Λέγανε πως όταν ο ήρωας Αχιλλέας ήταν παιδί ακόμα στην Φθία, κάποιος μάντης είχε προφητέψει πως αν πήγαινε με τους υπόλοιπους Δαναούς στην εκστρατεία κατά της Τροίας, αιώνια δόξα τον περίμενε, το όνομά του θα ζούσε για πάντα, αλλά εκείνος δεν θα γύριζε ποτέ πίσω, θα πέθαινε εκεί. Αν πάλι επέλεγε να μην πάει, θα ζούσε ως τα βαθιά γεράματα και θα πέθαινε ήσυχος στο κρεβάτι του περιστοιχισμένος από παιδιά κι εγγόνια.
Την ήξερε αυτήν την ιστορία, όπως ήξερε και κάθε αντίστοιχο μύθο που είχαν οι άνθρωποι για τους ήρωές τους στη γη απ’ άκρη σ’ άκρη. Κάθε ήρωας διστάζει πριν περάσει το κατώφλι που χωρίζει τον συμβατικό από τον ηρωικό τρόπο ζωής. Και χωρίς να το ξέρει αυτή κιόλας είναι η πρώτη δοκιμασία που περνάει.
Μα για εκείνον δεν είχε συμβεί έτσι. Εκείνος είχε πάει ο ίδιος να συναντήσει τις δοκιμασίες που τον περίμεναν στην έρημο. Και ήξερε τι θα έβρισκε εκεί . Γιατί είχε γνώσιν του ανθρώπινου εαυτού του και γνώριζε πως κανένας πειρασμός δεν μπορεί να σε αγγίξει αν δεν βρει μέσα στην ανθρώπινη φύση τρωτό σημείο.
Στην αρχή ο Πονηρός δοκίμασε να πειράξει την ψυχή του. Εάν είσαι στ’ αλήθεια Υιός Θεού κάνε τις πέτρες ψωμί να χορτάσεις, πέσε από την στέγη του ναού και διέταξε τα τάγματα των αγγέλων να σε σηκώσουν ψηλά. Εάν είσαι στ’ αλήθεια Υιός Θεού. Αυτό που γνώριζε μέσα του από τότε που άνοιξε τα μάτια του στον κόσμο, έμπαινε σε πειρασμό. Ανέτρεξε στις Γραφές και απάντησε στον Πονηρό. Δεν χορταίνει μόνο με ψωμί ο άνθρωπος! Δεν δοκιμάζει ο άνθρωπος τον Θεό!
Έπειτα ο έκπτωτος δοκίμασε να διαβάλει την καρδιά του. Η καρδιά σου αποζητά τα βασίλεια του κόσμου, την εξουσία πάνω σε όλα τα έθνη. Προσκύνησέ με και θα στα δώσω.
«Ύπαγε οπίσω μου»
Όλα τούτα τώρα ίσως του φαίνονταν αιώνες μακριά. Βρισκόταν στην είσοδο της μεγάλης πόλης έτοιμος να περάσει το κατώφλι που θα έβαζε σε τροχιά την σειρά των γεγονότων που θα περνούσαν στην ιστορία ως Τα Πάθη. Τον πλησίασε ένας αγωγιάτης που έσερνε ένα γαϊδουράκι περπατώντας δίπλα του μαζί με δυο αγόρια αμούστακα, που θα ήτανε γιοί του. Ο αγωγιάτης του πρόσφερε το γαϊδουράκι του με χαρά για να τον πάει μέσα στην πόλη.
Ίσως εκεί, τόσο απλά και αθόρυβα, η πρώτη δοκιμασία κάθε ήρωα, η τελευταία δοκιμασία η δική του, ο τελευταίος πειρασμός, να ήλθε να τον επισκεφθεί.
Ίσως η σκέψη πως μια τέτοια μοίρα θα μπορούσε να είναι και η δική του να πέρασε σαν αστραπή απ’ το μυαλό του. Ίσως η εικόνα του εαυτού του να χαίρεται την συντροφιά των παιδιών του, να ζει ως τα βαθιά γεράματα και να πεθάνει έχοντας παιδιά κι εγγόνια δίπλα του, έλαμψε για μια στιγμή μπροστά στα μάτια του .
Έπειτα θα κοίταξε τα πλήθη που κράταγαν ψηλά τα βάγια και έκραζαν Ωσανά ενώ τα μάτια τους ξεχείλιζαν λατρεία. Και κοιτώντας τα ήξερε πως θα ήταν οι ίδιοι τούτοι άνθρωποι που σε τρεις ημέρες θα έκραζαν Άρον, άρον σταύρωσον αυτόν . Χαμογέλασε γαλήνια. Γύρισε πίσω του να κοιτάξει τους μαθητές του. Τους είδε να κοπιάζουν να ανοίξουν δρόμο ανάμεσα στο πλήθος κουβαλώντας τα λιγοστά πράγματά τους. Τους είδε κατάκοπους να αναζητούν το βλέμμα του για οδηγίες , για προστασία. Και τούτο το ήξερε, πως σαν θα ερχόταν η ώρα της αγωνίας , θα σκόρπιζαν σαν πρόβατα που όρμησε λύκος στο κοπάδι τους. Άλλοι θα κρύβονταν , άλλοι θα τον αρνιόνταν.
Κι ύστερα όλοι τους. Και οι ένδοξοι μαθητές και το πλήθος των απλών ανθρώπων θα βυθίζονταν στην οδύνη όταν θα τον έβλεπαν στην ύστατη ώρα του μαρτυρίου του . Βρόντηξε μέσα του ο ανθρώπινος πόνος και γέμισε η ψυχή του πιότερο από κάθε άλλη φορά απ’ αγάπη , από απέραντη και αμέτρητη αγάπη για τους ανθρώπους.
«Τόσο αγάπησε ο Θεός τον κόσμο…»
Έδιωξε κάθε εικόνα του εαυτού του σε βαθιά γεράματα , περιστοιχισμένος από παιδιά κι εγγόνια…
« ώστε έδωκε τον Υιον αυτού τον μονογενή..»
και με μια χαρά άγρια και όμορφη , την χαρά που έχει ο κύκνος σαν πεθαίνει και βγάζει καθώς λένε το πιο όμορφο τραγούδι του
«δια να μη απολεσθη πας ο πιστευων εις αυτόν»
έδωσε μια στο γαϊδουράκι και κίνησε με ορμή για την πόλη.