Πολλά χρόνια πριν, τότε που η νέα χιλιετία είχε μόλις κάνει την είσοδό της στον κόσμο μας, η πολύβουη λεωφόρος που διατρέχει την περιοχή του Αμαρουσίου πλαισιωνόταν από πελώρια γυάλινα κτήρια που, σαν γίγαντες από ταινία επιστημονικής φαντασίας, υψώνονταν κρύβοντας τη θέα του ουρανού. Κάθε ένα από αυτά τα κτήρια αποτελούσε την έδρα κάποιου οικονομικού κολοσσού, συνήθως μιας πολυεθνικής εταιρίας. Μεγάλα ονόματα του εμπορικού και τεχνολογικού κλάδου της εποχής είχαν τις ταμπέλες τους στην κορυφή των γυάλινων γιγάντων. Και ενώ ένα δημοφιλές moto της εποχής έλεγε ότι οι άνθρωποι κάνουν τις εταιρίες, πολλοί που είχαν εργαστεί χρόνια σε αυτά τα κτήρια ( πιο σωστά : είχαν περάσει την μισή τους ζωή μέσα εκεί αφού οι περισσότεροι έκλειναν δωδεκάωρα πριν αφήσουν με βαριά καρδιά και τύψεις την εργασία τους για να επιστρέψουν σπίτι ) , πίστευαν ακράδαντα ότι και την εταιρία και τους ανθρώπους της , τους εξουσίαζε όλο αυτό το γυαλί που τους περικύκλωνε. Εκεί απέδιδαν την κακή τους διάθεση, την κατάθλιψη αλλά και τα περιστατικά ψυχώσεων που είχαν παρουσιαστεί κατά καιρούς στα υψηλόβαθμα στελέχη.
Η ιστορία μας αφορά σε ένα από αυτά τα γυάλινα κτήρια, εκείνο που στέγαζε την Ολλανδική εταιρία καταναλωτικών ειδών B&B Ylon . Πρόκειται για το κτίριο που στέκει άδειο χρόνια τώρα με την φθαρμένη και δυσανάγνωστη πια επιγραφή ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ στην πρόσοψή του. Οι κακές γλώσσες λένε πως παρουσιάστηκαν κατά καιρούς διάφορες εταιρίες για να το νοικιάσουν αλλά έφυγαν γρήγορα γιατί το κτήριο είναι στοιχειωμένο.
Ε, αυτό το κτήριο διάλεξαν, άγνωστο γιατί, ο Βολάντ και η φασαριόζικη κομπανία του, που είχαν φέρει τόσο μεγάλη αναστάτωση στην Μόσχα επί συντρόφου Στάλιν, για να κάνουν την εμφάνισή τους εκείνο το πρωινό του Φεβρουαρίου
Είχε βέβαια προηγηθεί εκείνο το τηλεφώνημα.
Κατά τις δέκα παρά, το πρωί της ίδιας μέρας, το τηλέφωνο του μάνατζερ πωλήσεων λιανικής χτύπησε χαρούμενα. Ήταν η ώρα που τα περισσότερα υψηλόβαθμα στελέχη δεν είχαν ακόμα έρθει ενώ όλα τα χαμηλόβαθμα ήταν ήδη στις θέσεις τους. Ο Ευγένιος Λαυρεντίου, πάλι, φρόντιζε να είναι από τους πρώτους που έρχονται και από τους τελευταίους που φεύγουν. Έτσι, ήλπιζε, θα τον έβλεπαν με καλό μάτι εκείνοι που όλα τα βλέπουν και όλα τα μετράνε και δεν θα κινδύνευε να πέσει σε δυσμένεια και να χάσει ξαφνικά την δουλειά του.
“Παρακαλώ;» είπε κουρασμένα ήδη αν και μόλις είχε ξεκινήσει η μέρα, ο Λαυρεντίου.
Στην άλλη άκρη της γραμμής, μια φωνή που δεν του θύμιζε τίποτα απολύτως είπε χωρίς εισαγωγή , χωρίς καν να πει μια καλημέρα.
« Είμαι αυτός που όταν λέγανε πήδα, ρωτούσα μόνο πόσο ψηλά, με θυμάστε;»
Όπως είπαμε και πιο πριν, η φωνή δεν θύμιζε τίποτα στον συμπαθή μάνατζερ και ίσα- ίσα που ένα ανεπαίσθητο νιαούρισμα στο τέλος της, του προκαλούσε αμηχανία. Αλλά στα χρόνια που ήταν στην Β&Β Ylon, ο Λαυρεντίου – και ήταν πολλά αυτά- είχε δει αρκετούς που δεν δίσταζαν στιγμή να ρωτήσουν «πόσο ψηλά» όταν το παράγγελμα ήταν «πήδα». Κάποιοι μάλιστα από αυτούς είχαν συνεχίσει την καριέρα τους στο εξωτερικό, στα κεντρικά της εταιρίας. Αποφάσισε πως η πιθανότητα να έχει στην άλλη άκρη της γραμμής ένα τέτοιο πετυχημένο στέλεχος ήταν ισχυρή κι έτσι πήρε το απόλυτα εξυπηρετικό ύφος του και είπε:
«Και βέβαια σας θυμάμαι. Πώς είστε, πώς έχει η εργασία;»
Χωρίς να απαντήσει , η φωνή ανακοίνωσε χωρίς περιστροφές (αλλά με το ανησυχητικό νιαούρισμα να ξεφεύγει ανάμεσα στις λέξεις) πως αργότερα μέσα στην ημέρα θα τους επισκεπτόταν κλιμάκιο από τα κεντρικά.
«Αναμένατε κύριο Βολάντ και κυρίους Φαγκότ και Μπεγκεμότ που θα τον συνοδεύουν αργότερα σήμερα.»
Ο άγνωστος που – όπως θυμόταν αργότερα ο Λαυρεντίου – δεν είπε ποτέ το όνομά του, τερμάτισε απότομα την κλήση και άφησε τον (επί πολλά έτη στάσιμο στη θέση) διευθυντή λιανικής έντρομο. Πώς ήταν δυνατόν να έρχεται κλιμάκιο από τα κεντρικά και αυτός να μην γνωρίζει τίποτα; Ή η πληροφορία του είχε διαφύγει γιατί βρισκόταν ανάμεσα στα εκατοντάδες mail που δεν είχε καταφέρει να διαβάσει ή οι ανώτεροι του είχαν θεωρήσει περιττό να τον ενημερώσουν. Και η σκέψη ποιο από τα δύο ήταν χειρότερο τον είχε παγώσει.
Εκείνη ακριβώς την στιγμή, μπήκε στο γραφείο με τον χορευτικό βηματισμό του , παρά τα 120 κιλά του , ο μάνατζερ μεγάλων πελατών , Χαρίλαος Τσατίλας. Τον σιχαινόταν τον Τσατίλα ο Λαυρεντίου. Όχι απλά τον σιχαινόταν , ήθελε να του σπάσει τα μούτρα. Μισούσε εκείνο το στραβό του χαμόγελο, το γεμάτο επιθετική αυτοπεποίθηση, αυτό που ήταν σαν να είχε πιάσει τον Πάπα από τα … τέλος πάντων, καταλαβαίνετε. Ίσως μάλιστα να υπήρχε μια δόση αλήθειας σε αυτό , αφού κάποιοι έλεγαν ότι ο Τσατίλας είχε αναρριχηθεί από εξωτερικός συνεργάτης σε μάνατζερ με μεγάλης σπουδαιότητας λογαριασμούς στα χέρια του επειδή έτυχε να βοηθήσει να καλυφθεί ένα σεξουαλικό σκάνδαλο που αφορούσε τον παλιό τους Διευθύνοντα Σύμβουλο. Ίσως και να ήταν μόνο φήμες αυτά. Το θέμα ήταν ότι του Λαυρεντίου του φαινόταν ότι όπου στεκόταν και όπου βρισκόταν , ο Τσατίλας βρισκόταν πάντα ένα βήμα μπροστά του. Να γνώριζε άραγε αυτός για το κλιμάκιο από τα κεντρικά; Έχει γούστο δα.
«Ξέρεις τι ώρα έρχονται οι ξένοι;» τον ρώτησε τάχα αδιάφορα.
Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Τσατίλας τον κοίταξε περίπου όπως θα κοίταζε μια άδεια συσκευασία από πατατάκια , πεταμένη στο πάτωμα.
«Καλημέρα και σε εσένα Ευγένιε. Τι τσαμπουνάς εκεί;»
Δεν ήξερε λοιπόν, ούτε αυτός! Ο Λαυρεντίου ένοιωσε μια κάποια ανακούφιση και έναν μικρό ενθουσιασμό. Θα μπορούσε τώρα να πάρει λίγο από το αίμα του πίσω, διασκεδάζοντας με την άγνοια του «πολύ» κυρίου μάνατζερ μεγάλων πελατών.
«Λέω για το κλιμάκιο από τα κεντρικά. Από την Ουτρέχτη αν δεν απατώμαι. Δεν διαβάζεις τα mail σου;» Με δυσκολία κατάφερνε να κρύψει την ικανοποίησή του η φωνή του.
Ο Τσατίλας, συνοφρυώθηκε και έσκυψε πάνω από την οθόνη του υπολογιστή του κουνώντας το ποντίκι για να την ξυπνήσει. Στην μπάρα που εμφανίστηκε έβαλε τον κωδικό του και η οθόνη άνοιξε στα mail του, όπου, ω του θαύματος, μια ειδοποίηση που θα ορκιζόταν ότι δεν είχε βάλει ο ίδιος, του υπενθύμιζε την επίσκεψη ελεγκτικού κλιμακίου από τα κεντρικά.
Κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Από που είχε ξεφυτρώσει τώρα αυτό; Πώς ήταν δυνατόν να μην το θυμόταν; Μήπως υποδείκνυε την αρχή ενός burnout; Γρήγορα, ωστόσο, επανάκτησε την αυτοκυριαρχία του και με όσο πιο ανέμελο ύφος μπορούσε να προσποιηθεί , είπε :
«Κλιμάκιο ή όχι, είναι business as usual για αυτούς που είναι πάντα έτοιμοι.» Έπειτα ζόρισε ένα χαμόγελο από την μία μέχρι την άλλη άκρη του προσώπου του και ξανακοίταξε προσεκτικότερα το mail που είχε εμφανιστεί σαν υπενθύμιση στην οθόνη του υπολογιστή.
Μια λακωνική ανακοίνωση στα αγγλικά ανέφερε απλώς θα έφταναν σήμερα προς ενημέρωση σχετικά με την πορεία του εν Ελλάδι παραρτήματος της εταιρίας, οι κύριοι Βολάντ, Φαγκότ και Μπεγκεμότ.
Ολλανδικά ονόματα, σκέφτηκε ο Τσατίλας. Μπορεί βέβαια να ήταν και Γαλλικά ή Γερμανικά. Κανείς δεν μπορούσε να ξέρει από που κρατούσε τη σκούφια του το κάθε φυντάνι που είχε τρυπώσει στα κεντρικά και περιόδευε στις μικρές χώρες κάνοντας ελέγχους και τρομοκρατώντας το ντόπιο προσωπικό ενώ αυτός έκανε διακοπάρες.
Δυστυχώς αυτές ήταν οι μόνες σκέψεις του Τσατίλα σχετικά με τα ονόματα που αναφέρονταν στο mail και , αποδεικνύοντας ότι κάποιες φορές έχουν δίκιο οι γραφικοί που λένε πως είναι εγκληματική η άγνοια της ρωσικής λογοτεχνίας, παρέμεινε στη θέση του και δεν το έβαλε στα πόδια, μη γνωρίζοντας ότι θα πλήρωνε ακριβά την άγνοιά του.
Την ίδια ώρα που ο μάνατζερ μεγάλων πελατών έμπαινε στο γραφείο που μοιραζόταν με τον Λαυρεντίου, η κυρία Κούλα, μια απροσδιορίστου ηλικίας γυναίκα, ψηλή και φαρδιά σαν ντουλάπα και τόσο παλιά στην εταιρία όσο και τα θεμέλια, η οποία ήταν επιφορτισμένη κυρίως με τις εξωτερικές δουλειές, έκανε έλεγχο στη δουλειά του συνεργείου καθαρισμού. Στα τόσα χρόνια λειτουργίας της εταιρίας είχαν έρθει πολλά κλιμάκια ελέγχου από το εξωτερικό, αλλά κανένα δεν ήταν τόσο αυστηρό όσο η ματιά της κυρίας Κούλας όταν έπρεπε να βαθμολογήσει την καθαριότητα του κτιρίου. Να που τώρα έβρισκε πως στην γυάλινη εξώπορτα, γύρω από το πόμολο, υπήρχαν ακόμα δαχτυλιές. Κάπου είχε ακούσει κάποιο υψηλόβαθμο στέλεχος να το λέει και το επανέλαβε δυνατά «Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες.» κουνώντας θυμωμένα το κεφάλι. Δεν περίμενε βέβαια να της απαντήσει κανένας.
«Εδώ είμαστε!»
Η κυρία Κούλα γύρισε και αντίκρυσε έναν άνδρα, κάπου γύρω στα 50, κοτσονάτο, ντυμένο με ένα μαύρο κουστούμι που φαινόταν μάλλον ταλαιπωρημένο και με μια έκφραση σαν να τον ενοχλούσε ένα χρόνιο έλκος ή μια ημικρανία ίσως. Δίπλα του στεκόταν ένας κοντούλης με ένα αστείο καρό σακάκι και γυαλιά με χρυσό σκελετό που όμως δεν είχαν τζάμια- αν είναι δυνατόν. Μα αυτό που έκανε την καρδιά της κυρίας Κούλας να σφιχτεί ήταν ο τρίτος της παρέας. Τι ήταν αυτό το πράγμα. Ένας γάτος τεράστιος σαν γουρούνι και μαύρος σαν την νύχτα που στεκόταν στα δύο πίσω πόδια του και κρατούσε μια τεράστια μαύρη ομπρέλα.
«Είμαι ο Βολάντ και από εδώ οι κύριοι Φαγκότ και Μπεγεμότ» είπε ο κοτσονάτος σε Ελληνικά με βαριά ξένη προφορά. «Έχετε την ευγένεια να αναγγείλετε ότι έχουμε φθάσει;»
Η γυναίκα φαινόταν να μην είχε ακούσει λέξη. Είχε ζαρώσει σε μια γωνιά της πόρτας , ενώ με το χέρι της έσφιγγε ασυναίσθητα έναν ξύλινο σταυρό που φορούσε μέσα από την μπλούζα της.
Αυτός που είχε συστηθεί ως Βολάντ, έκανε ένα βήμα πίσω και χαμογέλασε ενώ στο βλέμμα του φάνηκε μια ελαφριά θλίψη. Έκανε μια βαθιά υπόκλιση και είπε:
«Ίσως είναι καλύτερα να πάρετε ρεπό σήμερα κυρία μου. Ίσως καλύτερα να φύγετε από την πόλη.»
Η κυρία Κούλα, που δεν είχε λείψει ούτε μία ημέρα από την εταιρία, δεν είχε πάρει ποτέ ούτε αναρρωτική άδεια , δεν δίστασε στιγμή. Έκανε μεταβολή και με βήμα γοργό, πήρε να ανεβαίνει την λεωφόρο . Σταμάτησε μόνο λίγο πιο κάτω για να τηλεφωνήσει σε μια ξαδέρφη της στο χωριό και το ίδιο βράδυ , έφυγε για να την βρει. Δεν πέρασε ξανά από το δρόμο με τα γυάλινα κτήρια , παρά χρόνια αργότερα, όταν όλα είχαν ξεχαστεί.
Στο μεταξύ, το απίθανο τρίο δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Ένα πολύ νέο κορίτσι ντυμένο με ένα πολύ αυστηρό ριγέ κουστούμι διέσχιζε τρέχοντας την λεωφόρο ανάμεσα σε αυτοκίνητα που είχαν κολλήσει στην κίνηση. Φτάνοντας μπροστά από το κτήριο της B&B Ylon σταμάτησε για να πάρει μια ανάσα και βλαστήμησε την τύχη της να ψάχνει πρωί πρωί να παρκάρει στα χωράφια που κρύβονταν πίσω από την λεωφόρο, ενώ τα μεγαλοστελέχη είχαν δική τους θέση πάρκιγκ στο υπόγειο του κτηρίου. Έπειτα είδε μπροστά στην είσοδο να στέκεται ένας άνδρας με παλαιομοδίτικο ντύσιμο και ξένα χαρακτηριστικά. Η ξενική του προφορά ακούστηκε βαριά σαν την χαιρέτησε.
«Κυρία μου , ονομάζομαι Βολάντ. Έρχομαι από τα κεντρικά. Με αναμένουν. Έχετε την καλοσύνη να με αναγγείλετε;»
Το κορίτσι , μετά την αρχική έκπληξη ( δεν είχε ιδέα ότι περίμεναν κάποιον από τα κεντρικά. Αλλά γιατί να έχει ; Οι μαθητευόμενοι σαν και αυτήν , ήταν, για την εταιρία, η τελευταία τρύπα του ζουρνά – όπως έλεγαν και στο χωριό της) έδωσε το χέρι της απαλά στον ξένο.
«Μαργαρίτα Περιστέρη. Περάστε κύριε Βολάντ.»
«Ώστε Μαργαρίτα» έκανε ο ξένος χαμογελώντας γλυκά. «Θα το θεωρήσω καρμικό. Έτσι δεν είναι κύριοι;»
«Και βέβαια μεσίρ.»
Δύο τύποι που, ως τώρα κρύβονταν τέλεια από την σκιά αυτού που είχε παρουσιαστεί ως Βολάντ, έκαναν την εμφάνισή τους. Ο ένας είχε αστεία εμφάνιση – αλλά το να είσαι εκκεντρικός ήταν δεύτερη φύση για αυτούς από τα κεντρικά. Φορούσε ως και σκελετό γυαλιών οράσεως χωρίς τζάμια!! Πόσο distengué, μα την αλήθεια. Όμως δεν είχε μιλήσει αυτός, παρά ένας γάτος, αφύσικα μεγάλος που στεκόταν στα δύο πίσω πόδια του και στηριζόταν σε μια μεγάλη μαύρη ομπρέλα με ασημί τελείωμα, σαν Εγγλέζος λόρδος. Η Μαργαρίτα ανασήκωσε τα φρύδια της και αναρωτήθηκε τι άλλο θα έβλεπε σε αυτήν την εταιρία πια. Ο γάτος παρουσίαζε σίγουρα ένα αλλόκοτο θέαμα αλλά όχι περισσότερο δυσάρεστο από το σκυλάκι της ιδιότροπης PR manager που τους είχε κουβαληθεί πριν ένα χρόνο από την Νέα Υόρκη. Ήταν μόλις εκείνη η διάσημη ποπ σταρ είχε υπογράψει συμβόλαιο αποκλειστικής συνεργασίας με την εταιρία τους και η PR ήταν υπεύθυνη για αυτό. Είχε κουβαληθεί για ένα διήμερο με αφορμή ένα μεγάλο λανσάρισμα , παρέα με το μαλτέζ της το οποίο δεν άφηνε ποτέ από κοντά της. Ως και στην αίθουσα συνεδριάσεων το κουβάλησε και όταν αυτό έκανε την ανάγκη του στην μοκέτα, φώναξαν την Μαργαρίτα να καθαρίσει. Στη θύμηση αυτού του παλιόσκυλου, ο ομιλών γάτος της φάνηκε απέραντα πιο συμπαθητικός. Της φάνηκε συμπαθητικό ως και το βλέμμα του που την έκοβε από πάνω ως κάτω σαν ξαναμμένος φαντάρος στην πρώτη του άδεια.
Μπαίνοντας στο κτήριο, η Μαργαρίτα έπιασε με το μάτι της την Λίτσα – μια καλοζωισμένη σαραντάρα , πιστή του δόγματος ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο… τέλος πάντων- που είχε το πόστο της εισόδου να χαχανίζει με τον Θράσο τον οδηγό. Μόλις είδαν τους επισκέπτες ανασκουμπώθηκαν.
« Οι κύριοι έρχονται από τα κεντρικά. Τους περιμένουν επάνω.» είπε η Μαργαρίτα αγριοκοιτάζοντας την Λίτσα.
«Μισό λεπτό. Δεν έχω καμμία τέτοια ενημέρωση.» πετάχτηκε η Λίτσα που δεν θα δεχόταν εντολές από μία εκπαιδευόμενη που σήμερα είναι – αύριο δεν είναι.
«Αγαπητό λουμπεναριό..» Ο γάτος πλησίασε το γκισέ της Λίτσας και χτύπησε τα νύχια του πάνω στην μαρμάρινη επιφάνεια.
«Αν κοιτάξεις προσεκτικότερα την οθόνη του υπολογιστή σου , σίγουρα θα δεις ότι έχεις λάβει ενημέρωση. Τώρα αν δεν την πρόσεξες γιατί μοιραζόσουν κάποιο πικάντικο αστείο με τον συμπαθή κύριο από εδώ» είπε και έδειξε τον Θράσο που τον κοιτούσε αποσβολωμένος, «είναι κρίμα και για την θέση σου σε αυτήν την εταιρία και για την θέση σου σαν γυναίκα.» Και γελώντας κάτω από τα μουστάκια του , έσκυψε και της ψιθύρισε «Είναι ανίκανος χρυσή μου.»
Η Λίτσα με χέρια που έτρεμαν άναψε την οθόνη της όπου πράγματι είδε μια ειδοποίηση να αναβοσβήνει σαν συναγερμός σε πυραυλικό σύστημα.
ΑΝΑΜΕΝΟΥΜΕ ΚΛΙΜΑΚΙΟ ΑΠΌ ΟΥΤΡΕΧΤΗ. ΥΨΗΛΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΑ. ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ ΑΜΕΣΩΣ.
«Πε-πε- περάστε παρακαλώ.» κατάφερε να πει μετά από προσπάθεια, όταν το απίθανο τρίο συνοδευόμενο από την Μαργαρίτα, είχε ήδη μπει στο ασανσέρ.
«Λουμπεναριό; Μα τι εκφράσεις αγαπητέ Μπεγκεμότ.» είπε ο Φαγκότ με ύφος τάχα ενοχλημένο. « Ξεχνάτε ότι δεν είμαστε πια στην Μόσχα;» Ο Βολάντ, αγνοώντας τους δύο ακολούθους του, είχε εστιάσει την ματιά του στην Μαργαρίτα.
«Μήπως εργάζεστε στο marketing αγαπητή μου;»
«Μα ναι.» απάντησε εκείνη με μάτια που άστραφταν. Μα τι σου είναι αυτοί από τα κεντρικά, αναλογίστηκε. Μπορεί να είναι εκκεντρικοί, αλλά δεν είναι δήθεν όπως οι δικοί μας και επιπλέον είναι οξυδερκείς και τους κόβει, πάλι σε αντίθεση με τους δικούς μας- σκεφτόταν η Μαργαρίτα, η οποία ομολογουμένως είχε προλάβει να σχηματίσει άποψη για όλη την προϊστάμενη αρχή της εταιρίας- αρνητική άποψη , δηλαδή.
«Πώς το καταλάβατε;»
Ο Βολάντ έκανε μια κίνηση με το χέρι του σαν να έλεγε ότι δεν ήταν δύσκολο. Και όντως είπε: « Δεν ήταν δύσκολο. Πρόκειται για το είδος της … επιστήμης; Όχι , καλύτερα να πούμε τέχνης . Πρόκειται λοιπόν για το είδος της τέχνης το οποίο χρειάζεται νέο αίμα για να επιβιώσει. Κατά προτίμηση, γυναικείο νέο αίμα.»
Η Μαργαρίτα χαμογέλασε αλλά έσμιξε τα φρύδια της. Προσπαθούσε να καταλάβει αν ο ξένος είχε εκθειάσει την γυναικεία υπεροχή ή αν είχε ταπεινά σοβινιστικά ελατήρια στον τρόπο σκέψης του. Ο Βολάντ , σαν να αντιλήφθηκε τις αμφιβολίες της , συνέχισε.
«Ένας από τους πρωτοπόρους του κλάδου, πραγματική μορφή του marketing, από την Ρουμανία ήταν αυτής της άποψης ξέρετε- σχετικά με την ανάγκη για νέο αίμα δηλαδή. Μου την ανέλυσε σε μια από τις θαυμάσιες συζητήσεις μας, ένα βράδυ στον πύργο του.
«Ρουμάνος πρωτοπόρος του marketing;» έκανε με αναπτερωμένο ενδιαφέρον η Μαργαρίτα.
«Και του marketing. Και σε πολλούς άλλους τομείς. Ο Βλάντ o Δράκος ο Τρίτος. Εξαίρετος φίλος.»
Η κάτω γνάθος της Μαργαρίτας κρέμασε και έμεινε να κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό. «Εννοείτε τον Κόμη Δράκουλα; Αστειεύεστε φυσικά.» Η εκκεντρικότητα του τύπου είχε ξεπεράσει τα όρια και την έφερνε σε τρομερή αμηχανία. Ή μήπως ήταν απλά βλαμμένος; Στο μεταξύ, είχαν φτάσει στον 5ο όροφο και το ασανσέρ σταμάτησε και άνοιξε τις πόρτες του , αλλά κανείς δεν βγήκε. Το πρόσωπο του Βολάντ είχε πάρει ένα σχεδόν πένθιμο ύφος.
«Ποτέ δεν αστειεύομαι, σας βεβαιώνω κυρία μου. Είμαι απόλυτα σοβαρός με ό,τι κάνω, Χιούμορ έχει μονάχα εκείνος.» είπε και το δάχτυλό του έδειξε πάνω. Το βλέμμα της Μαργαρίτας ακολούθησε την κατεύθυνση που έδειχνε το δάχτυλο, αλλά είδε μόνο την οροφή του ασανσέρ. Τον λόγο πήρε ο Φαγκότ : «Θα συμφωνήσετε αγαπητή μου, πως το όνομα του Κόμη αποτελεί ισχυρό brand ως και σήμερα , δεν είναι έτσι;»
«Αναμφίβολα» είπε παρασυρμένη η Μαργαρίτα « αλλά – δεν ξέρω για την Ολλανδία- εδώ πάντως ακούγεται αλλόκοτο να ισχυρίζεται κανείς πως συνομιλεί συχνά με τον Κόμη Δράκουλα στον πύργο του.» και λέγοντας αυτά βγήκε από το ασανσέρ, και οι άλλοι την ακολούθησαν.
«Αλλόκοτο , γιατί;» εξακολούθησε ο Φαγκότ, ισιώνοντας τον σκελετό γυαλιών χωρίς τζάμια στα μάτια του.
«Αρχικά , γιατί ο Κόμης Δράκουλας δεν υπάρχει. Εννοώ , έτσι όπως τον γνωρίζουμε είναι προϊόν φαντασίας.» Οι ξένοι την κοίταζαν λες και είχε πει την μεγαλύτερη ανοησία και , χωρίς να καταλάβει γιατί ακριβώς, η Μαργαρίτα , ντράπηκε και μαζεύτηκε.
«Είναι στ’ αλήθεια κρίμα να μην πιστεύετε στον Κόμη Δράκουλα. Μην μου πείτε πως δεν πιστεύετε ούτε στον Διάβολο ε;» Η φωνή του Βολάντ έδειχνε τόση θλίψη όση η ματιά του.
Η κοπέλα μαζεύτηκε ακόμα περισσότερο και άρχισε να αναρωτιέται μήπως όλο αυτό ήταν ένα ψυχομετρικό τεστ που θα μπορούσε να κρίνει την καριέρα της. Όπως εκείνη η ερώτηση σε συνέντευξη εργασίας που είχε κάνει ο CEO της Procter &Gamble , στην μετέπειτα innovation manager της εταιρίας . Πόσα παράθυρα έχει το Σινσινάτι ; την είχε ρωτήσει. Κι εκείνη δεν τα έχασε. Έτσι έγραφε το FORTUNE. Δεν τα έχασε , αυτοσχεδίασε και πήρε τη θέση. Μακάρι να είχε το θράσος και το θάρρος εκείνης της κοπέλας.
Ξάφνου ο Βολάντ, υποκλίθηκε, εκεί, μπροστά στο ασανσέρ του 5ου ορόφου και παίρνοντας το χέρι της στα χέρια του , είπε «Σας βεβαιώ Μαργαρίτα πως τόσο ο Κόμης Δράκουλας όσο και ο Διάβολος, υπάρχουν. Κυρίως αυτός ο τελευταίος.» Και λέγοντας αυτά, έφερε το πρόσωπό του στο χέρι της κοντά και ακούμπησε τα χείλη του στο δέρμα της. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της κι ένοιωσε κάψιμο στην σάρκα εκεί που τα χείλη του την άγγιξαν. Μια αδυσώπητη βεβαιότητα την κατέλαβε κι ένοιωσε πως γνώριζε , ήξερε από την αρχή ποιον είχε απέναντί της. Σαν να της έδωσε αυτό την αυτοπεποίθηση που ποτέ ως τώρα δεν είχε στη ζωή της, όρθωσε το κορμί της , χαμογέλασε με σιγουριά και δείχνοντας μια πόρτα που οδηγούσε στα γραφεία του 5ου ορόφου ζήτησε από την παράξενη συντροφιά να την ακολουθήσει.
Μπροστά τους απλωνόταν ένας μακρύς διάδρομος που στα δεξιά του είχε μια σειρά από μικροσκοπικά δωμάτια στα οποία βρίσκονταν τα γραφεία των manager μεσαίου επιπέδου και αριστερά βρισκόταν μια μεγάλη αίθουσα συνεδριάσεων. Περνώντας από το πρώτο δωμάτιο, είδαν από την γυάλινη πρόσοψη , μια βραχύσωμη γυναίκα να κοπανάει με δολοφονική μανία το ακουστικό του υπηρεσιακού τηλεφώνου της στο γραφείο.
Η Μαργαρίτα κοίταξε την προϊσταμένη merchandising σε παροξυσμό και συνειδητοποίησε ότι δεν ένοιωθε τίποτα για την σκηνή που εξελισσόταν μπροστά της. Σαν να βρισκόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά και έβλεπε μέσα από ένα ηλεκτρονικό τηλεσκόπιο ανθρώπους που δεν γνώριζε και δεν θα ξανάβλεπε ποτέ της. Από που είχε ξεφυτρώσει αυτό το συναίσθημα άραγε;
Ακούστηκε ο γάτος που γουργούριζε κι έπειτα ο Βολάντ που είπε:
«Οφείλω να σας ψέξω κύριοι. Στην Μόσχα μας πήρε σχεδόν μία εβδομάδα να στήσουμε το παιχνίδι μας κι εδώ είναι όλα ήδη έτοιμα και μας περιμένουν. Γιατί δεν ήρθαμε νωρίτερα;»
«Τουλάχιστον, μας απομένει η τελευταία πινελιά» είπε ο Φαγκότ και χτύπησε τρεις φορές με τα δάχτυλά του την πόρτα του γραφείου της merchandising manager. Στο τρίτο χτύπημα, εκείνη είχε εξαφανιστεί και τίποτα στο δωμάτιο δεν θύμιζε την παρουσία της εκτός από το στραβωμένο ακουστικό τηλεφώνου που κρεμόταν από το καλώδιο στο πάτωμα.
Στην συνέχεια βρισκόταν το γραφείο των τομεαρχών πωλήσεων όπου οι γνώριμοί μας Λαυρεντιάδης και Τσατίλας ήδη πετούσαν φαρμακερά λόγια ο ένας στον άλλον προσπαθώντας να διαβάσουν όσο γρηγορότερα γινόταν τις αναφορές του τελευταίου μήνα με την πορεία των πωλήσεων τους ώστε να είναι έτοιμοι αν κληθούν να παρουσιάσουν στοιχεία ενώπιων των ξένων. Τρία χτυπήματα στην πόρτα αργότερα, στο γραφείο υπήρχαν μόνο δύο μεγάλα χοντρά βατράχια που εκσφενδόνιζαν τις γλώσσες τους από την μία ως την άλλη άκρη του δωματίου για να αρπάξουν καμμιά μύγα.
Φτάνοντας στην πόρτα της αίθουσας συνεδριάσεων, η Μαργαρίτα έστριψε με το χέρι της το πόμολο και έδειξε στους επισκέπτες να περάσουν. Έπειτα, πάτησε έναν – έναν τους τέσσερις διακόπτες στον τοίχο και η μεγάλη μακρόστενη , χαμηλοτάβανη αίθουσα χωρίς παράθυρα , που έφερνε λίγο στο Führerbunker, φωτίστηκε. Οι τοίχοι της ήταν βαμμένοι σε μια γκρι- πράσινη απόχρωση εκτός από τον τοίχο που βρισκόταν απέναντι από την πόρτα. Αυτός είχε σε όλο το μήκος και το πλάτος του μια ταπετσαρία με το λογότυπο της B & B Ylon στο κέντρο και γύρω από αυτό με έντονα χρωματιστά γράμματα λέξεις σκόρπιες :
ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΕΞΕΛΙΞΗ
ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ
ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ
ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ
ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑ
ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΗΓΕΣΙΑ
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Ήταν οι αξίες της εταιρίας , οι πυλώνες του οράματος και της επιχειρηματικής ιδέας του εμπορικού κολοσσού που αποτελούσαν για κάθε στέλεχος κείμενο ιερό και θησαυρό θρησκευτικής σχεδόν σημασίας. Ο Μπεγκεμότ άνοιξε διάπλατα τα γατίσια μάτια του με θαυμασμό.
«Εύγε δεσποινίς. Σας συγχαίρω και σας καλοτυχίζω που έχετε την χαρά να εργάζεστε σε μια εταιρία που στηρίζεται σε τέτοιες σταθερές βάσεις.»
«Ο κύριος Δημητρόπουλος, ο εμπορικός μας διευθυντής , θα είναι μαζί σας σε λίγο. Θα τον ειδοποιήσω αμέσως.» είπε η Μαργαρίτα χαμογελώντας και έκλεισε πίσω της την πόρτα.
Η μέρα του Μηνά Δημητρόπουλου είχε ξεκινήσει δύσκολα. Η γυναίκα του είχε βάλει τις φωνές που είχε αργήσει πάλι εχθές το βράδυ και δεν πίστευε στιγμή τις δικαιολογίες του για συναντήσεις ως αργά με τον διευθύνοντα σύμβουλο στα γραφεία. Η αμφιβολία μήπως τον είχε υποψιαστεί είχε φωλιάσει μέσα του. Αλλά από που; Να είχε μάθει μήπως ότι είχε κάνει την γραμματέα του διευθύντρια marketing σε μια νύχτα; Η σκέψη του είχε δημιουργήσει πονοκέφαλο. Κι έπειτα ερχόμενος εδώ να μάθει από τον οδηγό της εταιρίας τον Θράσο ότι έχουν έρθει ξένοι από την Ουτρέχτη για έλεγχο; Και που ήταν η merchandising manager και δεν απαντούσε στο τηλέφωνο; Και τι ήταν αυτός ο ήχος σαν βατράχια που κρώζουν από το γραφείο των τομεαρχών πωλήσεων στα αριστερά του;
Στην πραγματικότητα, είχαν συμβεί και άλλα πολλά περίεργα στην εταιρία εκείνη την ημέρα, που δεν είχε αντιληφθεί ακόμα ο εμπορικός διευθυντής. Όπως για παράδειγμα η αφύσικη ησυχία που επικρατούσε στα γραφεία των χαμηλόβαθμων στελεχών marketing και πωλήσεων. Είχαν όλοι λάβει στο e-mail τους μια άκρως εμπιστευτική επιστολή που τους ενημέρωνε με χαρά ότι μετά από διαδικασία αξιολόγησης θα τους απένειμαν προαγωγή, αύξηση μισθού και … δικό τους γραφείο (εδώ κάποιοι κόντεψαν να λιποθυμήσουν από τη χαρά τους διαβάζοντάς το). Θα χρειαζόταν μόνο, συνέχιζε η επιστολή, να υποδείξουν έναν συνάδελφό τους προς απόλυση εξηγώντας γιατί είναι ακατάλληλος , ώστε η εταιρία να ξεφορτωθεί τα βαρίδια και να προχωρήσει ακάθεκτη μπροστά. Πρόθυμα όλοι οι assistant , juniors , stagieres, team leaders και coordinators συνέτασσαν με κάθε λεπτομέρεια αληθινά και φανταστικά περιστατικά που είχαν την τύχη να δουν , ακούσουν ή δημιουργήσουν εκείνη την στιγμή στο μυαλό τους, για τον διπλανό τους , για τον συνάδελφο ή για τον προϊστάμενό τους.
Κι άλλα παράξενα είχαν συμβεί εκείνη την μέρα στο γυάλινο κτήριο της λεωφόρου που θα έπαιρνε ώρα να τα απαριθμήσουμε όλα. Ως και οι εργαζόμενοι του τμήματος Πληροφοριακών Συστημάτων φέρονταν αλλόκοτα αλλά επειδή αυτοί, έτσι κι αλλιώς, ήταν αλλόκοτοι από την φύση τους, κανείς δεν πρόσεξε τη διαφορά.
Ο Δημητρόπουλος είχε αποφασίσει ότι μπορούσε να ανταπεξέλθει σε όλα αυτά τα απρόοπτα που του έτυχαν και όταν η Μαργαρίτα χτύπησε την πόρτα του για να τον ενημερώσει ότι οι ξένοι τον περίμεναν στην αίθουσα συνεδριάσεων, σηκώθηκε αποφασιστικά, όρθωσε το ανάστημά του και με βήμα γοργό , κίνησε προς τα εκεί.
Μα τι ήταν αυτό που αντίκρυσε σαν μπήκε μέσα. Το μεγάλο τραπέζι συνεδριάσεων ήταν αναποδογυρισμένο οι καρέκλες πεταμένες στην άκρη του δωματίου. Ψυχή δεν φαινόταν στο δωμάτιο εκτός από έναν αφύσικα μεγάλο μαύρο γάτο που είχε σκαρφαλώσει στον τοίχο και τραβώντας λωρίδες – λωρίδες την ταπετσαρία την είχε ξηλώσει σχεδόν όλη παριστάνοντας τον Ταρζάν. Ο Δημητρόπουλος έφριξε σαν είδε κάθε μία από τις αξίες της B&B Ylon να κρέμεται σαν σερπαντίνα σε αποκριάτικο πάρτι από τον τοίχο .
«Μα τι συμβαίνει εδώ; Ας πιάσει κάποιος αυτόν τον γάτο τέλος πάντων!!!»
Παρ ‘ όλο που φώναξε με όλη την δύναμη και την οργή που τον είχε κατακλύσει, δεν έσπευσε κανείς στην αίθουσα συνεδριάσεων ενώ ο γάτος, ανενόχλητος, κατέβηκε από το ταβάνι, στάθηκε στα πίσω πόδια του και κοιτώντας τον Δημητρόπουλο με γατίσια υπεροψία, του είπε : «Μια μέρα θα με ευχαριστείτε και θα μετανιώνετε που δεν εννοήσατε γρηγορότερα το πόσο βελτίωσα την όψη αυτής της αίθουσας» και χτυπώντας τις πατούσες των μπροστινών ποδιών του μεταξύ τους , αποχώρησε θριαμβευτικά. Ο εμβρόντητος Δημητρόπουλος, έπιασε το τηλέφωνό του και κάλεσε την ασφάλεια του κτηρίου. Κανείς δεν απάντησε. Δοκίμασε να πάρει και άλλα τηλέφωνα συνεργατών του αλλά – προς έκπληξή του- κανείς δεν απαντούσε. Τότε αποφάσισε να καλέσει την αστυνομία. Ήταν φανερό ότι είχαν πέσει θύματα απατεώνων που παρίσταναν τους απεσταλμένους από τα κεντρικά για να τους καταστρέψουν. Δόλιο σχέδιο των ανταγωνιστών θα ήταν, το δίχως άλλο.
Στο μεταξύ , ο Βολάντ και η κομπανία του διέσχιζαν τα γραφεία του ορόφου με γοργό ρυθμό. Από κοντά, τους ακολουθούσε και η Μαργαρίτα υπνωτισμένη από το πόσο εύκολα κατέρρεαν όλα στο πέρασμά τους.
Κοντοστάθηκε μόνο έξω από το γραφείο του Διευθυντή Προσωπικού καθώς είδε την γραμματέα του , την Άντζελα να έχει κολλήσει έντρομη το πρόσωπό της στην γυάλινη πρόσοψη του γραφείου. Οι αναγνώστες που γνωρίζουν τα έργα της παρέας των κατεργάρηδων στην Μόσχα, δεν θα εκπλαγούν να μάθουν ότι ο διευθυντής είχε εξαφανιστεί και στη θέση του είχε απομείνει το κουστούμι του , το οποίο – τι φρίκη- συνέχιζε μόνο του, χωρίς τον ιδιοκτήτη του, να απαντάει σωρηδόν με την φράση Μάλιστα κύριε (συνηθέστερα με την αγγλική της ερμηνεία : yes sir)σε mail που του είχαν σταλεί από την διοίκηση.
Περπατώντας , αμίλητοι, ανέβηκαν τις σκάλες που οδηγούσαν στον τελευταίο όροφο, όπου βρισκόταν το γραφείο του Διευθύνοντα Συμβούλου.
Η Μαργαρίτα κοντοστάθηκε, διστάζοντας, έξω από την πόρτα του. Ο Φαγκότ προθυμοποιήθηκε να ανοίξει. Πρώτος πέρασε ο Βολάντ, ο οποίος γυρνώντας προς την Μαργαρίτα, άφησε ένα τόσο δα χαμόγελο να φανεί στο πρόσωπό του.
«Ελάτε λοιπόν Μαργαρίτα! Εδώ είναι το καλύτερο.»
Πειθήνια , τον ακολούθησε.
Την ίδια στιγμή , η μέρα είχε γίνει παράξενη και για άλλους, εκτός γυάλινου κτηρίου. Στο αστυνομικό τμήμα Αμαρουσίου είχε έρθει τηλεφώνημα από το τμήμα Αγίου Κήρυκου Ικαρίας, πως μια κυρία που ισχυριζόταν πως ήταν η Merchandising Manager της Β&Β Ylon είχε εμφανιστεί εκεί λέγοντας πως είχε απαχθεί από το γραφείο της στο Μαρούσι και μέσω υπνωτισμού είχε βρεθεί στο συμπαθές για τους απανταχού ρέμπελους, νησί του Αιγαίου. Ο αξιωματικός υπηρεσίας έστειλε δύο αστυφύλακες να κάνουν έρευνα στα κεντρικά της εταιρίας. Φτάνοντας εκεί κατάλαβαν αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά- πράγμα όχι σύνηθες για αστυνομικούς των βορείων προαστείων. Οι πόρτες της εταιρίας ήταν ορθάνοιχτες ενώ όλα τα αυτοκίνητα των πωλητών βρίσκονταν στις θέσεις τους στο στέγαστρο- λες και ήταν αργία. Από ένα παράθυρο του 5ου ορόφου δύο τεράστια βατράχια τους κοίταζαν με το κουτό βλέμμα τους , μα εξόν από αυτό καμμία άλλη παρουσία δεν φαινόταν στο κτήριο. Το κινητό ενός από τους αστυφύλακες χτύπησε και στην άλλη άκρη ακούστηκε η φωνή του αρχηγού που ούρλιαζε πως ο εμπορικός διευθυντής μόλις είχε πάρει τηλέφωνο και ζητούσε τη βοήθειά τους. Υπήρχε περιστατικό στον 5ο όροφο.
Στον 6ο, εν τω μεταξύ, πίσω από την πόρτα του γραφείου του Διευθύνοντα Συμβούλου, η Μαργαρίτα είχε μείνει έκθαμβη. Τα τετραγωνικά ταίριαζαν σε προεδρική σουίτα σε ξενοδοχείο, το ίδιο και η πολυτέλεια. Τα πάντα ήταν λευκά εκεί μέσα : λευκό μάρμαρο στο πάτωμα, λευκές μεταξωτές κουρτίνες, γραφείο από λευκή λάκα με λεπτομέρειες από γυαλί και δέρμα. Ένα άγαλμα από μάρμαρο παρίστανε κάτι απροσδιόριστο και απερίγραπτο. Όλα ήταν τόσο λευκά που ούτε κόκκο σκόνης δεν διέκρινες πουθενά, σαν να μην είχε ποτέ μπει άνθρωπος εκεί μέσα.
«Ο Διευθύνων Σύμβουλος ; Τι απέγινε; Τι τον κάνατε; » ρώτησε η Μαργαρίτα περισσότερο από περιέργεια παρά από ανησυχία.
Ο Βολάντ άνοιξε το μεγάλο παράθυρο που βρισκόταν πίσω από το λευκό γραφείο και κοίταξε έξω. Η θέα από εκεί ήταν μοναδική . Κανένα άλλο κτήριο στην λεωφόρο δεν ήταν τόσο ψηλό κι έτσι μπορούσε κανείς να αφήσει την ματιά του να απλωθεί ως το βάθος της πόλης, ως την άκρη του ουρανού.
«Τίποτα απολύτως» απάντησε ο Βολάντ κοιτάζοντας πάντοτε έξω. « Δεν ήταν εδώ. Γενικώς δεν είναι ποτέ εδώ. Ο Διευθύνων Σύμβουλος είναι περισσότερο ιδέα παρά πρόσωπο.»
Η Μαργαρίτα το βρήκε λογικό.
«Λοιπόν;» είπε εκείνος ανοίγοντας κι άλλο το παράθυρο. «Θα έρθετε μαζί μας;»
Της πήρε ένα λεπτό περίπου για να καταλάβει τι της ζητούσαν.
«Μα θα γίνω δαιμόνισσα αν έρθω.» είπε αγνοώντας πως μια συνονόματή της χρόνια πριν , στην Μόσχα, δεν είχε διστάσει στιγμή.
«Μπορείς να μείνεις εδώ και να δαιμονίζεσαι μέρα με την μέρα, ή να σκίζεις τους αιθέρες, τις χώρες , τις εποχές, τους πόνους και τις δόξες ως δαιμόνισσα. Δεν ακούγεται και τόσο δύσκολη η επιλογή.»
Αντί απάντησης, η Μαργαρίτα τον πλησίασε, του έδωσε το χέρι της και ανέβηκε στο περβάζι του παραθύρου. Το επόμενο λεπτό η παράξενη συντροφιά πέταγε με ορμή πάνω από τον χειμωνιάτικο ουρανό του Αμαρουσιού αφήνοντας πίσω της την πολύβουη λεωφόρο, το γυάλινο κτήριο της B&B Ylon, τα περιπολικά που έφταναν με τις σειρήνες αναμμένες , τα κτήρια άλλων εταιριών , τα εμπορικά, τις τράπεζες, τα ψυχωτικά στελέχη, τις εύθραυστες καριέρες, τα μεγάλα οράματα.
Κι αν αναρωτιέστε πώς τέλειωσε το όλο μπάχαλο , δεν θα εκπλαγείτε να μάθετε ότι σύντομα μετά την αποχώρηση του Βολάντ και της παρέας του, οι τομεάρχες πωλήσεων γύρισαν στην πρότερη, οπωσδήποτε, ανθρώπινη μορφή τους έχοντας μια περίεργη γεύση στο στόμα που – αλίμονο- ήταν γεύση μύγας. Ο Διευθυντής Προσωπικού εμφανίστηκε μέσα στο κουστούμι του ξανά και συνέχισε απρόσκοπτα να απαντάει με yes sir στα email και ούτε αυτός , ούτε κανείς άλλος εκτός από την γραμματέα του δεν είχε αντιληφθεί την απουσία του. Τα emails που υπόσχονταν προαγωγή στα στελέχη εξαφανίστηκαν από τους servers και όλοι όσοι τα είχαν πιστέψει και είχαν συντάξει λίβελο εναντίον συναδέλφου, έθαψαν το μυστικό μέσα τους και δεν ομολόγησαν ποτέ , ούτε στον πιο δικό τους άνθρωπο τι είχε συμβεί εκείνη την μέρα. Η merchandising manager γύρισε με ελικόπτερο της αστυνομίας πίσω αλλά κανένας δεν πίστεψε την ιστορία της περί υπνωτισμού. Όλοι θεώρησαν ότι απλά είχε κάνει κοπάνα εκείνη την μέρα και σύντομα έπεσε σε δυσμένεια. Τόσο ο Δημητρόπουλος όσο και όλοι οι υπόλοιποι , μεγάλα και μικρά στελέχη της εταιρίας δεν μίλησαν ποτέ ξανά για τον Βολάντ, τον Φαγκότ και τον φρικτό γάτο που περπατούσε στα πίσω πόδια του. Σύντομα μετά από εκείνη την ημέρα, ξεκίνησαν τις διαδικασίες μετεγκατάστασης και ένα χρόνο αργότερα άφησαν για πάντα το κτίριο στην λεωφόρο, για ένα καινούριο κτίριο στα περίχωρα της πόλης.
Όσο για την Μαργαρίτα; Κανείς δεν πρόσεξε την απουσία της , κανείς δεν ανέφερε την εξαφάνισή της στις αρχές, κανείς δεν την θυμήθηκε ξανά. Κάποιες νύχτες με πανσέληνο ωστόσο , όσοι τύχει να κοιτάξουν το φεγγάρι, βρίσκουν ότι το πρόσωπο που εμφανίζεται στην όψη του κάτι τους θυμίζει και καμμιά φορά τους φαίνεται ότι ακούν ένα γέλιο γνωστό να περνά σαν πουλί έξω από το παράθυρό τους. Την επόμενη στιγμή, το έχουν κιόλας ξεχάσει.
Οι χαρακτήρες των Βολάντ, Φαγκότ και Μπεγκεμότ ανήκουν σε αυτό που χαρακτηρίστηκε Μυθιστόρημα του 20ου αιώνα, το «Ο Μετρ και η Μαργαρίτα» του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ. Η ευθύνη για την κακοποίησή τους ανήκει σε εμένα. Είθε όταν συναντηθώ με τον Μπουλγκάκοφ μετά θάνατον, να μην είναι πολύ θυμωμένος μαζί μου.
Πάσα ομοιότητα με αληθινά πρόσωπα και καταστάσεις είναι τυχαία.
H εικόνα : Ιπτάμενοι Εραστές , Μαρκ Σαγκάλ