως τότε, την έκαναν να μείνει στην Ελλάδα και να γεννήσει το παιδί του. Κι όταν εκείνος αρρώστησε και έσβησε ένα χρόνο πριν, ο βορειο Ευρωπαίος εαυτός της πήρε ξανά τα ηνία και την απόφαση να γυρίσει στην Σουηδία με το παιδί . Στην Ελλάδα θα έρχονταν μία ή δύο φορές τον χρόνο για να βλέπει το παιδί τον παππού και τη γιαγιά.
«Δεν ξέρω Γιον…Ίωνα. Ειλικρινά δεν ξέρω. Και δεν ωφελεί να το σκέφτεσαι. Ο πατέρας σου δεν θα ήθελε να σε βλέπει να στεναχωριέσαι ακόμα.»
Το αγόρι έγνεψε. Έπειτα, σαν να θυμήθηκε κάτι σημαντικό, το πρόσωπό του άστραψε. Έβγαλε το backpack του από τους ώμους και ψάρεψε από μέσα ένα χοντρό και κάπως ταλαιπωρημένο βιβλίο. Το σήκωσε ψηλά.
«Βλέπεις;» ρώτησε το λευκό μάρμαρο. « Διαβάζω το αγαπημένο σου βιβλίο. Θα το πάρω μαζί μου και θα το διαβάσω όλο. Στο υπόσχομαι.» Χαμογέλασε λες και άκουσε μια άφωνη απάντηση που τον ικανοποίησε και ύστερα πήρε το χέρι της μητέρας του και προχώρησε μαζί της ως την έξοδο. Πριν φτάσουν στην μεγάλη καγκελόπορτα, άφησε το χέρι της και έτρεξε γρήγορα πίσω. Φάνηκε να λέει κάτι στην κυρία που φρόντιζε τον διπλανό τάφο και ξαναγύρισε τρέχοντας στην μάνα του.
«Της είπα να περιποιείται λίγο και τον τάφο του πατέρα. Μέχρι να ξαναέρθουμε.»
Πιο ήρεμος τώρα και χαμογελαστός, τάχυνε το βήμα του ως το ταξί που τους περίμενε.
Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος , 21/12, 10:30 π.μ
Η Αλεξάνδρα κοίταξε την αφίσα το ΕΟΤ με επικριτικό βλέμμα.
GREECE- WHERE GODS WALK THE EARTH
«Σαχλαμάρες!»
Μετά αναρωτήθηκε αν πήγαινε κάτι στραβά με αυτήν που δεν μπορούσε να νοιώσει και αυτή το δέος που ένοιωθαν οι ξένοι για την Ελλάδα. Να , τώρα μπροστά της, ένα ξανθό αγοράκι –προφανώς από χώρα της Βόρειας Ευρώπης- έδειχνε στην ξανθιά μαμά του την αφίσα με μάτια θαμπωμένα από τον θαυμασμό.
Ίσως έφταιγε το ότι οι γονείς της, όταν μετανάστευσαν στην Σουηδία, είχαν αποφασίσει να ζήσουν μακριά από την Ελληνική κοινότητα ώστε να ταιριάξουν καλύτερα με τους ντόπιους. Στην πραγματικότητα δεν ταίριαξαν με κανέναν και η Αλεξάνδρα μεγάλωσε με μια κριτική ματιά για την Σουηδία και μια άγνοια για την Ελλάδα- δηλαδή με την μοναξιά εκείνου που δεν ανήκει πουθενά. Αυτή η μοναξιά ήταν το θέμα του βιβλίου της που είχε γνωρίσει επιτυχία στην Σουηδία και είχε μόλις μεταφραστεί στα Ελληνικά.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα που πέρασε από μπροστά της μουρμουρίζοντας ακατάληπτα, την έβγαλε από τις σκέψεις της. Η Αλεξάνδρα, κοίταξε την κυρτωμένη φιγούρα της γυναίκας και ένοιωσε οίκτο και συνάμα αποστροφή – μα πιο πολύ αποστροφή. Λες και τα γηρατειά, ή το θόλωμα του μυαλού ήταν ασθένειες που μπορούσαν να την μολύνουν.
Εκείνη την στιγμή, κάτι έκανε την ηλικιωμένη γυναίκα, το ξανθό αγόρι και την Αλεξάνδρα, να γυρίσουν το βλέμμα τους προς την ίδια κατεύθυνση . Εκεί που τέμνονταν οι προεκτάσεις της ματιάς τους, στέκονταν δύο νεοφερμένοι στην Αίθουσα Αναχωρήσεων του Ελευθέριος Βενιζέλος. Θα πρέπει να είναι κάποιοι γνωστοί παίκτες του μπάσκετ , σκέφτηκε στην αρχή η Αλεξάνδρα, γιατί της είχαν φανεί θεόρατοι. Χρειάστηκε μια δεύτερη ματιά για να αποφασίσει ότι το ύψος τους δεν διέφερε πολύ από τους υπόλοιπους ανθρώπους που διέτρεχαν από άκρη σε άκρη το μεγάλο αεροδρόμιο. Ωστόσο όλα τα άλλα διέφεραν.
Κατ’ αρχάς, το ντύσιμό τους ξεχώριζε. Ο ένας, φαινόταν να ήρθε κατευθείαν από ένα εξωφρενικό πάρτι, στο οποίο τα πράγματα είχαν ξεφύγει, Είχε μακριά μαλλιά που κρέμονταν ανακατεμένα μπροστά στα μάτια του και γένια. Φορούσε μαύρο σκισμένο τζιν και από πάνω μία γούνα που σίγουρα ανήκε σε κάποια γυναίκα. Επίσης ήταν ξεκάθαρα μεθυσμένος ή μαστουρωμένος. Προσπαθούσε με δυσκολία να σταθεί και να εστιάσει το βλέμμα του κάπου , οπουδήποτε.
Αυτός που στεκόταν δίπλα του, από την άλλη, θαρρείς κι είχε κάνει τα πάντα για να αποτελεί το άκρο αντίθετο από αυτόν. Φορούσε λευκά ρούχα, παντελόνι και πουλόβερ, και άσπρο παλτό, λευκό σκούφο στο κεφάλι – αν και δεν έκανε τόσο κρύο αρχές Νοεμβρίου στην Αθήνα- και μαύρα γυαλιά ηλίου. Γύρισε το κεφάλι του αργά δεξιά και αριστερά και έπειτα έσκυψε να μιλήσει στον διπλανό του. Για έναν περίεργο λόγο η φωνή του έφτασε ως τα αυτιά της.
«Θυμάσαι ότι αναλαμβάνεις εσύ όσο λείπω..» Ο άνδρας στα λευκά είχε μιλήσει ελληνικά. Η φωνή του ήταν τόσο καθαρή και η άρθρωση τόσο τέλεια, που ίσως γι’ αυτό ακούστηκαν τόσο καθαρά- σκέφτηκε η Αλεξάνδρα.
Ο παράξενος διπλανός του έγνεψε «ναι» και βάζοντας τα δυο του χέρια στον βραχίονα μιας τροχήλατης χειραποσκευής, κατάφερε να κρατήσει το σώμα του ίσιο.
«Τι έχεις εδώ μέσα;» ρώτησε τον άντρα στα λευκά, δείχνοντας την χειραποσκευή.
«Το κορίτσι σου;»
Ο άλλος χαμογέλασε, ίσιωσε το παλτό του και πήρε την χειραποσκευή. Έπειτα ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του διπλανού του και το ίδιο έκανε και εκείνος. Ύστερα από αυτό , χωρίς να ανταλλάξουν άλλη κουβέντα, τράβηξε ο άντρας με τα λευκά για τις αναχωρήσεις και ο άλλος για την έξοδο και ο χρόνος που είχε σταματήσει, ξανάρχισε να κυλά στο αεροδρόμιο.
Airbus 321, πτήση SX 1834 για Στοκχόλμη, 21/12,14:50μ.μ
Ο πιλότος αργά και μάλλον βαριεστημένα είχε μόλις πληροφορήσει τους επιβάτες πως είχαν αφήσει πίσω τους την Βαρσοβία και πετούσαν πάνω από την Βαλτική. Ο καιρός ήταν καλός και η πτήση τους αναμένονταν να φτάσει στην Στοκχόλμη στην ώρα της.
Η Αλεξάνδρα χωρίς να το θέλει κοίταξε ξανά τη θέση 14C. Δεν ήταν η μόνη. Ο περίεργος άνδρας με τα λευκά που καθόταν εκεί συγκέντρωνε περιστασιακά τα βλέμματα των υπόλοιπων επιβατών της πτήσης. Το ξανθό αγοράκι που καθόταν στην ίδια σειρά τον κοιτούσε εξεταστικά λες και υπήρχε κάποιο μυστήριο που σχετιζόταν με τον άγνωστο που ο μικρός είχε αναλάβει να λύσει. Και η γηραιά κυρία του 14D είχε γύρει στο κάθισμά της και τον κοίταζε με βλέμμα που έδειχνε νοσταλγία και μελαγχολία.
Η Αλεξάνδρα σκέφτηκε ότι θα πρέπει να ανήκε σε εκείνο το είδος των ανθρώπων που λειτουργούν σαν λαμπτήρες, φέγγοντας ένα φως αλλιώτικο που τραβάει τους άλλους ανθρώπους όπως οι λάμπες πυρακτώσεως τις πεταλούδες της νύχτας.
Ο,τι κι αν ήταν αυτό που τον έκανε να λάμπει, δεν τον έκανε να το απολαμβάνει κιόλας. Απέφευγε να κοιτάξει τριγύρω του και είχε στρέψει την προσοχή του στην χειραποσκευή του, το χερούλι της οποίας κρατούσε συνεχώς λες και ήταν το χέρι κάποιου δικού του ανθρώπου.
(τι έχεις εδώ μέσα; Το κορίτσι σου;)
Τι μυστήριος τύπος στ΄ αλήθεια.
Νήσος Γκότλαντ , αεροδρόμιο Βίσμπι, 21/12, 17:40
Το αγόρι έσκυψε πάνω από τον άνδρα που ήταν καθισμένος στο πάτωμα. Το ύφος του ήταν τόσο σοβαρό , λες και όλη του η ζωή εξαρτιόταν από αυτό που θα έλεγε.
«Ξέρω ποιος είσαι.»
Ο άνδρας δεν είπε τίποτα , μόνο κοίταξε το αγόρι ανταποδίδοντας το ίδιο σοβαρό ύφος. Το αγόρι πήρε ανάσα και πρόσθεσε:
«Και δεν πρόκειται να το πω σε κανέναν»
Airbus 321, πτήση SX 1834 για Στοκχόλμη, 21/12,15:30
«Μαμά! Κοίτα! Κοίτα αυτό!»
Το μικρό ξανθό αγοράκι έδειχνε έξω από το παράθυρο και η μητέρα του έσκυψε να δει. Χαμογέλασε συγκαταβατικά στον γιό της.
«Σίγουρα κάποια φυσαλίδα έχει παγιδευτεί στο τζάμι και δημιουργεί αυτό το φαινόμενο.»
Δεν είχε ολοκληρώσει τα λόγια της όταν τρεις σειρές πιο κάτω μια νεαρή επιβάτιδα φώναξε στο αγόρι της να κοιτάξει έξω από το παράθυρο.
«…Μοιάζει σαν..σαν φωτοστέφανο από ουράνιο τόξο» σχεδόν τσίριζε η κοπέλα.
«Έι , αλήθεια, το βλέπω κι εγώ.»
Αυτή τη φορά ήταν ο άνδρας στο πίσω από την Αλεξάνδρα κάθισμα που μίλησε . Στράφηκε κι εκείνη μεμιάς στο δικό της παράθυρο και δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ για να το δει. Πάνω στο παχύ στρώμα από σύννεφα στο οποίο γλιστρούσε το airbus, είχε σχηματιστεί ένας φωτεινός κύκλος που ακτινοβολούσε στα επτά χρώματα του ουράνιου τόξου.
Πόσο πιθανό ήταν αυτό; Να βλέπουν όλα τα παράθυρα του αεροπλάνου το ίδιο φαινόμενο; Ένα φαινόμενο που θα μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από ψεγάδι στο υλικό κατασκευής του παραθύρου;
Όμως κοίτα τους. Κοίτα πως ένα παιχνίδισμα του φωτός τους έκανε όλους χαρούμενους σαν παιδιά. Όλοι οι αρχαίοι πολιτισμοί που είχαν κάνει θεό τον ήλιο, θα συμφωνούσαν μαζί μου, φιλοσόφησε η Αλεξάνδρα. Όμως δεν έμελλε να ολοκληρώσει την σκέψη της. Η φωνή του πιλότου ακούστηκε πάλι από τα ηχεία, αλλά αυτή τη φορά ούτε αργόσυρτα , ούτε βαριεστημένα , αλλά δυνατά και σταθερά ζητώντας την προσοχή τους.
Νήσος Γκότλαντ , αεροδρόμιο Βίσμπι, 21/12, 15:40
Το αεροδρόμιο του Γκότλαντ είχε να δει τόσο κόσμο από την λήξη της θερινής περιόδου. Οι επιβάτες της πτήσης SX 1834 είχαν γεμίσει την μικρή αίθουσα αναμονής , μια αίθουσα γεμάτη με αφίσες που διαφήμιζαν τις θερινές διακοπές στο Γκότλαντ ως το όνειρο κάθε Σκανδιναβού.
Το λιγοστό φως που έβγαζαν οι λαμπτήρες της αίθουσας τρεμόπαιζε που και που με ρυθμό που ταίριαζε στο βογγητό της γεννήτριας που ακουγόταν απ’ έξω.
Όλα είχαν γίνει γρήγορα αν και το τι είχε συμβεί δεν το είχαν καταλάβει ακριβώς οι 120 επιβάτες .
Πρώτα ήρθε η ανακοίνωση του πιλότου που μιλούσε για τεχνικό πρόβλημα στο σύστημα πλοήγησης, η επιβεβαίωσή του πως δεν ήταν κάτι ανησυχητικό και η ενημέρωση πως θα προσγειώνονταν στο αεροδρόμιο Βίσμπι της νήσου Γκότλαντ που ήταν κοντά τους, μέχρι να διορθωθεί το πρόβλημα και να αναχωρήσουν ξανά για Στοκχόλμη.
Η προσγείωση είχε γίνει κανονικά , με το λιγοστό προσωπικό του Βίσμπι να τους υποδέχεται και να τους οδηγεί στην αίθουσα αναμονής.
Οι πρώτοι που μπήκαν μέσα έπιασαν τα κινητά τους για να ειδοποιήσουν τους δικούς τους για την αναποδιά που τους είχε βρει αλλά ό ένας μετά τον άλλον ανακάλυψαν ότι καμμία υπηρεσία κινητής δεν έδινε σήμα. Πριν προλάβουν να αντιδράσουν , τα φώτα στην αίθουσα έσβησαν και προσωπικό και νεοφερμένοι, βυθίστηκαν στο σκοτάδι.
Στόματα που διατράνωναν μέχρι χθες την αθεΐα τους, φώναξαν «Θεέ μου» μονομιάς. Άγνωστοι αγκαλιάστηκαν με αγνώστους και κάποιοι που πίστευαν πως δεν θα πείραζαν μυρμήγκι στη ζωή τους στάθηκαν μπροστά από γυναίκες και παιδιά έτοιμοι να τα βάλουν με ό,τι και αν ξεπρόβαλε απ΄ το σκοτάδι.
Ακούστηκε ένας αργός αλλά δυνατός θόρυβος που ερχόταν απ’ έξω και η λεγεώνα των 120 πύκνωσε περισσότερο τις γραμμές της. Έπειτα από λίγο τα φώτα της αίθουσας τρεμόπαιξαν μία , δύο, τρεις φορές κι ύστερα σταθεροποιήθηκαν σε ένα ημίφως που, αν και δεν φώτισε τα πάντα, τουλάχιστον διέλυσε το σκοτάδι.
Ο πιλότος τους εμφανίστηκε συνοδευόμενος από έναν καινούριο – μάλλον προϊστάμενο του αεροδρομίου Βίσμπι. Με φωνή που ακουγόταν ήρεμη και καθησυχαστική, ξεκίνησε λέγοντάς τους ότι η κακοτυχία τους ήταν επίμονη.
«.. αφού μετά την μικρή βλάβη που παρουσίασε το σκάφος μας, είχαμε διακοπή ρεύματος, blackout σε όλο το Γκότλαντ. Αυτή την στιγμή προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε με Στοκχόλμη να δούμε τι έχει συμβεί. Θα σας ενημερώσουμε αμέσως μόλις μάθουμε κάτι. Μείνετε ήρεμοι, όλα θα πάνε καλά.»
Ήξερε και ο ίδιος ότι τους ζητούσε πολλά και πράγματι δεν πρόφτασε να τελειώσει την φράση του και οι ερωτήσεις έπεσαν βροχή :
«Ξέρει κανείς ότι είμαστε εδώ;»
«Πώς θα επικοινωνήσουμε με τους δικούς μας;»
«Πότε θα φτιαχτεί η βλάβη;»
«Μήπως πρόκειται για τρομοκρατική ενέργεια; Μήπως για σαμποτάζ από την Ρωσία επειδή η Σουηδία ανακοίνωσε την είσοδό της στο ΝΑΤΟ;»
Ο άνδρας με τα λευκά ρούχα βγήκε από την μάζα των ανθρώπων και προχώρησε ως την άλλη άκρη της αίθουσας. Όλα τα μάτια στράφηκαν πάνω του, οι ερωτήσεις έπαψαν, κι ένας – ένας αποτραβήχτηκαν και η μάζα διαλύθηκε .
Ο άνδρας πλησίασε την Αλεξάνδρα που είχε γονατίσει δίπλα σε ένα κάθισμα στο οποίο καθόταν μια γηραιά κυρία. Η Αλεξάνδρα της κρατούσε το χέρι και η κυρία είχε εστιάσει τη ματιά της σε εκείνη την χειραψία.
«…Τώρα μας είπε ότι πρόκειται για μια διακοπή ρεύματος. Τίποτε ανησυχητικό. Όλα θα φτιάξουν σε λίγο.»
Ένοιωσε τον άνδρα που πλησίαζε πριν τον δει. Δεν μπόρεσε να μην τον κοιτάξει. Η μορφή αυτή τραβούσε την ματιά της. Ιδιαίτερα εκείνο το πρόσωπο – τα ξανθά κυματιστά μαλλιά που το πλαισίωναν έμοιαζαν να το φωτίζουν. Κι έπειτα εκείνα τα ζεστά καστανά μάτια και το ανεπαίσθητο χαμόγελο .. Όσο τα κοιτούσε τόσο ένοιωθε μια πρωτόγνωρη ηρεμία να απλώνεται μέσα της.
Σαν έφτασε κοντά τους κάθισε στο πάτωμα δίπλα τους χωρίς να πει λέξη. Η Αλεξάνδρα έσπασε τη σιωπή.
«Η κυρία Χαρίκλεια δεν γνωρίζει σουηδικά και αγγλικά. Ήταν αναστατωμένη πολύ. Πρώτη φορά ταξιδεύει εκτός Ελλάδος. Της μετέφρασα όσα μας είπε ο πιλότος.»
Ο ξένος κοίταξε τις παλάμες των γυναικών που κρατούσαν ακόμα σφιχτές η μία την άλλη.
Για πρώτη φορά ακούστηκε η φωνή του.
«Ω, νομίζω ότι κάνατε κάτι πολύ παραπάνω από αυτό.»
Η Αλεξάνδρα κοίταξε και αυτή τις παλάμες τους και χαμογέλασε παρ’ όλο που μικρές σταγόνες από τα μάτια της διέτρεχαν το πρόσωπό της. Και τότε ο ξένος μίλησε ξανά :
«Δεν είναι συγκλονιστικό πόσο απλό είναι να αλλάξεις τις ζωές των ανθρώπων;»
Το χαμόγελο της Αλεξάνδρας κόπηκε και στη θέση του το στόμα της έχασκε από την έκπληξη. Συγκλονιστικό… να αλλάζει τις ζωές των ανθρώπων… Αυτά ήταν τα δικά της λόγια.
«Μην ανησυχείτε. Όλα θα πάνε καλά. Ήδη η λειτουργία του αεροσκάφους μας αποκαθίσταται σιγά-σιγά.»
Μια νεαρή αεροσυνοδός τους είχε πλησιάσει για να τους μεταφέρει τα καλά νέα.
Η Αλεξάνδρα ήταν ακόμα σε σύγχυση και ξέχασε να μεταφράσει στα ελληνικά. Η αεροσυνοδός συνέχισε χαρούμενα :
«Ω, αυτό δεν είναι και τόσο σπάνιο φαινόμενο. Οι μύθοι για τα ταξίδια στην Σκανδιναβία την 21η Δεκεμβρίου κρατούν πολλά χρόνια. Παλιά ήταν οι ναυτικοί που τα έλεγαν , τώρα πια οι πιλότοι..»
«Ποιοι μύθοι ;» ρώτησε η Αλεξάνδρα
«Για πλοία που αράζουν στο πρώτο λιμάνι γιατί το πηδάλιο δεν υπάκουε τον καπετάνιο. Οι παλιοί ναυτικοί έγραφαν στα ημερολόγια καταστρώματος πως κάποιο αερικό είχε στοιχειώσει το πλοίο ή πως κάποιος ή κάτι ταξίδευε μαζί τους. Λαϊκοί μύθοι, ξέρετε. Και πάντα την 21η Δεκεμβρίου. Ω, δεν περίμενα ότι θα ζήσω τέτοια παρόμοια εμπειρία.»
«Προφανώς, πρόκειται απλά για κάποια σύμπτωση» είπε η Αλεξάνδρα στην αεροσυνοδό που έγνεψε χαμογελώντας πως συμφωνούσε και προχώρησε να πει τα καλά νέα και σε άλλους.
«Γιατί όμως 21η Δεκεμβρίου» . Η Αλεξάνδρα σκεφτόταν δυνατά.
«Γιατί είναι το χειμερινό ηλιοστάσιο.» Η φωνή ανήκε στο ξανθό αγόρι που είχε πρώτο παρατηρήσει τον φωτεινό κύκλο στο παράθυρό του. Φαίνεται ότι όσο μιλούσε η αεροσυνοδός, τους είχε πλησιάσει συνοδευόμενο από την μητέρα του και τώρα στεκόταν δίπλα τους.
«Ναι αλλά γιατί..» συνέχισε η Αλεξάνδρα , αλλά τότε ακούστηκε η φωνή της κυρίας Χαρίκλειας που μίλησε.
«Η πιο σκοτεινή μέρα του χρόνου.»
Τα λόγια της ακολούθησε σιωπή λες και κάποια αλήθεια κρυβόταν πίσω από τις λέξεις της που όμως δεν μπορούσαν ακόμα να εννοήσουν. Τότε ήταν που ο ξένος άπλωσε το χέρι του αργά και χάιδεψε τρυφερά την παρειά της ηλικιωμένης γυναίκας. Εκείνη γύρισε αργά και τον κοίταξε. Στα μάτια της άναψαν δυο ζωηρές φλόγες που είχαν χρόνια να κάνουν την εμφάνισή τους.
«Φοίβο ; Εσύ είσαι Φοίβο; Γύρισες; Έφερες… το φεγγάρι μαζί σου;..»
Όλοι κράτησαν τις ανάσες τους. Ως κι ο άνδρας που αποκάλεσε Φοίβο δεν έβγαλε άχνα. Χαμογέλασε μόνο τόσο όσο το χαμόγελό του να κάνει τα μήλα του προσώπου του να ανασηκωθούν ελάχιστα και να φωτίσουν από το τεχνητό φως των λαμπτήρων.
Έπειτα , η γυναίκα ανοιγόκλεισε τα μάτια της και κοίταξε ξανά τον ξένο και τους γύρω της.
«Συγχωρέστε με. Δεν .. ξέρω τι με έπιασε..»
«Ποιος είναι ο Φοίβος;» ρώτησε ο άνδρας χαμογελώντας ακόμα το μικρό του χαμόγελο.
«Ένας νέος. Έφυγε για την Κύπρο το 1974 με τους άλλους. Δεν γύρισε ποτέ. Καμμιά φορά χάνομαι για λίγο. Μου παίζει περίεργα παιχνίδια η μνήμη μου. Μπερδεύει τις αναμνήσεις μου. Σαν να χάνεται ένα φως απ΄το μυαλό μου….Συγχωρέστε με.»
«Το φως δεν χάνεται για πάντα. Επιστρέφει. Θα πρέπει να είναι μια θαυμάσια ιστορία. Γιατί δεν διηγείστε σε κάποιον για να ξεγελάσετε την μνήμη και τα παιχνίδια της; Σε κάποιον συγγραφέα ας πούμε.» και λέγοντας αυτά , κοίταξε την Αλεξάνδρα η οποία από το σοκ μπορούσε μόνο να κουνήσει τα μάτια της που είχαν γίνει τώρα διάπλατα. Τα δάχτυλα της γυναίκας έσφιξαν τα δικά της περισσότερο και τα μάτια της την κοίταξαν με λαχτάρα που έφερε πάλι δάκρυα στο πρόσωπο της νεαρής κοπέλας.
Όλη αυτήν την ώρα το αγόρι παρατηρούσε την σκηνή που εξελισσόταν μπροστά του με εκπληκτική σοβαρότητα για την ηλικία του. Τα μάτια του δεν άφηναν τον ξένο στιγμή και έτσι, όταν η ηλικιωμένη κυρία και η νεαρή κοπέλα σηκώθηκαν και απομακρύνθηκαν τον πλησίασε αργά. Ο ξένος είχε ανοίξει την χειραποσκευή του και κοιτούσε το εσωτερικό της.
«Δάφνη είναι αυτό;» ρώτησε το αγόρι, δείχνοντας τα πράσινα φύλλα που είχαν ξεμυτίσει από το άνοιγμα της μικρής βαλίτσας του ξένου. Εκείνος, σήκωσε το πρόσωπό του και κοίταξε το αγόρι. Κούνησε το κεφάλι του και είπε : «Ναι, είναι.» χαρίζοντας στο παιδί ένα χαμόγελο, το μεγαλύτερο που είχε χαμογελάσει ως τώρα.
Το αγόρι τον κοίταξε σοβαρά.
«Ξέρω ποιος είσαι.» , ψιθύρισε και έπειτα πρόσθεσε « Και δεν θα το πω σε κανέναν.»
Ο ξένος δεν είπε τίποτα μα συνέχισε να κοιτά το αγόρι χωρίς το πρόσωπό του να φανερώνει ανησυχία, έκπληξη ή οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα.
Το αγόρι φάνηκε να περίμενε την ηρεμία του ξένου και έπιασε το backpack του. Έβγαλε από μέσα το χοντρό και ταλαιπωρημένο βιβλίο και έψαξε γρήγορα στις σελίδες του . Ο ξένος πρόλαβε να δει στο εξώφυλλο του βιβλίου τον τίτλο « ΕΛΛΗΝΙΚΉ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ» πριν το αγόρι βρει αυτό που έψαχνε. Γύρισε την σελίδα και γύρισε το βιβλίο θριαμβευτικά προς τον άνδρα.
Ο άνδρας κοίταξε την σελίδα και μετά ξανακοίταξε το αγόρι. Τίποτα στην έκφρασή του δεν πρόδιδε το παραμικρό. Η σιωπή του, φάνηκε να κεντρίζει το παιδί περισσότερο.
«Ταξιδεύεις 21η Δεκεμβρίου για τις Υπερβόρειες χώρες με μια αεροπορική εταιρία που έχει στο σήμα της τα φτερά του κύκνου. Προκαλούνται διάφορα ηλιακά φαινόμενα κατά το ταξίδι σου από τα φωτοστέφανα ουράνιου τόξου ως τα συστήματα του αεροσκάφους και το blackout στο Γκότλαντ. Α! Και βέβαια εμφανίστηκες στο αεροδρόμιο με κάποιον , φανερά μεθυσμένο που του ζήτησες να αναλάβει όσο θα λείπεις.» Σταμάτησε γιατί είχε μιλήσει με μια ανάσα ως εδώ και προσπαθούσε τώρα να μαζέψει αέρα να πει και το υπόλοιπο.
«Όσο η νύχτα είναι μεγαλύτερη από την ημέρα, ο θεός Απόλλωνας ταξιδεύει στις Υπερβόρειες χώρες, με ένα άρμα από κύκνους, αφήνοντας τους Δελφούς στον αδελφό του Διόνυσο. Το μόνο που παίρνει μαζί του είναι το αγαπημένο του φυτό, η νύμφη που αγάπησε : Η Δάφνη!» Έπειτα, θριαμβευτικά αναφώνησε : «Εσύ είσαι» και χτύπησε με το δάχτυλό του στην σελίδα του βιβλίου του με την εικόνα του Απόλλωνα από το αέτωμα του ναού του Δία στην Ολυμπία. Ο άνδρας, χαμογελώντας πάντα, σηκώθηκε όρθιος.
Η μητέρα του αγοριού είχε έρθει τώρα κοντά τους.
«Σας ζητώ συγνώμη κύριε εκ μέρους του υιού μου» είπε φανερά προβληματισμένη , ξεχνώντας πάνω στην αναστάτωσή της ότι μιλούσε σουηδικά σε κάποιον που ίσως δεν καταλάβαινε. Ο ξένος ωστόσο έγνεψε καλοσυνάτα. Η γυναίκα συνέχισε:
«Του λείπει ο πατέρας του, ξέρετε. Τον χάσαμε πριν ένα χρόνο. Από τότε είναι.. πολύ… συναισθηματικός.»
Ο άνδρας κοίταξε το αγόρι.
« Από όσα μου έχουν πει στη ζωή μου , αυτό που μου είπες σήμερα είναι το ομορφότερο από όλα. Η αλήθεια είναι κάπως πιο πεζή φοβάμαι. Είμαι βοτανολόγος και αυτή είναι μια σπάνια ποικιλία δάφνης που πηγαίνω στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης.» Το αγόρι τον κοίταξε τώρα με μια έκφραση που έλεγε : ναι φυσικά θα έλεγες κάτι τέτοιο, τι άλλο. Μα εγώ ξέρω πως είσαι αυτός που είπα.
«Ωστόσο, αν ήμουν όντως ο θεός Απόλλων, τι θα μου ζητούσες;»
«Να γυρνούσε πίσω ο πατέρας μου» είπε το αγόρι χωρίς να διστάσει κοιτάζοντας τον άνδρα με μάτια που έμοιαζαν να καίνε από πυρετό.
« Φοβάμαι ότι ο θεός Απόλλων δεν γνώριζε από Θάνατο. Νηπενθής βλέπεις… Ωστόσο , θα μπορούσε να σε αγγίξει εδώ» είπε αγγίζοντας με τον δείκτη του το μέτωπο του αγοριού «Και εδώ» και ακούμπησε τον δείκτη στο στήθος του παιδιού. « Για να σου δώσει φως. Τώρα το τί θα έκανες εσύ με το φως είναι δική σου δουλειά.»
Τα ηχεία της αίθουσας πήραν μπρος και η φωνή του πιλότου τους ακούστηκε ανακοινώνοντάς τους πως η βλάβη είχε αποκατασταθεί και η πτήση τους θα αναχωρούσε για Στοκχόλμη εντός ολίγου.
«Κοιτάξτε !» είπε κάποιος δείχνοντας με το χέρι του τον λόφο απέναντι από το αεροδρόμιο Βίσμπι. Σε κάθε ένα από τα παράθυρα των λιγοστών σπιτιών του λόφου ένα μικρό φαναράκι είχε ανάψει.
«Ξέρετε ότι πρόκειται για πανάρχαιο έθιμο που πέρασε στον Χριστιανισμό;» είπε ένας άλλος. « Τα αρχαία χρόνια άναβαν λυχνίες στα παράθυρα των σπιτιών για να δείξουν τον δρόμο στον Θεό του Φωτός που ερχόταν τον Χειμώνα στην Σκανδιναβία»
Το αγόρι γύρισε και κοίταξε τον άνδρα στα λευκά και του χαμογέλασε. Εκείνος ανταπέδωσε το χαμόγελο, σήκωσε την τσάντα με την δάφνη και κατευθύνθηκε προς το αεροσκάφος.