Ένας άνδρας με θεληματικό πηγούνι για την Pixie Blue

«Φλογισμένες Καρδιές»

Η Μαριάννα γύρισε το μικρό βιβλίο τσέπης με τον αστείο τίτλο από την πίσω μεριά. Στο οπισθόφυλλο διάβασε:

«Δεν είμαι αυτή που νομίζεις. Δεν ανήκω εδώ. Δεν θα έπρεπε να είμαι εδώ.» Ο Ροδρίγο την κοίταξε βαθιά στα μάτια κι εκείνη ένοιωσε να τρέμει. «Μικρή μου! Θα μπορούσα να σου πω ότι δεν με νοιάζει ποια είσαι και ότι ανήκεις σε μένα. Αλλά αντί για αυτό θα σε ρωτήσω : Ξέρεις ποια είσαι στ’ αλήθεια και πού ανήκεις;»

Δεν μπόρεσε να κρατηθεί και ξέσπασε σε γέλια. Ο  υπαίθριος βιβλιοπώλης της έριξε μια αυστηρή ματιά. Η Μαριάννα πήρε μια έκφραση πιο σοβαρή και ξανακοίταξε το βιβλιαράκι. Εξώφυλλο και οπισθόφυλλο είχαν χρυσαφί χρώμα,  ενώ στο εξώφυλλο, κάτω από τον χαρακτηριστικό τίτλο Άρλεκιν, μια ζωγραφιά σε σχήμα μικρού πορτρέτου έδειχνε έναν άνδρα με λευκό πουκάμισο  που τόνιζε τις φαρδιές του πλάτες και μια γυναίκα με μακρύ μπλε φόρεμα και ρομαντικές καστανές μπούκλες στα μακριά της μαλλιά να χορεύουν στο φεγγαρόφωτο. Μπροστά σε αυτήν την ονειρική γυναίκα, η Μαριάννα έμοιαζε με avatar με τα γαλάζια  κοντά μαλλιά της, το piercing στην μύτη και το τατουάζ με την μωβ πεταλούδα στο μπράτσο. Και αυτή η σκέψη της έφερε γέλια αλλά φρόντισε να γελάσει από μέσα της. Αναρωτιόταν τι είδους άνθρωποι έγραφαν τέτοια ανόητα παραμύθια  και κατάφερναν να τα τυπώσουν κιόλας. Το όνομα της συγγραφέως, Barbara Cartland, δεν της έλεγε τίποτα.

Αποφάσισε να κάνει δώρο το βιβλίο στην Τία. Τουλάχιστον έτσι θα είχαν κάτι αστείο να συζητάνε στο μεσημεριανό διάλειμμα αντί να κλαίνε την μοίρα τους που τους έβρισκε άλλος ένας χρόνος στην ίδια μίζερη εταιρία. Πλήρωσε την αξία του στον βιβλιοπώλη κι έπειτα ζήτησε στυλό κι έγραψε στο εσωτερικό του βιβλίου « Για να θυμάσαι την φίλη σου.  Pixie Blue» Της άρεσε να υπογράφει με το gamer ψευδώνυμό της. Της άρεσε η προσωπικότητα που είχε ως gamer! Της άρεσε ο κόσμος του gaming- περισσότερο από τον πραγματικό κόσμο.

 Δίπλα στο ρετρό ρομάντζο, πάνω στον πάγκο του βιβλιοπώλη,  βρισκόταν ένα άλλο βιβλίο που  το χώριζαν ωκεανοί από μελάνι και χαρτί από τις Φλογισμένες Καρδιές. «Για την Ελευθερία του Καθενός και την Ισότητα Όλων» ήταν ο τίτλος του και η Μαριάννα σκέφτηκε ότι  με εμπορικά κριτήρια, αυτός ο τίτλος ήταν μια πολύ καλή κίνηση για να τραβήξεις την προσοχή. Σίγουρα ακουγόταν αρκετά επαναστατικός και αρκετά μεσσιανικός για να αρέσει στον Θωμά και αποφάσισε να το πάρει και αυτό για δώρο. Όχι ότι ήξερε πολλά για τον Θωμά. Σπανίως μίλαγε ο καθένας για τον εαυτό του στο messenger και όταν συναντιόντουσαν …δεν αναλώνονταν σε πολλές κουβέντες. Πάντως είχε σχηματίσει την εντύπωση πως οι ριζοσπαστικές ιδέες του ασκούσαν μια έλξη- όπως και στους περισσότερους Έλληνες φοιτητές στην Αγγλία. Η Μαριάννα σήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. Ας ήταν! Δεν είχε καμμία διαφορά για εκείνη. Όμως ένα απρόσμενο δωράκι , σίγουρα θα του άρεσε . Σε όλους αρέσει.  Κοίταξε για λίγο την φωτογραφία του συγγραφέα κάτω από το όνομά του – Μιχαήλ Μπακούνιν- και έπειτα κοίταξε τον βιβλιοπώλη. Υπήρχε μια περίεργη ομοιότητα ανάμεσά τους που έκανε την Μαριάννα να σκεφτεί ότι ήταν σχεδόν υπερφυσική: μακριά γένια, μικρά συρμάτινα γυαλιά μυωπίας, βλέμμα εκείνου που πάσχει από χρόνια δυσπεψία. Ξαφνικά ο βιβλιοπώλης σήκωσε το βλέμμα από το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια του και την κοίταξε με περιέργεια. Έχει γούστο να κατάλαβε τι σκεφτόμουν . Η Μαριάννα κατέβασε τα μάτια της μα όταν τα σήκωσε ξανά μετά από λίγο, είδε ότι το περίεργο βλέμμα του άνδρα που έμοιαζε στον Μπακούνιν  στόχευε ακλόνητα επάνω της. Της πήρε λίγη ώρα για να καταλάβει ότι δεν κοίταζε εκείνην, αλλά κάποιον ή κάτι που βρισκόταν πίσω της και η Μαριάννα αυτόματα γύρισε το κεφάλι προς τα πίσω.

 Το πιο παράξενο πλάσμα που είχε συναντήσει ποτέ  βρισκόταν εκεί . Ένα σύννεφο από λευκά μαλλιά στεφάνωναν ένα υπερβολικά μακιγιαρισμένο πρόσωπο με  βλέφαρα στους τόνους του φραουλί και ψεύτικες βλεφαρίδες μεγέθους extra large. Η ηλικιωμένη γυναίκα με το πρόσωπο σαν θεατρική μάσκα, φορούσε ένα ανοιξιάτικο παλτό στην ίδια φραουλί απόχρωση με τα βαμμένα της βλέφαρα και πράσινα κροκό παπούτσια. Το όλο θέαμα της προκαλούσε έλξη και αποστροφή μαζί , σαν μια φιγούρα από γιαπωνέζικο manga, μια ηρωίδα που αποκαλύπτεται ότι είναι στην πραγματικότητα δαίμονας.

Το πλάσμα , λες και περίμενε αυτήν την κίνηση για να μιλήσει:

«Με συγχωρείτε, έχετε άλλο αντίτυπο αυτού του βιβλίου;» ένα ροζιασμένο χέρι με νύχια βαμμένα σε έντονο κόκκινο και διαμαντένια  δαχτυλίδια πέρασε από μπροστά της και προσγειώθηκε πάνω στο  χρυσό βιβλιαράκι τσέπης.

Ο βιβλιοπώλης σήκωσε τους ώμους του και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Η Μαριάννα ένοιωσε στιγμιαία έναν αδιόρατο φόβο  και έκανε στην άκρη. Πλήρωσε το  βιβλίο του Μπακούνιν και ένα τεύχος ενός ολοφάνερα αρχαίου περιοδικού με το όνομα ΜΑΣΚΑ και τον τίτλο « Το σημάδι της προδοσίας»  στο εξώφυλλο- αυτό αποφάσισε να είναι δώρο για τον εαυτό της- και απομακρύνθηκε με βήμα που ολοένα και τάχυνε. Μόνο όταν είχε απομακρυνθεί αρκετά, η σκέψη ότι η φανταχτερή γυναίκα και η φωτογραφία της Barbara Cartland στο εσώφυλλο του ρομάντζου έμοιαζαν υπερβολικά πολύ, άρχισε να παιδεύει το μυαλό της.

Θα είχε φτάσει πλατεία Συντάγματος όταν κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ένα σφυροκόπημα στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού της που όλο δυνάμωνε, είχε αρχίσει να επηρεάζει την όραση και την αντίληψή της. Τα πάντα γύρω της απέκτησαν ένα φωτοστέφανο που άλλαζε αποχρώσεις από εκτυφλωτικό πορτοκαλί σε γλυκερό  ροζ , σε επιθετικό πράσινο. Σταμάτησε μπροστά στην είσοδο του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετάνια και έκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να διώξει αυτήν την επίπονη διάσταση της πραγματικότητας. Ο πονοκέφαλος φάνηκε να μαλακώνει λίγο και ήλπισε μέσα της ότι όλα θα έφτιαχναν και πάλι μόλις άνοιγε τα μάτια .

Μα μόλις αποφάσισε να επιστρέψει στον κόσμο , ο κόσμος έπεσε επάνω της με ορμή και την έριξε κάτω.

Ένοιωσε ότι είχε συγκρουστεί με τείχος ή με βουνό αλλά ήταν απλώς μια ηλικιωμένη γυναίκα που είχε πέσει επάνω της, μια γυναίκα που – με φρίκη συνειδητοποιούσε η  Μαριάννα- ήταν εκείνη που είχε συναντήσει νωρίτερα, μπροστά  στον πάγκο του βιβλιοπώλη. Σε αντίθεση με την Μαριάννα που πίστευε ότι θα πρέπει να έμοιαζε με θύμα τροχαίου, η άλλη φαινόταν μια χαρά με εξαίρεση το μαλλί της που της που είχε ανακατευτεί τόσο, που τώρα έμοιαζε με  σύννεφο που είχε καταπιεί το κεφάλι της. Η γηραιά κυρία, αφού σηκώθηκε από το πεζοδρόμιο με εκπληκτική για την ηλικία της ταχύτητα, είπε

«Αν δεν κοιτάς που πηγαίνεις, δεν θα βρεις αυτό που ψάχνεις»

Στο οποίο η Μαριάννα απάντησε μια βρισιά μέσα από τα δόντια της. Η γυναίκα κούνησε τα δάχτυλα με τα φανταχτερά νύχια μπροστά στο πρόσωπό της σαν να έπαιζε  σε ένα αόρατο πιάνο ή να πληκτρολογούσε σε μια εξίσου αόρατη παλιά γραφομηχανή. Η Μαριάννα αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να αποχωρήσει από αυτήν την σουρεαλιστική κωμωδία και σηκώθηκε , ξεσκόνισε το μπουφάν της και έκανε να φύγει.

Στρίβοντας δεξιά , βρέθηκε μπροστά σε μια  από τις πόρτες του GB Corner η οποία άνοιξε αμέσως και ένας ηλικιωμένος υπηρέτης με μαύρο κοστούμι και λευκά γάντια αφού υποκλίθηκε,  είπε :

«Περάστε, ο κύριος σας περιμένει.»

Σίγουρη ότι παράκουσε , παρατήρησε με ενδιαφέρον το σώμα της να προχωρά και να περνάει από την πόρτα.

Ποτέ της δεν είχε αναρωτηθεί πώς να ήταν το εσωτερικό του ιστορικού Αθηναϊκού σημείου συνάντησης. Αλλά σίγουρα δεν το περίμενε έτσι. Ένα τεράστιο χωλ με μια μεγάλη σκάλα αποκαλύφθηκε πίσω από την πόρτα, όλα σε λευκό μάρμαρο ενώ αριστερά και δεξιά του χωλ, μεγάλες δρύινες πόρτες οδηγούσαν σε άλλα δωμάτια.

Ο καλοντυμένος υπηρέτης άνοιξε την πόρτα στα δεξιά και την οδήγησε σε έναν μακρύ διάδρομο που τους τοίχους  του στόλιζαν πορτρέτα ανθρώπων που είχαν το βλέμμα  εκείνων που ποτέ δεν ανησύχησαν πώς θα πληρωνόταν το νοίκι στο τέλος του μηνός.

Το παχύ χαλί , από την μία άκρη του διαδρόμου ως την άλλη, απορροφούσε κάθε ήχο των βημάτων τους. Λίγο πριν φτάσουν στο τέρμα , ο υπηρέτης χτύπησε ελαφρά μια πόρτα και ανοίγοντάς την ,  έκανε νόημα  στην Μαριάννα να περάσει.

Σίγουρα πρόκειται για παρεξήγηση– σκέφτηκε.  Στο δωμάτιο δέσποζε ένα τεράστιο γραφείο- αντίκα- με σκαλιστά πόδια και επιφάνεια με επένδυση δέρματος. Σε δύο καρέκλες , επίσης αντίκα, μπροστά από το γραφείο, κάθονταν δυο τύποι μέσης ηλικίας οι οποίοι σηκώθηκαν αυτόματα μόλις μπήκε στο δωμάτιο. Το βλέμμα της, ωστόσο,  τράβηξε το τεράστιο παράθυρο που ήταν πίσω από το γραφείο και αυτό που είδε, έκανε το πρόσωπό της να παγώσει. Αυτή δεν ήταν η Πανεπιστημίου εκεί έξω. Ήταν ένας τεράστιος κήπος με δέντρα και παρτέρια με λουλούδια και στο βάθος ένα τεράστιο υπόστεγο όπου υπηρέτες φρόντιζαν άλογα . 

Τι στον λύκο είχε συμβεί εδώ; Τι της είχε συμβεί;

Μια φιγούρα που στεκόταν δίπλα στο παράθυρο ξεκόλλησε από την σκιά και εμφανίστηκε στο οπτικό της πεδίο.

«Ροδρίγο Μαρτίνεζ. Είστε η…» συμβουλεύτηκε τα χαρτιά που είχε στο γραφείο του και συνέχισε «Η Πίξι Μπλου;»

Η Μαριάννα κατάφερε να γνέψει καταφατικά αλλά όσο και αν προσπάθησε δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη. Η φωνή της , λες και είχε χαθεί για πάντα. Ο άνδρας που στεκόταν μπροστά της – όχι.. όχι.. δεν μπορούσε. Κι όμως! Ήταν ο άνδρας που χόρευε με την ρομαντική καστανή στο εξώφυλλο του χρυσού Άρλεκιν.

«Καθίστε παρακαλώ.» της είπε και έδειξε την καρέκλα. Η Μαριάννα σωριάστηκε όσο πιο απαλά μπορούσε και προσπαθούσε με όλες της τις δυνάμεις να μην λιποθυμήσει.

«Η θέση της βοηθού μου είναι πολύ απαιτητική δεσποινίς , το πρόγραμμά μου είναι χαοτικό και οι ώρες ξεκούρασης ελάχιστες.  Από όσα βλέπω στο βιογραφικό σας, το προφίλ σας ταιριάζει με την περιγραφή της θέσης. Θα ήθελα να μου πείτε αν ταιριάζετε κι εσείς.» Σήκωσε τα μάτια του από τα χαρτιά και την κοίταξε για πρώτη φορά.

Η Μαριάννα ένοιωσε σαν να την χτύπησε το ρεύμα και αυτόματα χαμήλωσε τα μάτια της. Έπειτα , πεισμώνοντας, σήκωσε ξανά τα μάτια και ανταπέδωσε το βλέμμα στον άνδρα. Εκείνος χαμογέλασε στραβά .

«Ωραία λοιπόν. Ξεκινάμε αμέσως. Η δεσποινίς Λέμον θα σας κατατοπίσει .»

Η πόρτα άνοιξε και έκανε την εμφάνισή της η φανταχτερή ηλικιωμένη γυναίκα της Πανεπιστημίου που είχε εγκαταλείψει την εξωφρενική γκαρνταρόμπα για ένα αυστηρό γκρι ταγιέρ.  Η Μαριάννα συνειδητοποίησε ότι τα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα επάνω της και – αν και δεν το ήθελε καθόλου- σηκώθηκε και ακολούθησε την γυναίκα που σε αυτό το παράλληλο σύμπαν ήταν γνωστή ως μις Λέμον.

«Πες μου ποια είσαι, πού είμαστε και τι διάολο συμβαίνει εδώ»

Η γυναίκα είχε οδηγήσει την Μαριάννα στο διπλανό δωμάτιο όπου υπήρχε ένα γραφείο αρκετά μικρότερο από εκείνο του Ροδρίγο  Μαρτίνεζ, αλλά ένα ίδιο σε μέγεθος παράθυρο με την ίδια ακατανόητη θέα. Τώρα είχε γυρίσει και την κοιτούσε με ένα βλέμμα που έκανε την Μαριάννα για πρώτη φορά να ανησυχήσει για την διανοητική της κατάσταση.

«Αφού κατά βάθος ξέρεις τις απαντήσεις γιατί με ρωτάς; Είμαστε μέσα στο μυθιστόρημα «Φλογισμένες καρδιές»- δεν είναι υπέροχο; Κι εγώ, μικρή αγράμματη, είμαι η συγγραφέας του βιβλίου αυτού και άλλων 720 μυθιστορημάτων.” Σταμάτησε και την κοίταξε με ύφος θριαμβευτικό , ένα ύφος που έλεγε «το μόνο που περιμένω είναι τον απόλυτο θαυμασμό σου».

Αντί για κάτι τέτοιο βέβαια, η Μαριάννα σταμάτησε να αντιστέκεται σε μια κρίση πανικού που συγκρατούσε για ώρα.

«Είσαι τρελή! Είμαι τρελή; Τι μου συμβαίνει; Πώς έγινε αυτό;» Σταμάτησε να φωνάζει όταν ένοιωσε ένα δυνατό κάψιμο στο μάγουλό της. Την είχε μόλις χαστουκίσει; Μήπως είχε πεθάνει και βρισκόταν στην κόλαση;

«Σύνελθε νεαρή μου. Αντί να ευχαριστείς την καλή σου νεραϊδονονά που σου δίνεται η ευκαιρία να ζήσεις μέσα σε ένα ρομαντικό μυθιστόρημα. Ξέρεις πόσες μοναχικές καρδιές θα σκότωναν για μια τέτοια ευκαιρία; Πόσες θα έδιναν τα πάντα για να τις κοιτάξει ο Ροδρίγο Μαρτίνεζ όπως κοίταξε εσένα σήμερα;» Σήκωσε το κεφάλι λες και έψαχνε την απάντηση στο ταβάνι. «Περίπου 1,5 εκατομμύριο γυναίκες. Τόσο πούλησε το Φλογισμένες Καρδιές στον καιρό του…»

«Ναι αλλά εγώ δεν ζήτησα τίποτα.» .

Η άλλη δεν πτοήθηκε. «Φυσικά και ζήτησες. Όλοι ζητάνε. Κάτι να συμβεί. Κάτι να δώσει νόημα. Όλοι κάνουν κάποια στιγμή την ερώτηση και περιμένουν μια απάντηση. Κάποιοι κάνουν την λάθος ερώτηση ή  ρωτούν τον λάθος άνθρωπο. Και η απάντηση δεν έρχεται. Κάποιοι ψάχνουν την απάντηση στον ουρανό. Κάποιοι στη γη. Και αυτοί που εγώ προτιμώ, ψάχνουν την απάντηση στον έρωτα. » Στα μάτια της υπήρχε μια σπίθα και στο χαμόγελό της μια σιγουριά- μια σιγουριά που-  όφειλε να το ομολογήσει η Μαριάννα- έλειπε από πολλούς ανθρώπους που γνώριζε. Ίσως θα ήταν καλύτερα να της μιλήσει με την ίδια σιγουριά και η ίδια.

«Παρ’ όλα αυτά, εγώ δεν έχω καμμιά δουλειά εδώ. Θέλω να γυρίσω πίσω.»

«Να γυρίσεις πίσω στην μίζερη δουλειά σου για να περνάς τον χρόνο σου με την ανόητη συνάδελφό σου και να καλύπτεις τις ανάγκες της σάρκας σου με έναν τύπο που γνωρίζεις ελάχιστα και μιλάτε μόνο στο διαδίκτυο; Μην με κοιτάς έτσι. Ξέρω για εσένα όσα χρειάζεται να ξέρω για να πιστεύω ότι δεν υπάρχει τίποτα που να αξίζει εκεί πίσω.» είπε και κοίταξε με περιφρόνηση αόριστα πίσω της.

Η Μαριάννα ένοιωθε σαν να είχε φάει δεύτερο χαστούκι. Δεν ήταν τόσο το πώς ήξερε αυτή η περίεργη γυναίκα τόσες πληροφορίες για εκείνην. Ήταν που δεν μπορούσε να βρει ούτε ένα επιχείρημα να διαφωνήσει μαζί της. Ήταν στ’ αλήθεια τόσο άδεια από νόημα η ζωή της;

«Πρέπει να γυρίσω πίσω.» είπε προσπαθώντας να ακουστεί αποφασισμένη.

Η Barbara Cartland- μις Λέμον τίναξε με το χέρι της μια τούφα από τα λουλακί μαλλιά της  και ανοιγόκλεισε τα μάτια της νωχελικά. Οι τεράστιες βλεφαρίδες της  κουνήθηκαν σαν σπανιόλικες βεντάλιες.

«Όπως επιθυμείς καλή μου.»

Η γυναίκα περπάτησε με θεατρικά αργό ρυθμό ως το μικρό της γραφείο και έπειτα γύρισε το ίδιο θεατρικά, απότομα προς την Μαριάννα. Το βλέμμα της είχε μια λάμψη χαιρέκακη.

« Η μόνη λύση για να γυρίσεις πίσω είναι να τελειώσεις το βιβλίο. Και το βιβλίο αυτό τελειώνει με ένα τρόπο. Να σε ζητήσει σε γάμο ο Ροδρίγο!»

Τώρα πια η Μαριάννα είχε βεβαιωθεί. Η γυναίκα ήταν τρελή. Επικίνδυνα τρελή. Προσπάθησε πολύ για να μην της το φωνάξει κατάμουτρα.

«Δεν μπορεί να σοβαρολογείς.»

«Ποτέ δεν αστειεύομαι με αυτά τα πράγματα.»

«Μπορεί οι γυναίκες της εποχής σου να  πέθαιναν να παντρευτούν αλλά σου έχω νέα. Οι σύγχρονες γυναίκες δεν θέλουν γάμο και σύζυγο και παιδιά και άλλα τέτοια βαρίδια.»

Η γυναίκα δεν άλλαξε ούτε χιλιοστό στην έκφρασή της. Η δήλωση της Μαριάννας , όσο κι αν είχε ειπωθεί με πίστη και πάθος δεν της είχε κάνει την παραμικρή εντύπωση.  Όταν το κατάλαβε αυτό η Μαριάννα είπε μαλακότερα:

 «Κι αν αρνηθώ;»

«Ωω, τότε οι εναλλακτικές σου είναι να βρεθείς  στην αστυνομική ιστορία που αγόρασες αλλά ως το πτώμα που ανακαλύπτουν στην πρώτη σελίδα, φοβάμαι. Ή να σε πετάξω στην Ρωσία την εποχή του Μπακούνιν και ειλικρινά δεν ξέρω τι από τα δύο είναι χειρότερο.» Να τη πάλι η λάμψη στο βλέμμα. Αυτή η γυναίκα απολάμβανε να βλέπει τον τρόμο στα μάτια των άλλων, δεν υπήρχε άλλη εξήγηση.

Αυτό είναι ένα κακό , κακό όνειρο. Θα ξυπνήσω και θα είμαι εντάξει. Είναι ένα κακό όνειρο, τίποτε άλλο.

«Θα πάρω την σιωπή σου για συμφωνία. Χαίρομαι ιδιαίτερα.  Να θυμάσαι ότι εδώ είσαι γνωστή ως Πίξι Μπλου- αφού με αυτό το όνομα υπέγραψες στο βιβλίο. Και τώρα ακολούθησέ με. Πρέπει να ετοιμαστείς. Φεύγετε αύριο για την ανατολική ακτή , στα γραφεία της εταιρία στην Νέα Υόρκη.»

Βγαίνοντας από το  δωμάτιο, η ματιά της Μαριάννας έπεσε σε έναν μπιζουτέ καθρέπτη που κρέμονταν στον τοίχο. Εκεί μέσα, μια γυναίκα με καστανές μακριές μπούκλες , χωρίς piercing και χωρίς tattoo πεταλούδας στο αριστερό μπράτσο,  της ανταπέδωσε το βλέμμα.

Η συζήτηση συνεχιζόταν επί ώρα και το θέμα ήταν η παραγωγικότητα των υπαλλήλων στα γραφεία της εταιρίας στην Νέα Υόρκη που είχε πέσει πολύ τους τελευταίους μήνες. Η Μαριάννα κρατούσε τα πρακτικά, καθισμένη  σε ένα μικρό γραφείο δίπλα στο στρογγυλό τραπέζι όπου το διοικητικό συμβούλιο συνεδρίαζε από το πρωί. Από εκεί που καθόταν μπορούσε να παρατηρεί τον  Ροδρίγο που έσμιγε τα φρύδια του , έσφιγγε τα χείλη και ανακάτευε τα μαλλιά του με τα δάχτυλα του χεριού του- και αυτό το τελευταίο το έβρισκε αφόρητα σέξι παρά τη θέλησή της. Σημείωνε συνεχώς στο δερμάτινο Filofax του γιατί σε αυτόν μακρινό χρόνο του Φλογισμένες Καρδιές  δεν υπήρχαν κινητά, δεν υπήρχαν υπολογιστές και δεν υπήρχε wifi. Επίσης σε αυτόν τον κόσμο , εκτός από την μητέρα του Ροδρίγο , δεν υπήρχε καμμία άλλη γυναίκα στο συμβούλιο των μετόχων. Τώρα ένας από αυτούς εισηγούταν να γίνουν κάποιες απολύσεις για να συμμορφωθούν οι υπόλοιποι και να αυξηθεί η παραγωγικότητα. Κάποιοι υποστήριξαν την πρόταση αλλά ο Ροδρίγο φάνηκε να διαφωνεί κάθετα και η συζήτηση δεν οδηγούσε πουθενά. Κουρασμένος και μάλλον θυμωμένος τους ζήτησε να συνεχίσουν αργότερα το μεσημέρι την συνάντησή τους και σηκώθηκε από το τραπέζι.

Και η διάθεση της Μαριάννας είχε χαλάσει. Όλη αυτή η συζήτηση περί παραγωγικότητας της θύμισε την δουλειά της πίσω στον κανονικό κόσμο. Μα ήταν στ’ αλήθεια εκείνος ο κόσμος που άφησε πίσω της ο κανονικός; Η συνείδησή της είχε μπερδευτεί. Τι ήταν αληθινό και τι φαντασία, πότε ζούσε πραγματικά και πότε ονειρευόταν;

«Κύριε Μαρτίνεζ, μου επιτρέπετε;»

Είχε πλησιάσει τον προϊστάμενό της την ώρα που εκείνος είχε κρύψει το πρόσωπό του στα χέρια του και με τα δάχτυλά του έτριβε τους κροτάφους του. Ίσως δεν ήταν καλή ιδέα να του μιλήσει τώρα. Γύρισε αργά το κεφάλι του και την κοίταξε με βλέμμα που δυσκολευόταν να εστιάσει. Ναι, μάλλον δεν ήταν καλή ιδέα να του μιλήσει.

«Πες μου Πίξι.» Η φωνή του βγήκε κουρασμένη. Η Μαριάννα δίστασε για μια στιγμή αλλά γρήγορα πήρε κουράγιο και μίλησε.

«Αν δείχνατε στο προσωπικό πως σας ενδιαφέρει η γνώμη του…Πως αναγνωρίζετε την αξία τους και τι έχουν προσφέρει στην επιχείρηση ως τώρα.. αν ζητούσατε τις προτάσεις τους.. Θα βλέπατε πως θα αυξανόταν το ηθικό τους , η δέσμευσή τους στην εταιρία και η παραγωγικότητά τους ως συνέπεια.»

Τώρα αυτός  ο όμορφος σεξιστής θα μου πει να κοιτάω τη δουλειά μου και να αφήνω τα σοβαρά θέματα στους άντρες.

Τα χαρακτηριστικά του Ροδρίγο σκλήρυναν και φάνηκε να το σκέφτεται. Έπειτα την κοίταξε για ώρα στα μάτια και πάλι η Μαριάννα χαμήλωσε τα δικά της.

«Πίξι,..» είπε στο τέλος και ο τρόπος που έβγαινε το όνομά της από τα χείλη του έκανε την καρδιά της να χτυπά δυνατότερα.

«..Μις Μπλου, αυτή είναι η καλύτερη ιδέα που άκουσα σήμερα. Θα ήθελα να μου πείτε περισσότερα για αυτήν . Θα φάτε μαζί μου το μεσημέρι;»

Είναι πολλές οι εμπειρίες που η Μαριάννα είχε αποκλείσει ότι θα δοκίμαζε ποτέ. Το να βρεθεί μέσα σε μια Rolls Royce Silver Shadow και να πηγαίνει για γεύμα στο Ritz θα ήταν οπωσδήποτε μία από αυτές.  

Ο Ροδρίγο προτιμούσε να οδηγεί ο ίδιος τα αυτοκίνητά του και έτσι είχαν βρεθεί μόνοι τους στην –αλήθεια υπήρχε αυτοκίνητο με τόσο μεγάλο σαλόνι;- Rolls Royce. Το αυτοκίνητο ήταν πραγματικά απίστευτο και η Νέα Υόρκη έξω απ΄το παράθυρο ήταν ακριβώς αυτό που ονειρεύονταν τα 2/3 της γης που ήθελαν να μεταναστεύσουν σε αυτήν,  αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο, την ματιά της τραβούσε τούτος ο μελαχρινός  άνδρας  με το ζεστό βλέμμα και τις φαρδιές πλάτες που είχε φτιαχτεί στην φαντασία μιας παρανοϊκής γριάς και είχε αποτυπωθεί σε φτηνό χαρτί για να παρηγορήσει εκατομμύρια μοναχικών γυναικών. 

Το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από το Ritz και ο Ροδρίγο άνοιξε αμέσως την πόρτα του και βγήκε. Είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής σιωπηλός και η Μαριάννα σκέφτηκε πως ο πονοκέφαλος πρέπει να είχε επιστρέψει. Άνοιξε κι εκείνη την πόρτα του συνοδηγού και τότε ακούστηκε ένας δυνατός γδούπος και  ένα μούγκρισμα  σαν πληγωμένου ζώου. Βγαίνοντας από το αμάξι συνειδητοποίησε πως είχε χτυπήσει άθελά της τον Ροδρίγο.  Έντρομη έβαλε τις φωνές .

«Τι στο καλό σε έπιασε; « ρώτησε εκείνος αφού σηκώθηκε και προσπαθούσε να ξεσκονίσει το παντελόνι του με την  βοήθεια ενός υπαλλήλου του Ritz που τον είχε αναγνωρίσει και είχε καταφθάσει.

«Δεν ανοίγουν τις πόρτες οι άνδρες στις γυναίκες στα μέρη σου;»

Ήταν έτοιμη να απαντήσει πως όχι δεν το έκαναν οι άνδρες αυτό πια αν και είχε ακούσει ότι κάποτε, συνηθιζόταν ακόμα και στα μέρη της. Ήθελε ακόμα να προσθέσει πως πολλές γυναίκες υποστήριζαν ότι ήταν κατάφωρα υποτιμητικό για εκείνες και πως τώρα που της συνέβαινε για πρώτη φορά καθόλου δεν συμφωνούσε με αυτές τις γυναίκες αλλά αντί για αυτό αρκέστηκε να ζητήσει συγγνώμη, μα κάτι στο ύφος της έκανε τον Ροδρίγο να ξεσπάσει σε γέλια. Η Μαριάννα σκέφτηκε ότι ίσως  να ήταν ο πιο ωραίος άνδρας που είχε δει να γελάει μέχρι δακρύων.

Αυτό είναι ένα απίστευτο, απίστευτο όνειρο. Και δεν θέλω να ξυπνήσω.

Το εσωτερικό του Ritz ήταν σαν σκηνή από ταινία της δεκαετίας του ’30. Όλα έμοιαζαν τόσο τέλεια και τόσο έτοιμα να σκορπιστούν στους πέντε ανέμους του ταραγμένου εικοστού αιώνα. Τα βλέμματα όλων γύρισαν προς το μέρος τους όταν μπήκαν μέσα και ενώ αναγνώρισαν αμέσως τον Ροδρίγο, στάθηκαν ερωτηματικά στην νεαρή συνοδό του. Η Μαριάννα ένοιωσε άβολα και τότε αισθάνθηκε το χέρι του Ροδρίγο να ακουμπά απαλά στην πλάτη της για να την οδηγήσει στο τραπέζι τους και μια γλυκιά ζεστασιά απλώθηκε στο κορμί της. 

Δεν έμειναν για πολύ μόνοι τους γιατί ένας νεαρός γερουσιαστής τους  χαιρέτησε από μακριά, τους πλησίασε και όλος χαρά τους προσκάλεσε στο τραπέζι του. Εκεί οι δύο άντρες αναλώθηκαν σε συζήτηση για τα πολιτικά , θέμα που σε οποιοδήποτε από τα δύο παράλληλα σύμπαντα έβρισκε αφόρητα βαρετό η Μαριάννα. Ζήτησε συγγνώμη και κατευθύνθηκε προς τις τουαλέτες αλλά κανένας από τους δυο άνδρες δεν φάνηκε να την προσέχει εκείνη την στιγμή.

Οι τουαλέτες του Ritz θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν ένα ολόκληρο μπαρ ενός οποιοδήποτε άλλου ξενοδοχείου του κόσμου. Μπορούσες άνετα να χαθείς στα τετραγωνικά τους. Η Μαριάννα μόλις είχε  κλείσει την πόρτα της όταν άκουσε  χαρούμενες φωνές . Μισάνοιξε και είδε δύο ξανθές καλλονές της Νέας Υόρκης που είχε προσέξει πως τους κοίταζαν έντονα όταν εκείνη και ο Ροδρίγο έκαναν την είσοδό τους στο Ritz. Η μία από αυτές έβγαλε την χρυσή  συσκευασία ενός κραγιόν από το κεντημένο με κρυστάλλους τσαντάκι της  και το έσυρε απαλά στα χείλη της κοιτώντας μέσα στον τεράστιο καθρέπτη.

«Ρώτησα σου λέω. Η κοπέλα που είναι μαζί του είναι η γραμματέας του. Κανένας κίνδυνος από εκεί.»

«Πάλι καλά» αρκέστηκε να πει η άλλη ξανθιά που εμφανώς κατέτασσε τον εαυτό της ως ακόλουθο της πρώτης.

«Ναι, darling, πάλι καλά. Γιατί αυτός ό άντρας με το θεληματικό πηγούνι, με τρελαίνει και θα γίνει δικός μου για πάντα.»

Θεληματικό πηγούνι; Μα τι γλώσσα μιλούσαν τέλος πάντων οι γυναίκες σε τούτο το μυθιστόρημα;

«Μα δεν είχατε μια περιπέτεια, τότε στο Palm Springs οι δυο σας;» συνέχισε η άλλη και η Μαριάννα έπιασε έναν τόνο κακίας στη φωνή της.

«Μμμ» Νωχελικά, η πρώτη ξανθιά έφερε το χέρι της να αγκαλιάσει τον γυμνό λαιμό της και έγειρε το κεφάλι της πίσω, σε ανάμνηση προφανώς, των ημερών του Palm Springs. Η Μαριάννα ένοιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι της.

«Ο Ροδρίγο είναι τέλειος εραστής.»

«Να προσέχεις darling. Πολλές έχουν βάλει τον ίδιο στόχο με εσένα. Ο Μαρτίνεζ είναι κελεπούρι.»

Η πρώτη γύρισε και κοίταξε την δεύτερη ξανθιά με βλέμμα που έβγαζε σπίθες.

«Δεν ανησυχώ darling.Εγώ ξέρω πώς να κάνω το ξίφος του ανδρισμού του να ορθώνεται σε δευτερόλεπτα. Άσε τις άλλες να ελπίζουν σε ηλιοβασιλέματα και αγκαλιές.» Λέγοντας αυτά έκλεισε το μάτι με πονηριά ενώ η δεύτερη ξανθιά είχε μείνει άφωνη από το σοκ.

«Έλα , πάμε μέσα. Θα σταματήσω να τον χαιρετήσω μόλις περάσουμε από το τραπέζι του, σαν να τον πρόσεξα μόλις τούτη την στιγμή.»

Μόλις απομακρύνθηκαν ,η Μαριάννα βγήκε από την κρυψώνα της. Το είδωλό της στον καθρέπτη την έκανε να τρομάξει. Το πρόσωπό της ήταν κόκκινο και τα μάτια της είχαν λες  κρυφτεί στις κόγχες τους.

«Σιχαμένες ανόητες σκύλες» ξέσπασε για να μειώσει την ένταση που ένοιωθε.

«Ηλίθιες! Άκου εκεί το ξίφος του ανδρισμού του να ορθώνεται!»  Ξεφύσηξε κι ένοιωσε πως έβραζε μέσα της. Ξαφνικά όλη η παραμονή της στο σύμπαν του «Φλογισμένες Καρδιές» της φάνηκε ξανά ένα κακό όνειρο , μια ανόητη φάρσα που έπρεπε να τελειώνει το συντομότερο. Και αν το σεξ ήταν ο συντομότερος δρόμος για την καρδιά του  άνδρα με το θεληματικό πηγούνι, κανένα πρόβλημα. Οι ξανθιές θα έτρωγαν την σκόνη της και αυτή θα δραπέτευε πίσω στο 2023.  Ώρα να αλλάξει επίπεδο, ώρα να χρησιμοποιήσει όλα τα όπλα στο οπλοστάσιο της. Ώρα να ξυπνήσει η διψασμένη για νίκη gamer! Χτένισε τα μαλλιά της με τα δάχτυλα , έγλειψε τα χείλη της και άνοιξε τρία κουμπιά στο αυστηρό πουκάμισο γραμματέως που φορούσε.  Άνοιξε κι ένα τέταρτο ώσπου να φανεί  η δαντέλα από το σουτιέν της κι ετοιμαζόταν να βάλει χαρτί στο εσωτερικό του σουτιέν για να ενισχύσει το ντεκολτέ της όταν μια πόρτα από τις τουαλέτες άνοιξε απότομα.

«Ούτε να το διανοηθείς!»

Έντρομη είδε την συγγραφέα- μις Λέμον να εμφανίζεται μπροστά της με την πιο σκληρή έκφραση που είχε δει ως τώρα στο πρόσωπό της.

«Αυτό είναι ένα Χρυσό Άρλεκιν γλυκιά μου.» είπε λες και αυτό θα τα εξηγούσε όλα. Όταν είδε ότι το ύφος της Μαριάνας παρέμενε απορημένο, συνέχισε : «Δεν υπάρχει σεξ πριν το γάμο στα Χρυσά Άρλεκιν. Ποτέ! Είναι νόμος. Θα πρέπει να βρεις άλλο τρόπο.»

Αυτή θα είναι η κόλασή μου– σκέφτηκε η Μαριάννα. Ένας μεσαιωνικός Παράδεισος όπου το σεξ πριν τον γάμο απαγορεύεται.

Η γιορτή προς τιμή των υπαλλήλων της εταιρίας ήταν ιδέα της Μαριάννας που ο Ροδρίγο βρήκε εξαιρετική. Όμως τίποτα δεν πήγαινε καλά εκείνο το βράδυ.

Η διάθεσή της χάλασε από νωρίς όταν ανακάλυψε ότι το μοναδικό ρούχο στην ντουλάπα της ήταν  μια ρομαντική μακριά τουαλέτα σε μπλε βελούδο με κοντά μανίκια και μικρό ντεκολτέ- ιδέα της σατανικής συγγραφέως σίγουρα. Την φόρεσε και έπιασε τα αφόρητα μακριά μαλλιά της σε μια πρόχειρη αλογοουρά που αμέσως λύθηκε , αφήνοντας τις καστανές μπούκλες της λυτές στο μπλε βελούδο. Όλα είχαν περιγραφεί λεπτομερώς στο μικρό χρυσό βιβλιαράκι και τίποτα δεν μπορούσε να παρεκκλίνει. Η Μαριάννα ένοιωσε να ασφυκτιεί στον ολοκληρωτισμό  της ρομαντικής λογοτεχνίας και να μην μπορεί να κάνει τίποτα για αυτό.

Κατέβηκε στην αίθουσα χορού της οικείας των Μαρτίνεζ  ενώ η ορχήστρα έπαιζε το Come to me my melancholic baby και για λίγο σκέφτηκε πως έπαιζε μόνο για αυτήν.

Και τότε τον είδε. Στην άκρη της αίθουσας χορού, σκυμμένος πάνω από την ξανθιά που είχε δει στις τουαλέτες του Ritz. Δεν είχε χάσει καιρό , φαίνεται , εκείνη και είχε πλέξει τον ιστό της , στον οποίον, όπως όλα  έδειχναν είχε πιαστεί για τα καλά ο Ροδρίγο.

Game over Πίξι Μπλου. Δεν μπορείς πάντα να κερδίζεις.

«Η μις Μπλου; Σήμερα φαίνεστε εκθαμβωτικά όμορφη.»

Η Μαριάννα γύρισε προς τα εκεί που ερχόταν η φωνή και αντίκρυσε τον νεαρό γερουσιαστή. Τα μάτια του την κοίταζαν με έκδηλο θαυμασμό μα κάπου στο βάθος τους η Μαριάννα είδε και κάτι άλλο , πιο σκοτεινό και αποφάσισε να τον αποφύγει.

«Μα όχι. Μη με πληγώνετε σας παρακαλώ. Χαρίστε μου έστω αυτό τον χορό.» επέμεινε ο γερουσιαστής που είχε συστηθεί ως Νικ Κάρλσον. Χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε να χορεύει μαζί του στους ήχους του Blue Moon που η ορχήστρα τώρα έπαιζε με πάθος. Τα μάτια της  απέφευγαν  τα δικά του και έψαχναν μέσα στην αίθουσα για τον Ροδρίγο που είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Ή όχι και τόσο μυστηριωδώς – σκέφτηκε η Μαριάννα και στο νου της πρόβαλε η αδίστακτη ξανθιά Νεοϋορκέζα. Από τις σκέψεις της την έβγαλε ο Νικ Κάρλσον που είχε αρχίσει να τρίβεται επάνω της ενώ η ανάσα του είχε πλησιάσει επικίνδυνα το αυτί της. Τον έσπρωξε πίσω αηδιασμένη και έτρεξε προς τον κήπο.

Είχε απομακρυνθεί αρκετά όταν σταμάτησε να τρέχει  κι έσκυψε πάνω από τα γόνατά της λαχανιασμένη. 

(Μπορείς σε παρακαλώ να το σταματήσεις όλο αυτό; Πέτα με στο αστυνομικό μυθιστόρημα, πέτα με αν θες στην Ρωσία στα τέλη του 1800. Καλύτερα να καταλήξω στο Σλίσενμπουργκ παρά να μείνω άλλο ένα λεπτό εδώ)

«Πού είσαι ρε γαμώτο. Τόσες φορές εμφανίστηκες από το πουθενά εκεί που δεν σε περίμενα. Πού είσαι τώρα;»

Μια φιγούρα έκανε την εμφάνισή της πίσω από τις φυλλωσιές του κήπου , αλλά δεν ήταν η συγγραφέας.

«Δεν έπρεπε να με παρατήσεις έτσι στη μέση του χορού. Όλοι γύρισαν και με κοίταζαν. Ποια νομίζεις πως είσαι;»

Τα μικρά ποντικίσια μάτια του Νικ Κάρλσον είχαν μια κίτρινη απαίσια λάμψη.

«Σήκω και φύγε κύριε γερουσιαστή. Δεν είμαι για την πάρτη σου.»  πέταξε με αηδία η Μαριάννα ενώ ο ποντικάνθρωπος την πλησίαζε. Συνειδητοποίησε ότι τον σιχαινόταν μάλλον, παρά τον φοβόταν.

«Δεν είσαι εσύ για εμένα; Ας γελάσω. Ποιος ξέρει από ποιο καταγώγιο του Lower East Side σε πήρε ο Μαρτίνεζ. Ξέρεις πόσες σαν κι εσένα κυκλοφορούν εκεί; Ροζι Μπλου. Σούζι Μπλου. Πίξι Μπλου. Μην μου το παίζεις μυξοπαρθένα εμένα.»

Η Μαριάννα αναρωτιόταν αν έπρεπε να βάλει τα γέλια με τον τύπο ή να του ρίξει μια κλωτσιά ανάμεσα στα πόδια όταν είδε το πρόσωπό του να συσπάται από έκπληξη και το σώμα του να στρέφεται απότομα στα δεξιά.  Κάποιος τον είχε πιάσει από το σακάκι και τον είχε γυρίσει ενενήντα μοίρες.

«Αν δεν γνωρίζεις Νίκι, πώς να φερθείς σε μια κυρία δεν έχεις καμμία θέση στο σπίτι μου. Και θα φροντίσω να μην έχεις και καμμία θέση στην γερουσία.»

Το πρόσωπο του Ροδρίγο έμοιαζε με κέρινη μάσκα αλλά στα μάτια του έλαμπε ο θυμός. Δεν περίμενε να δει τι θα απαντούσε ο άλλος. Σήκωσε τη γροθιά του και την προσγείωσε στο πρόσωπο του γερουσιαστή που σωριάστηκε αμέσως δίπλα στο παρτέρι με τους μενεξέδες.

«Λυπάμαι που δεν ήμουν εδώ νωρίτερα.» είπε κοιτάζοντας γεμάτος ένταση την Μαριάννα.

«Σε πείραξε αυτό το γουρούνι;»

Η Μαριάννα έγνεψε πως όχι και κοίταξε τον πεσμένο Νικ Καρλσον και πάλι σκέφτηκε να γελάσει, ή να κλάψει ή και τα δυο ταυτόχρονα.  Είχε συμβεί στ’ αλήθεια αυτό; Για χάρη της; Από μακριά ακούστηκε η ορχήστρα που έπαιζε ένα παλιό κουβανέζικο τραγούδι. Ο Ροδρίγο κοίταξε πέρα προς τα εκεί που ερχόταν οι νότες. Έπειτα στράφηκε στην Μαριάννα. Η σκληρή έκφραση είχε φύγει από το πρόσωπό του και τώρα χαμογελούσε γλυκά.

«Δεν χόρεψα μαζί σου απόψε» είπε και υποκλίθηκε μπροστά της. Η Μαριάννα τον κοίταξε χωρίς να είναι σίγουρη για το τι έπρεπε να κάνει και εκείνος , χαμογελώντας στραβά, όπως την πρώτη φορά που την είχε δει, πέρασε το ένα χέρι του στην μέση της και με το άλλο έπιασε το χέρι της και άρχισε να οδηγεί τα βήματά της σε ένα αργό λάτιν.

Η Μαριάννα ένοιωσε να ζαλίζεται. Ο μισός της εαυτός κατέρρεε , παραδομένος σε ένα καρδιοχτύπι που σφυροκοπούσε στο στήθος της και ο άλλος μισός της φώναζε πως έπρεπε να φύγει, έπρεπε να γυρίσει πίσω. Στο τέλος, πήρε την απόφασή της. Σταμάτησε να χορεύει και κοίταξε τον Ροδρίγο σοβαρά.

«Δεν είμαι αυτή που νομίζεις. Δεν ανήκω εδώ. Δεν θα έπρεπε να είμαι εδώ.»

Την  κοίταξε βαθιά στα μάτια κι εκείνη  ένοιωσε να τρέμει.

 «Μικρή μου! Θα μπορούσα να σου πω ότι δεν με νοιάζει ποια είσαι και ότι ανήκεις σε μένα. Αλλά αντί για αυτό θα σε ρωτήσω : Ξέρεις ποια είσαι στ’ αλήθεια και πού ανήκεις;»

Τα λόγια του βιβλίου! Όλα πήγαιναν σύμφωνα με το βιβλίο.! Όλα ήταν ένα ψέμα, μια φαντασία. Όλα έμοιαζαν πιο αληθινά από ο,τιδήποτε είχε ζήσει ως τώρα.

Χωρίς να γνωρίζει την τρικυμία που επικρατούσε στο κεφάλι της, ο Ροδρίγο συνέχισε.

«Είσαι το πιο περίεργο πλάσμα που συνάντησα ποτέ. Ντροπαλή αλλά και ατρόμητη. Διακριτική αλλά και με επιχειρησιακό πνεύμα. Απόμακρη αλλά και ζεστή. Και  από την ώρα που σε γνώρισα δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου.  Μις Μπλου , θα μου κάνατε την τιμή να γίνετε γυναίκα μου;»

Η Μαριάννα πετάχτηκε προς τα πίσω.

«ΤΙ ΕΙΠΕΣ;;;» Τα αυτιά της άρχισαν να βουίζουν και η όρασή της να θολώνει. Που ήταν ο Ροδρίγο; Δεν μπορούσε να τον δει. Τα φώτα από την αίθουσα χορού στο βάθος άρχισαν να βουλιάζουν σαν τα φώτα του Τιτανικού όταν βυθίστηκε στον μαύρο ωκεανό.

«..να γίνεις…μου»

«ΤΙ ΕΙΠΕΣ;;;»

«Είσαι καλά;» Δεν μπορούσε να απαντήσει. ‘Ήταν ; Δεν ήξερε.

«Τι έπαθε;» μια άλλη φωνή , γυναικεία αυτή τη φορά.

«Είναι καλά το κορίτσι;»

«Φαίνεται ότι χτύπησε στο πίσω μέρος από το φορτηγάκι ανεφοδιασμού που έβγαινε από το πάρκιγκ. Δεν πρέπει να έχει χτυπήσει σοβαρά. Είστε καλά Πίξι Μπλου;»

Άνοιξε τα μάτια της. Η Πανεπιστημίου γύρω της έσφυζε από κίνηση,  από ήχους αυτοκινήτων,  από εικοστό πρώτο αιώνα. Γύρισε αργά το κεφάλι της προς αυτόν που ήταν σκυμμένος από πάνω της.

«Ροδρίγο..» ψιθύρισε.

«Αντρέας» έκανε ο άλλος γελώντας και η Μαριάννα τον κοίταξε με απορία. Ανασηκώθηκε και αναρωτήθηκε πόση ώρα βρισκόταν νοκ άουτ μπροστά από το Μεγάλη Βρετάνια, μέρα μεσημέρι. Αντί για αυτό ρώτησε :

«Πώς ξέρεις για την Πίξι Μπλου;»

Αυτός που είχε συστηθεί σαν Αντρέας της χαμογέλασε εγκάρδια.

«Στο Gaming Marathon που είχε διοργανώσει πέρισυ η Gamers Republic είχες έρθει δεύτερη. Ήμουν εκεί και σε είδα. Έχω μια εταιρία ανάπτυξης λογισμικού για Role Playing Games. Έλα να πιούμε ένα καφέ στο GB corner να συνέλθεις λίγο»

Η Μαριάννα έπιασε το χέρι του και σηκώθηκε ενώ η πόρτα του GB corner άνοιγε για να περάσουν. Σε ένα τραπέζι στο βάθος μια κυρία με λευκά μαλλιά και έντονα χρωματιστά ρούχα , έπαιρνε το τσάι της.