Η αστυνομική λογοτεχνία ήταν πάντοτε είδος πολύ αγαπημένο.
Οι λόγοι, λένε οι ειδικοί, ανάγονται στην ανάγκη μας για αποκατάσταση της δικαιοσύνης ώστε να διασφαλιστεί η συνοχή του συνόλου, γι’ αυτό και ταυτιζόμαστε με τον αστυνομικό ή τον ντέντεκτιβ στην αναζήτηση του εγκληματία. Ταυτόχρονα και ασυνείδητα ταυτιζόμαστε και με τον εγκληματία που έχει στραφεί εναντίον του κοινωνικού συνόλου, κάτι που ο βαθιά καταπιεσμένος άγριος εαυτός μας επιθυμεί να κάνει.
Η αναζήτηση ενός καλού αστυνομικού μυθιστορήματος για να μας συντροφεύσει στην παραλία ή στο μετρό για τη δουλειά δεν θα περιοριστεί μόνο στα έργα ενός ήδη καταξιωμένου και αγαπημένου συγγραφέα- αν και η έκδοση ενός νέου βιβλίου από έναν επιτυχημένο συγγραφέα αστυνομικών θα λιγοστέψει κατά πολύ τον χρόνο της αναζήτησης-αλλά και σε κάθε νέο εισερχόμενο που υπόσχεται να μας καθηλώσει με την πλοκή του. Όσο δηλαδή και αν κάποιος έχει πανάξια στεφθεί βασιλιάς του είδους, πάντα θα δίνεται η ευκαιρία σε κάθε καινούριο να συναρπάσει το κοινό και να αποκτήσει οπαδούς.
Επιπλέον, είναι το είδος της γραμματείας για την οποία αισθανόμαστε άνετα να συζητάμε με οποιονδήποτε, είτε πρόκειται για επαΐοντες του χώρου, είτε για αρχάριους και νεόκοπους αναγνώστες.
Αυτά τα δύο γνωρίσματα κατατάσσουν το αστυνομικό βιβλίο ανάμεσα στα πιο δημοκρατικά του είδους: από όλους για όλους.
Αυτή η δημοκρατικότητα και η τεράστια δημοτικότητα οδήγησαν στην τυποποίηση της γραφής και, εσχάτως, στην εργαλειοποίησή της
Πολλά αστυνομικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν τις τελευταίες δεκαετίες , ζυμώθηκαν μέσα σε κάθε λογής εργαστήρια δημιουργικής γραφής και ακολουθούν την μανιέρα που διδάχθηκαν εκεί οι συγγραφείς τους, σαν μια συνταγή που μοιράζεται σε όλους και εφαρμόζεται ως μέθοδος που δεν αποτυγχάνει, αλλάζοντας απλώς τον τόπο, τον χρόνο και τους πρωταγωνιστές. Όπως όμως κάθε μεγάλος σεφ θα σας πει , μια συνταγή χωρίς ψυχή ξεφουσκώνει πιο γρήγορα από αποτυχημένο σουφλέ. Έτσι και αυτά τα μυθιστορήματα σε εντυπωσιάζουν αρχικά με τις συνεχείς ανατροπές τους μέχρις ότου αντιληφθείς ότι η ουσία δεν βρίσκεται στην υπόθεση αλλά στις ανατροπές αυτές , στην μανιέρα.
Γι’ αυτό οι κλασσικοί του είδους, παραμένουν κλασσικοί. Ο sir Arthur Conan Doyle, ο Raymond Chandler, η dame Agatha Christie, δημιούργησαν ήρωες και ιστορίες η γοητεία των οποίων παραμένει αναλλοίωτη ως σήμερα. Η όποια συνταγή ακολούθησαν – αν ακολούθησαν- δεν έγινε ποτέ πρωταγωνίστρια της ιστορίας, ούτε σκοπός τους.
Τελευταία βρίσκονται όλοι οι κλασσικοί στο στόχαστρο της Νέας Εποχής με πιο διάσημη την στόχευση της Agatha Christie από τους sensitivity readers (ελεγκτές της γραμματείας- νέας και παλιάς- με σκοπό την εξάλειψη λέξεων και ιδεών που δεν συνάδουν με τις έννοιες της διαφορετικότητας , της συμπερίληψης και της ισοτιμίας) ώστε να αφαιρεθεί από τα κείμενά της ο,τιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί προσβλητικό για μια ομάδα, εθνότητα, φυλή.
Και αν όλο αυτό δεν θυμίζει επικίνδυνα τα έργα και τις ημέρες του Υπουργείου Αλήθειας στο 1984, οι πρόσφατες εσοδείες της αστυνομικής λογοτεχνίας παίρνουν την μανιέρα και προσθέτουν μπόλικες δόσεις ταυτοτικής πολιτικής, φιλτράροντας κάθε ήρωα και ιστορία μέσα από το πρίσμα του κινήματος woke.
Το έγκλημα θα εμπίπτει τις περισσότερες φορές στο φάσμα του #metoo, οι άνδρες αστυνομικοί θα είναι σεξιστές και αφόρητα ανίκανοι, οι γυναίκες συνάδελφοί τους χάρη στην ενσυναίσθηση θα σώζουν την ημέρα, θα σώζουν το θύμα και θα λύνουν την υπόθεση. Όλοι οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές θα χωρίζονται σε εν δυνάμει καλούς και εν δυνάμει κακούς ανάλογα με το φύλο τους.
Τέτοια βιβλία θα βρίσκουν εύκολα τον δρόμο προς τα ράφια των βιβλιοπωλείων, θα προβάλλονται ως «συγκλονιστικά» αλλά – όπως όλα τα προϊόντα «στρατευμένης τέχνης»- θα καταδικαστούν σε λήθη όταν ο σκοπός για τον οποίον γράφτηκαν παρέλθει και τότε ο θρόνος της αστυνομικής λογοτεχνίας θα ανήκει πάντα στους κλασσικούς.
Ελπίζοντας ο μαύρος μαρκαδόρος της λογοκρισίας να μην έχει λερώσει ως τότε το έργο τους.