Η μουσική ως μυστήριο

9 Μούσες, κάθε μια πρέσβειρα και προστάτιδα μιας τέχνης, μα απ’ όλες τις τέχνες, ήταν η μουσική που μοιράστηκε το ίδιο με αυτές όνομα.

Ο Ησίοδος στη Θεογονία του αναφέρει πως οι εννέα αυτές κόρες μας κάνουν να ξεχνούμε τα βάσανά μας και απαλύνουν τους πόνους μας.

Η μουσική δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια παρότρυνση να κάνουμε κουράγιο, λέει ένας μουσικολόγος.

Τι είναι τελικά η μουσική;

Συνέχεια ανάγνωσης «Η μουσική ως μυστήριο»

Μια τέχνη που χάνεται

Σύμφωνα με την επίσημη ιστορική άποψη οι Ολυμπιακοί Αγώνες παύθηκαν οριστικά από τον Μέγα Θεοδόσιο το 394μ.Χ.

Στην πραγματικότητα, το 394 μ.Χ  έπεσε η οριστική ταφόπλακα σε έναν θεσμό που είχε αρχίσει να πεθαίνει ήδη από τα  χρόνια της Ρωμαϊκής κατάκτησης της Ελλάδας. Μια διοργάνωση στην οποία για να λάβεις μέρος  έπρεπε απαραιτήτως να αποδείξεις την Ελληνική σου καταγωγή (γι’ αυτό και η ύπαρξη των Ελλανοδικών στους αγώνες) έφτασε να δέχεται τον οποιοδήποτε Ρωμαίο (αρκεί να ήταν υψηλόβαθμος)  ήθελε να διαγωνιστεί και ενώ ο σκοπός ήταν πάντα να αναδείξει τον άριστο, κατάντησε να στέψει νικητή τον αυτοκράτορα Νέρωνα παρ’ όλο που, στη διάρκεια των αγώνων,  είχε πέσει από το άρμα του και είχε κοντέψει να σκοτωθεί.

Αυτούς τους παρηκμασμένους Ολυμπιακούς Αγώνες μου θυμίζει η κινηματογραφική βιομηχανία του Hollywood τα τελευταία χρόνια. Γι’ αυτό και η είδηση ότι ηθοποιοί και σεναριογράφοι κατέβηκαν σε απεργία- η πρώτη που σημειώνεται τα τελευταία 80 χρόνια- μου μοιάζει σαν χρονικό  ενός προαναγγελθέντος θανάτου.

Οι μέρες που το Hollywood έφτιαχνε μαγικά παραμύθια παίζοντας με το κιαροσκούρο για να δημιουργήσει  ήρωες μεγαλύτερους απ’ τη ζωή στη δεκαετία του ’40 ή θαμπώνοντας το μάτι και το μυαλό των θεατών με τα φανταχτερά σκηνικά και κουστούμια και τα πανέμορφα πρόσωπα των πρωταγωνιστών τη δεκαετία του ’50  ή ακόμα μεταφέροντας την ποίηση και την φιλοσοφία στον κινηματογράφο με τους σκηνοθέτες- auters τη δεκαετία του ΄70 έχει περάσει πια.

Τί έμεινε απ΄ τα παλιά; Κάποιες ταινίες δράσης και εφέ με ήρωες με κάπες ή χωρίς , που φέρνουν τα λεφτά στα ταμεία και δεκάδες άλλες μέτριες έως αδιάφορες, που δεν θα δούμε ή θα αντέξουμε να δούμε ως τα μισά αλλά θα διαφημιστούν έντονα έως τυραννικά με τίτλους στα ΜΜΕ όπως «Γιατί το Tar είναι εργάρα και γιατί πρέπει να το δεις» και άλλα εμφανώς αλλοπρόσαλλα- όπως το Τα Πάντα Όλα- που σε άλλες εποχές δεν θα κατάφερναν ούτε σε βίντεο να βγουν , τελικά όμως κερδίζουν το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Όλα αυτά σε ένα Hollywood όπου το σενάριο, η σκηνοθεσία και η υποκριτική μετράνε λιγότερο από την ιδεολογία της συμπερίληψης , της ισοτιμίας  και της διαφορετικότητας , στην οποία κάθε νέα ταινία πρέπει να υποβάλλει τα διαπιστευτήριά της. Μη αρκούμενη στην καλή πίστη , η επιτροπή των Oscar θέσπισε πως ήδη από το 2024, προκειμένου μια ταινία να μπορεί να είναι υποψήφια για το χρυσό αγαλματάκι,  θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τα νέα πρότυπα  που υποδεικνύουν μεταξύ άλλων  ότι συγκεκριμένο ποσοστό ηθοποιών της ταινίας θα προέρχεται από συγκεκριμένες εθνότητες και φυλές . Το ίδιο φυσικά ισχύει και για το ποσοστό των χαρακτήρων της ταινίας που θα εκπροσωπούν συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό. Και πάνω σε όλα αυτά προσθέστε ότι και το σενάριο της ταινίας θα πρέπει να προωθεί –μέχρι βαθμού προπαγάνδας- τις ιδεολογικές βάσεις της woke κουλτούρας.

Όπως όλα τα προϊόντα προπαγάνδας , όμως, έτσι και οι ταινίες είναι καταδικασμένες να αντιμετωπίσουν την αδιαφορία των θεατών- ή – την λησμονιά  για όσους παρασυρθούν και τις παρακολουθήσουν.

Αλλά δεν είναι μόνο η τέχνη που κατάντησε χυδαία προπαγάνδα. Είναι και τα τόσα σκάνδαλα που έχουν ξεσπάσει στους κόλπους του Hollywood, με εκείνο του Epstein  που είχε κατηγορηθεί για σωματεμπορία  με θύματα και ανήλικους και είχε στενούς δεσμούς με μεγάλα ονόματα του Hollywood, να στέκεται στην  κορυφή του παγόβουνου.

Για όλα τα παραπάνω, η εναρκτήρια ομιλία του κωμικού Ricky Gervais στις Χρυσές Σφαίρες του 2021 είναι το πιο επιτυχημένο και καυστικό σχόλιο στο σύγχρονο Hollywood :

«Σοβαρά, οι περισσότερες ταινίες είναι απαίσιες. Τεμπέλικες. Remakes, sequels. Οι καλύτεροι ηθοποιοί πήγαν στο Netflix, στο HBO. Και αυτοί που κάνουν μόνο ταινίες στο Hollywood κάνουν ανοησίες  περιπέτειας ή φαντασίας. Φορούν μάσκες και κάπες και πραγματικά στενά κοστούμια. Η δουλειά τους δεν είναι η υποκριτική πια. Είναι να πηγαίνουν γυμναστήριο δύο φορές την μέρα και να παίρνουν στεροειδή.

Η Apple όρμησε και στην αγορά της τηλεόρασης με το The Morning Show, ένα υπέροχο δράμα για την σημασία της αξιοπρέπειας και του να κάνεις το σωστό- αυτό από μια εταιρεία που έχει εργοστάσια σκλαβιάς στην Κίνα- απίστευτο. Η Apple, η Amazon, η Disney.  Αν ο ISIS έφτιαχνε  πλατφόρμα streaming  θα τρέχατε να τηλεφωνήσετε στον ατζέντη σας όλοι, έτσι δεν είναι;

Γι΄αυτό αν κερδίσετε βραβείο απόψε, μην χρησιμοποιήσετε τη θέση σας για να βγάλετε πολιτικό λόγο. Δεν είστε σε θέση να κάνετε κήρυγμα στο κοινό για τίποτα. Δεν ξέρετε τίποτα για τον πραγματικό κόσμο. Οι περισσότεροι από εσάς περάσατε λιγότερο χρόνο στα θρανία από την Γκρέτα Θούνμπεργκ.«

Έτσι, όσο οι ηθοποιοί και οι σεναριογράφοι κατεβαίνουν σε μαχητική απεργία, μειώνοντας – ελπίζω- την παραγωγή ταινιών σύμφωνα με τα νέα πρότυπα, εγώ θα παρηγορηθώ με  ό,τι πιο γνήσιο και αληθινό έχει φτιάξει ποτέ αυτή η κοιλάδα της Καλιφόρνια. Τα μεγάλα παραμύθια του παλιού καλού Hollywood


Στην εικόνα, street art του Sabo για το σύγχρονο αμερικάνικο κινηματογράφο.

Ποιος φοβάται τους Σπαρτιάτες;

Η απάντηση είναι : Όλοι!

Ήταν γνωστό σε όλον τον Ελληνικό χώρο, ότι όπου παρατάσσονταν αυτοί οι τύποι με τις κόκκινες χλαμύδες οι πιθανότητες να βγεις ζωντανός από την μάχη έτειναν στο μηδέν.

Η πολεμική αρετή των Λακεδαιμόνιων , η συνοχή τους, το γεγονός ότι η ζωή τους μετρούσε για αυτούς πολύ λιγότερο από την τιμή της πόλης τους και η ανδρεία τους, ήταν ικανές να κάνουν τα πόδια των εχθρών τους να τρέμουν πριν καν ξεκινήσει η μάχη.

Γι’ αυτό και οι Σπαρτιάτες ήταν γενναιόδωροι. Αν οι εχθροί τους, το έβαζαν στα πόδια ρίχνοντας κάτω τα όπλα τους, δεν θα τους κυνηγούσαν και θα τους άφηναν να ζήσουν. Αν επέλεγαν όμως να σταθούν απέναντί τους και να τους πολεμήσουν , θα τους εκμηδένιζαν.

Το γεγονός ότι πολλοί , όντως είχαν επιλέξει να το βάλουν στα πόδια, σε συνδυασμό με το ότι η Σπάρτη λόγω των αυστηρών νόμων του Λυκούργου που όριζαν την Λακεδαιμονίων Πολιτεία, ήταν περίκλειστη προς τους υπόλοιπους Έλληνες, είχαν τυλίξει τους Σπαρτιάτες με μια αχλή άγνοιας κάτι που ενέτεινε  το καθεστώς φόβου που ενέπνεαν.

Πίσω στο μέλλον του 2023 μια παρόμοια, ηθελημένη  όμως, άγνοια, εκφράστηκε με την μορφή της υστερίας την επομένη των επαναληπτικών βουλευτικών εκλογών της 25ης Ιουνίου. Όσο ελάχιστα ήταν τα ποσοστά των νεόκοπων παρατάξεων που εισήλθαν στη βουλή τόσο μέγιστη είναι η αναταραχή που δημιούργησαν. Στα social media, στην τηλεόραση αλλά και στον εναπομείναντα έντυπο τύπο, οι αντιδράσεις κυμαίνονταν από το μαύρο μοιρολόι ως τις πολεμικές ιαχές που καλούσαν για αφανισμό των νέων αυτών κομμάτων. Κατά την προσφιλή συνήθεια των τελευταίων χρόνων που λέει πως όταν διαφωνούμε με κάτι, αυτό το κάτι είναι «ρατσιστικό» και «φασιστικό» ,  τόσο η «Νίκη» όσο και οι «Σπαρτιάτες» τσουβαλιάστηκαν  κάτω από την ταμπέλα του φασισμού και του ναζισμού. Αδιάφορο αν ο εθνικοσοσιασλισμός – όπως άλλωστε και ο κομμουνισμός , αλλά όχι με τον αδυσώπητο τρόπο αυτού του τελευταίου- κυνήγησε την εκκλησία και περιφρόνησε την θρησκεία. Αδιάφορο αν καμμία από τις δύο παρατάξεις δεν είχε δώσει σαφές πολιτικό μανιφέστο, σαφές πρόγραμμα δράσης , σαφείς οικονομικές θέσεις.  Η άγνοια των περισσότερων που κλήθηκαν να σχολιάσουν το φαινόμενο ήταν έκδηλη και τραγική.

Μα δεν ήταν μόνο άγνοια. Ήταν και αδιαφορία.  Αδιαφορία στο ποιοι πραγματικά είναι, ποιες ανάγκες έχουν και τι σκέψεις κάνουν αυτοί που έδωσαν την ψήφο τους σε αυτές τις νέες παρατάξεις . Εκείνο το κομμάτι του πληθυσμού που δεν ανήκει στην ελίτ και που βίωσε διαφορετικά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης , της δραστικής υποβάθμισης των περιοχών του κέντρου, των λοκντάουν και μιας ανάπτυξης που , προς το παρόν, κάνει την εμφάνισή της μόνο σε αριθμούς, ήταν αόρατο για τους περισσότερους. Αυτό το κομμάτι του πληθυσμού, δεν πάσχει από «περιβαλλοντικό άγχος» ώστε να εξοργίζεται όταν βλέπει πλαστικό καλαμάκι  και δεν το εντυπωσιάζουν οι αντωνυμίες στα προφίλ  (he/him, she/her, they/them) και , από ότι φάνηκε, έχει οργή μέσα του- μια οργή που (σε αντίθεση με την οργή της ακροαριστεράς) δεν έχει ντυθεί τον μανδύα της δίκαιης αγανάκτησης από τα ΜΜΕ και την ιντελιγκέντσια.

Αυτοί οι άνθρωποι θα είναι λάθος αν συνεχίσουν  να αντιμετωπίζονται με αδιαφορία και με άγνοια, έχοντας απλά στιγματιστεί ως «φασίστες». Η περιθωριοποίηση  και η αδιαφορία για ένα μέρος του πληθυσμού ποτέ δεν έχει οδηγήσει σε καλά αποτελέσματα όπως έχει δείξει η ιστορία. Στις καλές περιπτώσεις θα πέφτουμε από τα σύννεφα όπως  με την εκλογή Τραμπ και το Brexit, στις κακές θα έχουμε Αρμαγεδδώνα.

Για την ιστορία, οι αρχαίοι Αθηναίοι ήταν εκείνοι που δεν είχαν αρκεστεί στην άγνοια όσο αφορούσε τους  αρχαίους Σπαρτιάτες.  Αθηναίοι, που είχαν ισχυρούς δεσμούς με την Λακεδαίμονα, εκτελούσαν χρέη πρεσβευτή της Σπάρτης στην Αθήνα  και γνώριζαν καλά την Λακεδαιμονίων Πολιτεία. Και ήταν οι Αθηναίοι που ανακάλυψαν- με σκληρό τρόπο είναι η αλήθεια- πως η φθορά της Σπάρτης ήρθε όταν αυτή , κερδίζοντας τον Πελοποννησιακό  πόλεμο, μολύνθηκε από την εξουσία.


Στην εικόνα, περικεφαλαία Σπαρτιάτη οπλίτη, από ekivolos.gr

Αναζητώντας την Μέριλιν

Η Αμερικανίδα ηθοποιός που έγινε γνωστή σαν Μέριλιν Μονρόε γεννήθηκε την 1η Ιουνίου του 1926 και πέθανε στις 4 Αυγούστου του 1962.

Αυτά τα δύο καθοριστικά γεγονότα είναι τα μόνα που ξέρουμε με σιγουριά για την Μέριλιν. Αν σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για μακράν την πιο αναγνωρίσιμη Αμερικανίδα ηθοποιό, ένα από τα ισχυρότερα και αποδοτικότερα brand names ως και σήμερα, ένα σύμβολο κουλτούρας και εποχής, την ενσάρκωση ενός αρχέτυπου γυναίκας, είναι άκρως περίεργο πόσα λίγα   γνωρίζουμε. Τα πάνω από 600 βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει για εκείνη –περισσότερα από όσα έχουν γραφτεί για οποιονδήποτε άλλον από τον χώρο του θεάματος- έχουν μάλλον ενισχύσει τον μύθο παρά έχουν απαντήσει στο ερώτημα  που υπόσχονται να λύσουν: Ποια ήταν τελικά η Μέριλιν;

Η σεξοβόμβα

Σκηνή 1η : «7 χρόνια φαγούρα»

Η φούστα του λευκού εξώπλατου που φορά “Το κορίτσι»  σηκώνεται  αποκαλύπτοντας τα πόδια της ως ψηλά στους μηρούς ενώ εκείνη γελά με την αφέλεια μικρού παιδιού, καθώς στέκεται στην σχάρα κάτω από την οποία περνάει ο υπόγειος σιδηρόδρομος και περιμένει το επόμενο τρένο για την φυσήξει και πάλι το αεράκι.

Η σκηνή αυτή  έχει δώσει στον μύθο της Μέριλιν όλα όσα χρειάζεται να γνωρίζει ο κάθε ένας που καλείται να καταναλώσει ένα κομμάτι της. Όλοι γνωρίζουμε την δύναμη που έχει διαχρονικά η εικόνα της Μέριλιν καθώς κρατάει την φούστα του φορέματος που έχει ήδη ανέβει όσο ψηλά επιτρέπει η λογοκρισία της εποχής- δύναμη που υπερνίκησε και την ίδια την Μέριλιν όταν προσπάθησε – ανεπιτυχώς- να δοκιμαστεί σε άλλους ρόλους και σε διαφορετική περσόνα.

Σύμβολα του σεξ υπήρξαν πολλά στην αμερικάνικη βιομηχανία θεάματος, όμως αυτό που αντιπροσώπευε η Μέριλιν ήταν διαφορετικό. Το σεξ της Μέριλιν δεν ήταν απειλητικό, δεν έκρυβε παγίδες δεν οδηγούσε στον όλεθρο- όπως αυτά των σταρ του ’30 και του ’40. Δεν ήταν ωμό και αδιάφορο στους κανόνες, δεν ήταν φεμινιστικό και ανατρεπτικό – όπως εκείνο της δεκαετίας του ’60. Η Μέριλιν ήταν μια  αστραφτερά όμορφη γυναίκα, στην περίοδο της άνθισής της όπου όλα πάνω της είναι τέλεια :  τέλεια πλατινέ μαλλιά, τέλειο κόκκινο, μισάνοιχτο στόμα, τέλειο στήθος, τέλειοι γλουτοί,  βλέμμα που σε καλούσε στην κρεβατοκάμαρα και χαμόγελο που υποσχόταν πως θα ήταν όλα εντάξει μετά.

Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι πως η Μέριλιν ασκούσε πάντα γοητεία τόσο σε ετεροφυλόφιλους άνδρες όσο και σε ομοφυλόφιλους- είναι χαρακτηριστική η εμμονή του Andy Warhol μαζί της- αλλά και σε γυναίκες.

Έχοντας το «προνόμιο» να έχει πεθάνει νέα, η Μέριλιν άφησε αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με αυτό το κομμάτι της εικόνας της.

Ήταν ο ερωτισμός που εξέπεμπε η άμυνα που είχε αναπτύξει για να κρύψει την τραυματική παιδική ηλικία που είχε περάσει,  ζώντας με μία μητέρα ψυχασθενή χωρίς να γνωρίσει ποτέ τον πατέρα της; Πολλοί βιογράφοι της ισχυρίζονται ακριβώς αυτό.

Ή μήπως η ταμπέλα «σύμβολο του σεξ» της επιβλήθηκε από το ανδροκρατούμενο Hollywood που πήρε στα χέρια του ένα αθώο θύμα και το μετέτρεψε σε ένα προϊόν με στόχο την τέρψη του ανδρικού κοινού; Οι μελετητές της φεμινιστικής σχολής  υπερασπίζονται αυτήν την άποψη.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η βιομηχανία θεάματος κέρδισε (και κερδίζει) τεράστια ποσά από την Μέριλιν ως θεά του ερωτισμού. Η περίφημη γυμνή φωτογράφιση που έκανε όταν ήταν ένα απένταρο pin up girl με αμοιβή 50$ αγοράστηκε από έναν νεαρό επιχειρηματία με το όνομα Hugh Hefner για 500$  3 χρόνια αφ’ ότου η μις Μονρόε είχε ξεκινήσει την κινηματογραφική καριέρα της. Οι φωτογραφίες αυτές βοήθησαν τον Heffner να στήσει την αυτοκρατορία του Playboy που  κυκλοφόρησε το πρώτο του τεύχος υποσχόμενο την Μέριλιν γυμνή , για όλους.

Όμως όσο και αν το Hollywood έστησε ένα δύσκολο παιχνίδι στην Μέριλιν, εκείνη έπαιξε με την σειρά της  με το Hollywood- τόσο με την εικόνα της και τον μύθο της όσο και με τα αφεντικά των studio. Οι εμφανίσεις της , οι κινήσεις της, ο τρόπος που μιλούσε κινώντας τα χείλη της σαν χαριτωμένο κοριτσάκι ξεσήκωναν φρενήρη ενθουσιασμό από τα πλήθη- και ήταν τέλεια υπολογισμένες από πλευράς της. Ως και η φορά που απάντησε « αυθόρμητα»  στον δημοσιογράφο του Marie Claire  που την ρώτησε τι φορά στο κρεβάτι.  «Μια σταγόνα Chanel No5» είπε με παιδική ειλικρίνεια,  αφήνοντας να εννοηθεί ότι κοιμάται γυμνή. Κάτι που , ήταν η αλήθεια.

Και όταν η Fox της διαμήνυσε ότι την απολύει από την  ταινία Something ‘s gotta Give (την τελευταία και ανολοκλήρωτη ταινία της) επειδή αθέτησε την υπόσχεσή της και εμφανίστηκε στο gala για τα γενέθλια του Προέδρου Kennedy στο Madison Square Garden, εκείνη κανόνισε μια φωτογράφιση με τον Bert Stern (γνωστή σήμερα ως « η τελευταία φωτογράφιση») που έκανε τον τύπο της εποχής να μιλάει μόνο για αυτήν ξανά, αφήνοντας δεύτερη την Elizabeth Taylor που τότε γύριζε το Cleopatra.

Η χαζή ξανθιά

Σκηνή 2η :  «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές.»

H Lorelei Lee, η εκρηκτική καλλιτέχνης του Diamonds are a girl’s best friend και σπιρτόζα γόησσα,  ακούει τον πατέρα του μέλλοντος συζύγου της – που τυγχάνει εξαιρετικά πλούσιος – να της της λέει ξεκάθαρα πως την θεωρεί «προικοθήρα».

«Το να είναι ένας άντρας πλούσιος είναι το ίδιο όπως το να είναι μια γυναίκα όμορφη. Δεν θα παντρευόσασταν μια γυναίκα μόνο επειδή θα ήταν όμορφη όμως, Θεούλη μου, δεν θα βοηθούσε πολύ αν ήταν; Και αν είχατε μια κόρη θα προτιμούσατε να παντρευτεί έναν πλούσιο και να έχει ό,τι ζητήσει στη ζωή. Γιατί λοιπόν είναι κακό που το θέλω εγώ;»

Μετά από αυτόν τον βομβαρδισμό, ό μέλλων πεθερός ομολογεί « Έι, μου είχαν πει ότι είσαι χαζή».

Στο οποίο η Lorelei Lee- Μέριλιν απαντά « Μπορώ να είμαι έξυπνη όταν είναι σημαντικό.»

Βρίσκω αυτήν την φράση να πλησιάζει πολύ την αληθινή Μέριλιν

Πολλά σημεία της ιστορίας της βρίσκουν μια εύκολη εξήγηση αν δεχθούμε ότι είχε μειωμένη αντίληψη. Όπως για παράδειγμα το ότι δεν κατάφερε ποτέ να πληρωθεί ανάλογα με τα εκατομμύρια που έφερνε στις εταιρίες παραγωγής το όνομά της, ή το ότι εμπιστευόταν εύκολα και πολύ ανθρώπους που στην συνέχεια την απογοήτευαν. Όμως, είναι πολλοί οι γνωστοί και άπειροι οι άγνωστοι ηθοποιοί που δεν κατάφεραν να κάνουν περιουσία στο Hollywood και όλοι μας έχουμε εμπιστευτεί ανθρώπους που δεν το άξιζαν .

Η Μέριλιν κατείχε ένα ιδιαίτερο και εντελώς δικό της στοιχείο σπιρτάδας. Ακόμα, διέθετε ένα πλούσιο λεξιλόγιο και συχνά την έβλεπες αγκαλιά με ένα βιβλίο του James Joyce ή του Freud .

Επίσης ήταν αξιοθαύμαστα γενναία.

 Όταν η ύπαρξη γυμνών φωτογραφιών της από την εποχή που ήταν pinup μαθεύτηκε, το Στούντιο την πίεζε να αρνηθεί πως ήταν αλήθεια αλλά εκείνη, με ένα σθένος που θα ζήλευαν και οι πιο χειραφετημένες σταρ, δεν υπέκυψε στις πιέσεις. Παραδέχθηκε στον Τύπο ότι πράγματι είχε κάνει αυτήν την φωτογράφιση  : Ήμουν πολύ φτωχή, χρειαζόμουν αυτά τα χρήματα. Λυπάμαι για αυτό που έγινε , αλλά δεν ντρέπομαι.

Και όταν ο τότε σύζυγός της Άρθουρ Μίλερ, βρέθηκε στην  Επιτροπή Αντιαμερικανικών Υποθέσεων ως κατηγορούμενος , εμφανίστηκε στο πλευρό του, στηρίζοντάς τον , ρισκάροντας τα πάντα, όταν φίλοι του, δεν εμφανίστηκαν καν.

Και διέθετε πείσμα και εργατικότητα

Η διευθύντρια του πρακτορείου μοντέλων που δούλεψε  η Μέριλιν, δεν θυμάται καμμία άλλη σαν κι αυτήν : δούλευε την στάση του σώματος, το περπάτημά της , το χαμόγελό της περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, ώσπου να τα τελειοποιήσει.

Έτσι δούλευε και στις πρώτες ταινίες της…πριν τα βαρβιτουρικά στο αίμα της πάρουν το πάνω χέρι.

Η ψυχωτική αυτοκαταστροφική σκύλα

Σκηνή 3η : «Μερικοί το προτιμούν καυτό.»

Ο Τόνι Κέρτις και ο Τζακ Λέμον ντυμένοι ως Josephine και Daphne βρίσκονται με την μπάντα της Sweet Sue  στο τρένο για το Μαϊάμι. Ανακαλύπτουν την Sugar Kane- Μέριλιν να πίνει κρυφά – λόγω ποτοαπαγόρευσης- bourbon.

«Μην νομίζετε ότι δεν μπορώ να το σταματήσω.» τους λέει ενώ πίνει μια γουλιά.

« Μπορώ. Απλά δεν θέλω. Ιδίως όταν είμαι στα κάτω μου.»

Σκηνοθέτες και οι ηθοποιοί στις ταινίες Μερικοί το Προτιμούν Καυτό και Οι Αταίριαστοι  συμφωνούν ότι το να συνεργάζεσαι με την Μέριλιν εκείνη την εποχή ήταν με μια λέξη: κόλαση.  Καθυστερούσε ολόκληρα 24ωρα να εμφανιστεί στα γυρίσματα, όταν ήταν εκεί, δεν μπορούσε να αποστηθίσει μια αράδα από τον ρόλο της, ξεσπούσε άξαφνα σε φωνές ή κλάματα.

Ο Τζακ Λέμον, , ωστόσο, την θυμάται με συμπάθεια και την περιγράφει σαν ένα πλάσμα που το μέγεθος της φήμης της την ξεπέρασε κατά πολύ , κάνοντάς την να αποτραβιέται από τους ανθρώπους και να καταφεύγει στα χάπια. Τα οποία της συνταγογραφούσαν χωρίς μέτρο διάφοροι γιατροί –υπάλληλοι του Στούντιο.

Και ας μην ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή , η Μέριλιν στην προσωπική της ζωή, βίωνε ένα ακόμα διαζύγιο και μία αποβολή στον 6ο μήνα της εγκυμοσύνης της , πριν από αυτό. Και όμως, ολοκλήρωσε την μεγαλύτερη εισπρακτική της επιτυχία  (το Μερικοί το Προτιμούν Καυτό) και κέρδισε Χρυσή Σφαίρα για την ερμηνεία της.

Το θύμα των αδερφών Κέννεντυ

 Σκηνή 4η 

Στην κρεβατοκάμαρα του σπιτιού της , στο 12305 Helena Drive στο Μπρέντγουντ της Καλιφόρνια, τις πρώτες πρωινές ώρες της 5ης Αυγούστου του 1962, η Μέριλιν Μονρόε βρίσκεται νεκρή, γυμνή, γυρισμένη μπρούμυτα στο κρεβάτι της, ενώ δίπλα της, στο κομοδίνο, δεκάδες μπουκαλάκια , τα περισσότερα από αυτά  άδεια.

Οι αστυνομικοί που φτάνουν εκεί, βρίσκουν την οικονόμο της να βάζει μπουγάδα και αρχίζουν να παίρνουν αντικρουόμενες καταθέσεις σχετικά με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μεταξύ 08:00 μμ το προηγούμενο βράδυ και 04:25 της 5ης Αυγούστου.  Αυτές οι αναφορές θα γίνονταν όλο και πιο μπερδεμένες καθώς θα περνούσε ο καιρός και όλο και περισσότερες μαρτυρίες θα προστίθεντο σε μια ήδη περίπλοκη ιστορία.

Η Μέριλιν ανήκει στην ξεχωριστή εκείνη κάστα ινδαλμάτων που ο θάνατός τους δεν αμφισβητείται – όχι, δεν σκηνοθέτησε τον θάνατό της για να γλιτώσει από τη δημοσιότητα όπως ο Elvis ή ο Jim Morrison- αλλά υπάρχουν δεκάδες συναρπαστικές εκδοχές για αυτόν που – στις πιο ελαφριές εκδοχές τους- βρίσκουν πως η Μέριλιν αυτοκτόνησε μην αντέχοντας άλλο το ψυχολογικό βάρος της ζωής σαν αστέρι του Hollywood και της απόρριψης από τους άντρες της ζωής της και τις πιο πλούσιες θεωρίες συνομωσίας να θέλουν τους αδελφούς Κέννεντυ- με τους οποίους εικάζεται ότι είχε ερωτική σχέση- να αποφασίζουν να ξεφορτωθούν μια και καλή την τρελή που απειλεί να τινάξει την φήμη τους στον αέρα, με τη βοήθεια της μαφίας, του Τζίμυ Χόφα, ή και των ίδιων των Μυστικών Υπηρεσιών . Η Joyce Carol Oates στο μυθιστόρημα με στοιχεία βιογραφίας, H Ξανθιά, προβάλει την εκδοχή του μοναχικού σκοπευτή, που παίρνει εντολές – άγνωστο από ποιον – να ξεφορτωθεί την εχθρό της Αμερικής με το όνομα Μέριλιν. Άλλοι εμπλέκουν ως υπαίτιους τον ψυχολόγο της Μέριλιν εκείνη την εποχή, Dr Ralph Greenson , άλλοι την οικονόμο της.

Το θέμα είναι ότι ο μύθος Μέριλιν Μονρόε μας συναρπάζει τόσο με τη ζωή της όσο και με τον θάνατό της.

Αν και οι περισσότερες ιστορίες για αυτήν επιμένουν πως η Μέριλιν ήταν η Σταχτομπούτα, ήταν πάντα πιο κοντά στο να είναι η Χιονάτη . Πρώτα αθώο παιδί, μετά τρομαγμένο , κυνηγημένο θύμα, μετά όμορφο πτώμα σε γυάλινο φέρετρο.[…] Αλλά το παραμύθι μένει ημιτελές γιατί η ηρωίδα μας δεν ξαναγεννιέται στο τέλος. Αυτό θα το κάνει η επόμενη βιογραφία της: θα την φέρει πίσω στη ζωή μόνο και μόνο για να απολαύσουμε ξανά τον θάνατό της στο τέλος.

Sarah Churchwell, The many lives of Marilyn Monroe

Τίτλοι Τέλους

Αν δείχνουν κάτι όλες οι αντιφάσεις, όλες οι ιστορίες και οι ερμηνείες του μύθου γύρω από την Μέριλιν, είναι ότι πράγματι πρόκειται για μύθο- και μάλιστα για μύθο σαν κι εκείνους που οι άνθρωποι πάντα είχαν στις θεολογίες τους. Ένας μύθος δεν λέει ποτέ ψέματα, κρύβει όμως την αλήθεια πίσω από συμβολισμούς. Ένας μύθος δεν ερμηνεύεται με έναν τρόπο μόνο και κάθε άνθρωπος βλέπει σε αυτόν ένα κομμάτι του εαυτού του. Ο μύθος της Μέριλιν έχει δώσει τροφή σε ανθρώπους κάθε προέλευσης για γράψουν για αυτήν: από σκανδαλοθήρες έως καταξιωμένους λογοτέχνες όπως ο Norman Mailer και η Joyce Carol Oates. Κάθε ένας από αυτούς είδε κάτι στην ιστορία της που δεν είχε δει κανένας άλλος- ένα κομμάτι του εαυτού του που χρειαζόταν κάθαρση και λύτρωση. Και με αυτόν τον τρόπο η Μέριλιν είναι μια θεά της λύτρωσης. Νομίζω θα της άρεσε αυτό. Ε, Μέριλιν;

Χειροκρότημα.

Μικρό εγχειρίδιο προεκλογικού αγώνα

Αν σε αυτές τις εκλογές δεν με είχε εντυπωσιάσει ο αριθμός των κομμάτων που ζητούν την ψήφο του κόσμου, αν δεν με έκανε να απορήσω το πλήθος  των μελών και των υποψηφίων που κατάφεραν να κατεβάσουν, σίγουρα με αφήνει έκθαμβη το θέαμα των δεκάδων ετερόκλητων ανθρώπων που φαίνονται να ακολουθούν τους υποψήφιους στις διάφορες – δήθεν τυχαίες και χαλαρές- δημόσιες εμφανίσεις τους.

Και αλήθεια αυτοί οι ακόλουθοι είναι από τα πιο σημαντικά περιουσιακά στοιχεία των υποψηφίων από τότε που εμφανίστηκε το δεύτερο αρχαιότερο επάγγελμα στον κόσμο, αυτό του πολιτικού.

Σε καθημερινή βάση, θα πρέπει να έχεις κοντά σου μια μεγάλη γκάμα ανθρώπων. Ο κόσμος θα σε κρίνει από το είδος του πλήθους που συγκεντρώνεις, τόσο ως προς την ποιότητα όσο και ως προς το μέγεθος. Οι τρεις κατηγορίες στις οποίες χωρίζονται οι οπαδοί σου είναι: αυτοί που σε χαιρετούν στο σπίτι, αυτοί που σε συνοδεύουν κάτω στην Αγορά και εκείνοι που σε συνοδεύουν όπου και αν πας.

Αυτά έγραφε στον αδελφό του Μάρκο Τύλλιο Κικέρωνα, ο Κόιντος ,στο Commentariolum Petitionis. Ο Κικέρωνας ήταν τότε 42 ετών και επιχειρούσε για πρώτη φορά να εκλεγεί Ύπατος έχοντας απέναντί του υποψηφίους όπως ο Κράσος και ο Κατιλίνας.

O Κόιντος γνωρίζει ότι αν και τα χαρίσματα και οι γνώσεις του Κικέρωνα είναι πολλά, εντούτοις, για να πετύχει στην πολιτική χρειάζονται και κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Η πολιτική είναι γεμάτη από απάτη, απιστία και προδοσία. (…) Ο καλός χαρακτήρας σου έκανε κάποιους στο παρελθόν να παριστάνουν τους φίλους σου, ενώ στην πραγματικότητα σε ζήλευαν. Γι’ αυτό, λοιπόν, θυμήσου τα σοφά λόγια του [κωμωδιογράφου] Επιχάρμου: «Μην εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους με μεγάλη ευκολία»

του γράφει πιο κάτω , για να συνεχίσει με μια προτροπή που θυμίζει αυτά που θα πρέσβευε ένας άλλος Ιταλός, αιώνες αργότερα, ο Νικολό Μακιαβέλλι όταν έγραφε :Κράτα τους φίλους σου κοντά και τους εχθρούς σου πιο κοντά.

Από τη στιγμή που θα ξεκαθαρίσεις ποιοι είναι οι πραγματικοί σου φίλοι, αφιέρωσε λίγη σκέψη και για τους εχθρούς σου. Είναι τρεις οι κατηγορίες των ανθρώπων που θα σου αντιταχθούν: αυτοί τους οποίους έχεις ζημιώσει, αυτοί που σε αντιπαθούν χωρίς προφανή λόγο και εκείνοι που είναι στενοί φίλοι των αντιπάλων σου. Όσον αφορά αυτούς που έχεις ζημιώσει με το να υπερασπιστείς [στο δικαστήριο ως διάδικος] έναν φίλο σου εναντίον τους, να είσαι απέναντί τους ευγενής και απολογητικός, θυμίζοντάς τους ότι απλώς υπερασπιζόσουν κάποιον με τον οποίον διατηρούσες στενή σχέση και ότι θα έπραττες το ίδιο και γι’ αυτούς, αν ήταν φίλοι σου. Όσο για εκείνους που δεν σε συμπαθούν χωρίς να έχουν κάποιον λόγο, προσπάθησε να τους αλλάξεις γνώμη με το να είσαι προσηνής απέναντί τους ή κάνοντάς τους κάποια εκδούλευση ή δείχνοντας ενδιαφέρον γι’ αυτούς. Για τους τελευταίους, που είναι φίλοι των αντιπάλων σου, μπορείς να χρησιμοποιήσεις τις ίδιες τεχνικές, δίνοντας αποδείξεις για την αγαθή προαίρεσή σου ακόμη και σε εκείνους που είναι εχθροί σου.

Και πώς πετυχαίνεις να κάνεις όλους αυτούς τους ακολούθους, τους φίλους και εχθρούς να θέλουν να είναι κοντά σου; Όπως θα έλεγε και ο Μαυρογιαλούρος : Θα, θα, θα…

Θυμήσου τον [πολιτικό] Κόττα, εκείνον τον μάστορα των προεκλογικών αγώνων, ο οποίος είπε ότι, εκτός αν τον εμπόδιζε κάποια ρητή υποχρέωση, θα υποσχόταν το οτιδήποτε στον οποιονδήποτε, αλλά τηρούσε μόνον εκείνες τις υποσχέσεις από τις οποίες είχε κάποιο όφελος. […] Το πιο σημαντικό μέρος του προεκλογικού αγώνα σου είναι να προσφέρεις ελπίδα στον λαό και να δημιουργείς ένα αίσθημα εύνοιας για το πρόσωπό σου. Από την άλλη πλευρά, δεν θα πρέπει να προβαίνεις σε δεσμευτικές υποσχέσεις είτε προς τη Σύγκλητο είτε προς τον λαό. Να παραμένεις σε αόριστες γενικότητες. Στη Σύγκλητο να υπόσχεσαι διατήρηση της παραδοσιακής ισχύος και των προνομίων της. Άφησε την επιχειρηματική κοινότητα και τους πλούσιους πολίτες να πιστεύουν ότι τάσσεσαι υπέρ της σταθερότητας και της ειρήνης. Δώσε διαβεβαίωση στον απλό λαό ότι στάθηκες πάντα στο πλευρό του, τόσο στις ομιλίες σου όσο και στην υπεράσπιση των συμφερόντων του στο δικαστήριο.

Και τέλος, μην ξεχνάμε πως ακόμα και όταν τα επιχειρήματα δεν πείσουν , μπορούμε να καταφύγουμε στο θέαμα, μπορούμε να δημιουργήσουμε πόλωση και να απευθυνθούμε στα ταπεινά ένστικτα των ψηφοφόρων

Τέλος, όσον αφορά τον λαό της Ρώμης, να του εξασφαλίσεις μια καλή παράσταση. Αξιοπρεπή, ναι, αλλά με χρώμα και θέαμα που αρέσει στα πλήθη. Δεν είναι, επίσης, περιττό να τους υπενθυμίσεις τι καθάρματα είναι οι αντίπαλοί σου, τους οποίους με κάθε ευκαιρία πρέπει να κηλιδώνεις με τα εγκλήματα, τα ερωτικά σκάνδαλα και τη διαφθορά που έχουν διαπράξει.

Ποτέ δεν πρέπει να λησμονούμε ότι αν επιλέξουμε να ασχοληθούμε με την πολιτική, θα πρέπει να τη δούμε ως αυτό που είναι : μία ζούγκλα.

Η πόλη μας είναι ένας βόθρος της ανθρώπινης φύσης, ένας τόπος απάτης, σκευωρίας και διαφθοράς κάθε είδους. Όπου και να γυρίσεις θα δεις την αλαζονεία, το πείσμα, τη μοχθηρία, τον εγωισμό και το μίσος. (…) Σε έναν τέτοιο χαοτικό κόσμο, εσύ θα πρέπει να παραμείνεις προσκολλημένος στον δρόμο που έχεις επιλέξει.

Τα παραπάνω μικρά αποσπάσματα από το εγχειρίδιο του Κόιντου , εκπλήσσουν με το πόσο ακριβή είναι ακόμα και σήμερα , δείχνοντας πως στους κανόνες του παιχνιδιού της εξουσίας, ελάχιστα έχουν αλλάξει.  Τα λόγια του Κόιντου είναι σε ισχύ σήμερα , όπως ήταν και τότε αφού, κατά το μάλλον ή το ήττον, βοήθησαν τον Κικέρωνα να εκλεγεί Ύπατος εκείνη την χρονιά. Τα χρόνια που ακολούθησαν ωστόσο, η Res Publica παρήκμαζε ολοένα και περισσότερο για να οδηγήσει στα χρόνια του Imperium, κατά τα οποία τόσο ο Κικέρων όσο και ο αδελφός του έπεσαν σε δυσμένεια και δολοφονήθηκαν από τους αντιπάλους τους. Γιατί τελικά ο πιο ισχυρός εκ των νόμων της πολιτικής είναι το «φάτους πριν σε φάνε» της ζούγκλας.


Στην εικόνα : Cesare Maccari Ο Κικέρων αποκηρύσσει τον Κατιλίνα

Το αιωνίως ζητούμενο

Δεκάδες χαμόγελα στην τηλεόραση. Μάτια που λάμπουν, χέρια που απλώνονται να σφίξουν άλλα χέρια, να αγκαλιάσουν, να χαϊδέψουν κεφάλια παιδικά.

Η αγάπη περισσεύει αυτές τις ημέρες στις λαϊκές αγορές, στα μπαλκόνια, στις περιοδείες ανά την Ελλάδα.

Συνέχεια ανάγνωσης «Το αιωνίως ζητούμενο»

Η αστυνομική λογοτεχνία και το έγκλημα σκέψης

Η αστυνομική λογοτεχνία ήταν πάντοτε είδος πολύ αγαπημένο.

Οι λόγοι, λένε οι ειδικοί, ανάγονται στην ανάγκη μας για αποκατάσταση της δικαιοσύνης ώστε να διασφαλιστεί η συνοχή του συνόλου, γι’ αυτό και ταυτιζόμαστε με τον αστυνομικό ή τον ντέντεκτιβ στην αναζήτηση του εγκληματία. Ταυτόχρονα και ασυνείδητα ταυτιζόμαστε και με τον εγκληματία που έχει στραφεί εναντίον του κοινωνικού συνόλου, κάτι που ο βαθιά καταπιεσμένος άγριος εαυτός μας επιθυμεί να κάνει.

Η αναζήτηση ενός καλού αστυνομικού μυθιστορήματος για να μας συντροφεύσει στην παραλία ή στο μετρό για τη δουλειά δεν θα περιοριστεί μόνο στα έργα ενός ήδη καταξιωμένου και αγαπημένου συγγραφέα- αν και η έκδοση ενός νέου βιβλίου από έναν επιτυχημένο συγγραφέα αστυνομικών θα λιγοστέψει κατά πολύ τον χρόνο της αναζήτησης-αλλά και σε κάθε νέο εισερχόμενο που υπόσχεται να μας καθηλώσει με την πλοκή του. Όσο δηλαδή και αν κάποιος έχει πανάξια στεφθεί βασιλιάς του είδους, πάντα θα δίνεται η ευκαιρία σε κάθε καινούριο να συναρπάσει το κοινό και να αποκτήσει οπαδούς.

Επιπλέον, είναι το είδος της γραμματείας για την οποία αισθανόμαστε  άνετα να συζητάμε με οποιονδήποτε, είτε πρόκειται για επαΐοντες του χώρου, είτε για αρχάριους και νεόκοπους αναγνώστες.

Αυτά τα δύο γνωρίσματα κατατάσσουν το αστυνομικό βιβλίο ανάμεσα στα πιο δημοκρατικά του είδους: από όλους για  όλους.

Αυτή η δημοκρατικότητα και η τεράστια δημοτικότητα  οδήγησαν στην  τυποποίηση της γραφής  και, εσχάτως, στην εργαλειοποίησή της

Πολλά αστυνομικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν τις τελευταίες δεκαετίες , ζυμώθηκαν μέσα σε κάθε λογής εργαστήρια δημιουργικής γραφής και  ακολουθούν την μανιέρα που διδάχθηκαν εκεί οι συγγραφείς τους, σαν μια συνταγή που μοιράζεται σε όλους και εφαρμόζεται ως μέθοδος που δεν  αποτυγχάνει, αλλάζοντας απλώς τον τόπο, τον χρόνο και τους πρωταγωνιστές. Όπως όμως κάθε μεγάλος σεφ θα σας πει , μια συνταγή χωρίς ψυχή ξεφουσκώνει πιο γρήγορα από αποτυχημένο σουφλέ. Έτσι και αυτά τα μυθιστορήματα σε εντυπωσιάζουν αρχικά με τις συνεχείς ανατροπές τους μέχρις ότου αντιληφθείς ότι η ουσία δεν βρίσκεται στην υπόθεση αλλά στις ανατροπές αυτές , στην μανιέρα.

Γι’ αυτό οι κλασσικοί του είδους, παραμένουν κλασσικοί. Ο  sir Arthur Conan Doyle, ο Raymond Chandler, η dame Agatha Christie, δημιούργησαν ήρωες και ιστορίες η γοητεία των οποίων παραμένει αναλλοίωτη ως σήμερα. Η  όποια συνταγή ακολούθησαν – αν ακολούθησαν- δεν έγινε ποτέ πρωταγωνίστρια της ιστορίας, ούτε σκοπός τους.

Τελευταία βρίσκονται όλοι οι κλασσικοί στο στόχαστρο της Νέας Εποχής με πιο διάσημη την στόχευση της Agatha Christie από τους sensitivity readers (ελεγκτές της γραμματείας- νέας και παλιάς- με σκοπό την εξάλειψη λέξεων και ιδεών που δεν συνάδουν με τις έννοιες της διαφορετικότητας , της συμπερίληψης και της ισοτιμίας) ώστε να αφαιρεθεί  από τα κείμενά της ο,τιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί προσβλητικό για μια ομάδα, εθνότητα, φυλή.

Και αν όλο αυτό δεν θυμίζει επικίνδυνα τα έργα και τις ημέρες του Υπουργείου Αλήθειας στο 1984, οι πρόσφατες εσοδείες της αστυνομικής λογοτεχνίας παίρνουν την μανιέρα και προσθέτουν μπόλικες δόσεις ταυτοτικής πολιτικής, φιλτράροντας κάθε ήρωα και ιστορία μέσα από το πρίσμα του κινήματος woke.

Το έγκλημα θα εμπίπτει τις περισσότερες φορές στο φάσμα του #metoo, οι άνδρες αστυνομικοί θα είναι σεξιστές και αφόρητα ανίκανοι, οι γυναίκες συνάδελφοί τους χάρη στην ενσυναίσθηση θα σώζουν την ημέρα, θα σώζουν το θύμα και θα λύνουν την υπόθεση. Όλοι οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές θα χωρίζονται σε εν δυνάμει καλούς και εν δυνάμει κακούς ανάλογα με το φύλο τους.

Τέτοια βιβλία θα βρίσκουν εύκολα τον δρόμο προς τα ράφια των βιβλιοπωλείων, θα προβάλλονται ως «συγκλονιστικά» αλλά – όπως όλα τα προϊόντα «στρατευμένης τέχνης»- θα καταδικαστούν σε λήθη όταν ο σκοπός για τον οποίον γράφτηκαν παρέλθει και τότε ο θρόνος της αστυνομικής λογοτεχνίας θα ανήκει πάντα στους κλασσικούς.

Ελπίζοντας ο μαύρος μαρκαδόρος της λογοκρισίας να μην έχει λερώσει ως τότε το έργο τους.

Ο Ήρωας στο Κατώφλι

Λέγανε πως όταν ο ήρωας Αχιλλέας ήταν παιδί ακόμα στην Φθία, κάποιος μάντης είχε προφητέψει πως αν πήγαινε με τους υπόλοιπους Δαναούς στην εκστρατεία κατά της Τροίας, αιώνια δόξα τον περίμενε, το όνομά του θα ζούσε για πάντα, αλλά εκείνος δεν θα γύριζε ποτέ πίσω, θα πέθαινε εκεί.  Αν πάλι επέλεγε να μην πάει, θα ζούσε ως τα βαθιά γεράματα και θα πέθαινε ήσυχος στο κρεβάτι του περιστοιχισμένος από παιδιά κι εγγόνια.

Την ήξερε αυτήν την ιστορία, όπως ήξερε και κάθε αντίστοιχο μύθο που είχαν οι άνθρωποι για τους ήρωές τους στη γη απ’ άκρη σ’ άκρη. Κάθε ήρωας διστάζει πριν περάσει το κατώφλι που χωρίζει τον συμβατικό από τον ηρωικό τρόπο ζωής. Και χωρίς να το ξέρει αυτή κιόλας είναι η πρώτη δοκιμασία που περνάει.

Συνέχεια ανάγνωσης «Ο Ήρωας στο Κατώφλι»

Ο ήρωας στο σταυροδρόμι

«Δεν είμαι ήρωας, μη με αποκαλείτε έτσι. Έκανα απλά το καθήκον μου, έναντι των συνανθρώπων μου»

Από όλα όσα στοίχειωσαν τα μάτια και τα αυτιά μου από το βράδυ της Τρίτης, το μυαλό μου γυρίζει ξανά στα  λόγια του 18χρονου που, αφού απεγκλωβίστηκε ο ίδιος από τα συντρίμμια του τρένου που συγκρούστηκε στα Τέμπη, παρέμεινε στο σημείο και έδωσε αγώνα για να διασώσει όσους περισσότερους συνεπιβάτες του μπορούσε.

Συνέχεια ανάγνωσης «Ο ήρωας στο σταυροδρόμι»

Ένας άνδρας με θεληματικό πηγούνι για την Pixie Blue

«Φλογισμένες Καρδιές»

Η Μαριάννα γύρισε το μικρό βιβλίο τσέπης με τον αστείο τίτλο από την πίσω μεριά. Στο οπισθόφυλλο διάβασε:

«Δεν είμαι αυτή που νομίζεις. Δεν ανήκω εδώ. Δεν θα έπρεπε να είμαι εδώ.» Ο Ροδρίγο την κοίταξε βαθιά στα μάτια κι εκείνη ένοιωσε να τρέμει. «Μικρή μου! Θα μπορούσα να σου πω ότι δεν με νοιάζει ποια είσαι και ότι ανήκεις σε μένα. Αλλά αντί για αυτό θα σε ρωτήσω : Ξέρεις ποια είσαι στ’ αλήθεια και πού ανήκεις;»

Συνέχεια ανάγνωσης «Ένας άνδρας με θεληματικό πηγούνι για την Pixie Blue»