Η Αδελφότητα του Ταξιδευτή (Μέρος Δεύτερο)

Το πρώτο μέρος της ιστορίας εδώ.

Ένα αμυδρό φως σε ένα σκοτεινό μέρος, αυτό ήταν το 31 της οδού 44 στο Παγκράτι.  Ο στενός δρόμος της παλιάς γειτονιάς της Αθήνας φαινόταν ακατοίκητος. Όλα τα παράθυρα των σπιτιών ήταν κλειστά και φαίνονταν εγκαταλελειμμένα από καιρό, το ίδιο και τα μαγαζιά. Γι’ αυτό και το μόνο που ξεχώριζε ήταν το αμυδρό φως  που έβγαζαν  λαμπτήρες παλιάς τεχνολογίας καθώς προσπαθούσαν να φωτίσουν  μια επιγραφή που ήταν οπωσδήποτε αρχαία αλλά και αστεία μαζί. Η λέξη STARS με μαύρα γράμματα , ενώ το Α είχε αντικατασταθεί από το σχήμα αστεριού,  φιγουράριζε στην επιγραφή. Αριστερά και δεξιά της λέξης, μαύρες φιγούρες κοριτσιών που χόρευαν στα βήματα  κάποιου αισθησιακού χορού έδιναν το στίγμα του μαγαζιού. Εγκαταλελειμμένο από καιρό , το κάποτε ύποπτο νυχτερινό κέντρο, τώρα θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως μνημείο της Προ Νέας Εποχής περιόδου.

Ο Μάξιμος γέλασε στην σκέψη πώς ήταν κάποτε ο κόσμος- πολύ πριν αυτός γεννηθεί. Αυτό το γέλιο, έδιωξε για λίγο τον εκνευρισμό που ένοιωθε ερχόμενος εδώ, ακριβώς επειδή  αυτό αντέβαινε σε όλους τους κανονισμούς αλλά και στην ίδια του την συνείδηση. Πώς το είχε κάνει αυτό; Ξέχασε και την συνεδρία με τον Σκάρου και την βαθιά του πίστη ότι η παραβίαση των νόμων αποτελεί δείγμα έλλειψης πολιτισμού. Πώς είχε υποκύψει τόσο εύκολα στην γοητεία του αναπάντεχου; Πώς είχε ανατρέψει την τόσο αγαπημένη του ρουτίνα μέσα σε λίγες ώρες;

Τα ερωτήματα έμειναν αναπάντητα καθώς ο Μάξιμος έσκυβε μπροστά στην είσοδο του πάλαι ποτέ STARS  για να παρατηρήσει καλύτερα μια οθόνη που ήταν ενσωματωμένη στον πέτρινο τοίχο. Η οθόνη άναψε μόλις την πλησίασε και εμφανίστηκε ένας μαύρος κύκλος σε άσπρο φόντο. Μια εντολή πάνω στην οθόνη του ζήτησε να συμπληρώσει το σχήμα και ο Μάξιμος σχημάτισε με το δάχτυλό του ένα τρίγωνο εντός του κύκλου. Η οθόνη έσβησε και άναψε ξανά ζητώντας έναν κωδικό, ενώ ένα πληκτρολόγιο έκανε την εμφάνισή του στο κάτω μέρος της. Συμβουλεύτηκε το χαρτάκι που είχε πάντα μαζί του και πληκτρολόγησε το μακροσκελές συνθηματικό. Η οθόνη έσβησε ξανά και για λίγο δεν συνέβη απολύτως τίποτα, έτσι που ο Μάξιμος φοβήθηκε ότι είχε πληκτρολογήσει λάθος τον κωδικό και δεν θα είχε άλλη ευκαιρία. Ή ότι το ραντεβού είχε προδοθεί και  το μέρος είχε καταληφθεί από τις Αρχές και τώρα περίμεναν έναν -έναν τους συνωμότες να καταφτάσουν για να τους συλλάβουν, δηλαδή κι αυτόν και..

Ένας υπόκωφος ήχος ακούστηκε από το κάσωμα και η πόρτα άνοιξε λίγα χιλιοστά. Ο Μάξιμος έσπρωξε και η πόρτα άνοιξε λίγο περισσότερο, αποκαλύπτοντας μια σειρά από σκαλοπάτια που οδηγούσαν κάτω κι αυτό το κάτω, χάνονταν στο σκοτάδι. Αν και υπέθετε πως κάποιος θα περίμενε πίσω από την πόρτα, δεν φαινόταν ψυχή πουθενά και ούτε κάποιος ήχος που πρόδιδε ανθρώπινη παρουσία ακουγόταν.

Ο Μάξιμος άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια και για άλλη μια φορά σκέφτηκε πως  όλο αυτό ήταν τόσο κόντρα με τον εαυτό του, σαν να ήταν άλλος κι όχι αυτός που κατέβαινε τώρα στα άδυτα του μυστικού τόπου συνάντησης ποιος ξέρει ποιων ανθρώπων. Εκεί που τελείωναν τα σκαλοπάτια , συνάντησε μια βαριά πόρτα που θα πρέπει να ήταν επενδεδυμένη με ηχομονωτικό υλικό , κάτι που θα εξηγούσε την απόλυτη ησυχία που έφτανε ως την επιφάνεια της γης. Ένα κόκκινο λαμπάκι άναψε πάνω από το κεφάλι του, ο ίδιος υπόκωφος ήχος ακούστηκε κι έπειτα και αυτή η πόρτα άνοιξε.

Ένα αμυδρό φως σε ένα σκοτεινό μέρος. Αυτό ήταν η σκηνή του STARS στο κέντρο ενός μικρού χώρου με στρογγυλά τραπεζάκια γύρω της και μια μπάρα, που κάποτε σέρβιρε ποτά, στην γωνία δεξιά της. Η σκηνή ήταν άδεια αλλά στα τραπεζάκια είχαν μαζευτεί ήδη οι, μυστικά προσκεκλημένοι, θαμώνες της βραδιάς. Ο Μάξιμος παρατήρησε ότι οι περισσότεροι, σχεδόν όλοι δηλαδή , ήταν νέοι , νεότεροι και από αυτόν. Αρκετοί από αυτούς είχαν το πρόσωπό τους βαμμένο με λευκή μπογιά, μια μόδα που ήταν πολύ διαδεδομένη   στους νέους. Ο Μάξιμος κάπου είχε ακούσει ότι με αυτόν τον τρόπο δήλωναν την αντίθεσή τους στην σκοτεινή πραγματικότητα αλλά δεν ήταν σίγουρος. Κάποιοι  ήταν ντυμένοι με βαμβακερά ρούχα αντί τα συνθετικά, σημάδι ότι πρόκειται για γόνους πολύ πλούσιων οικογενειών.

Η ώρα ήταν ήδη περασμένη, αρκετά μετά την ώρα απαγόρευσης και ο Μάξιμος είχε αρχίσει να αναρωτιέται τι είχε  μαζευτεί να κάνει  αυτός ο κόσμος σε ένα σκοτεινό υπόγειο του Παγκρατίου, όταν το αμυδρό  φως της σκηνής δυνάμωσε για να φωτίσει τις σκούρες κουρτίνες στο βάθος τους. Γενική σιωπή επικράτησε κι έπειτα το φώς , πρόβαλε πάνω στις κουρτίνες μια παράσταση, μια τόσο περίεργη παράσταση.

Ένα απλοϊκό σχήμα καραβιού ήταν , στην μέση του οποίου υψωνόταν ένα κοντάρι στο οποίο ήταν δεμένος πισθάγκωνα ένας άνδρας με μακρύ μαύρο μούσι. Κάποιοι μικρότερης κλίμακας άνδρες , επίσης με μαύρο μούσι φαίνεται να κωπηλατούσαν σε αυτό το καραβάκι ενώ, και αυτό ήταν το πιο ανήκουστο, κάτι γιγάντια πλάσματα με κεφαλή γυναίκας και σώμα πουλιού, βουτούσαν από τα σύννεφα προς το καράβι.

Η εικόνα του δημιούργησε μια δυσάρεστη αίσθηση. Η ανησυχητικά περίεργη αναπαράσταση μπλεκόταν με ένα αίσθημα σαν αν είχε ξαναβρεθεί εκεί και σαν να το είχε δει ξανά αυτό. Συνειδητοποίησε ότι το στόμα του έχασκε από την απορία   και έσπευσε να το κλείσει πριν τον καταλάβουν. Εκείνη την στιγμή , εν μέσω χειροκροτημάτων,  στην σκηνή ανέβηκε μια κοπέλα, που με προσεκτικότερη ματιά, ο Μάξιμος αναγνώρισε ως το κορίτσι του πάρκου Ελούντα. Αν και η μορφή της ήταν ίδια, απόψε είχε έναν αέρα αυτοπεποίθησης που δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει την πρώτη φορά που την είδε. Το κορίτσι σάρωσε τον χώρο με τα μάτια της και χαμογέλασε ικανοποιημένη.  Φούσκωσε το στήθος παίρνοντας ανάσα και αμέσως μετά η δυνατή φωνή της αντήχησε.

«Συνοδοιπόροι και συνοδοιπόρισσες…» Νέα χειροκροτήματα την διέκοψαν αλλά εκείνη συνέχισε.

«Εταίροι, συν-πλάνητες, ταξιδιώτες, αδέλφια..» Εδώ κάποιοι σηκώθηκαν όρθιοι για να χειροκροτήσουν ενώ μια – δυο κοπέλες φαινόταν πως έκλαιγαν  από συγκίνηση γιατί η λευκή μπογιά στο πρόσωπό τους άρχισε να κάνει αυλάκια.

«Είναι μεγάλη η χαρά μου που σας βλέπω απόψε όλους εδώ και μάλιστα βλέπω και κάποια νέα μέλη» το βλέμμα της έπεσε στον Μάξιμο που μετάνιωσε που δεν είχε χωθεί στο πίσω μέρος του μαγαζιού.

«Είναι μεγάλη η τόλμη όλων σας συνοδοιπόροι της Αδελφότητας του Ταξιδευτή,  γιατί  παραβαίνουμε δύο νόμους σε αυτές τις συναντήσεις μας-τρεις αν υπολογίσουμε και την απαγόρευση κυκλοφορίας.» (κοροϊδευτικά επιφωνήματα από κάτω) »Οι άλλοι δύο , είναι οι νόμοι περί ταξιδιών και αναφοράς αυτών  και ο νόμος περί κατοχής και ανάγνωσης παλαιών κειμένων. Παρ’ όλο που όλα τα παλαιά κείμενα καταστράφηκαν κατά την ψηφιοποίησή τους και λίγο αργότερα απαγορεύτηκε η κατοχή και η αναφορά σε αυτά και παρ’ όλο που η απαγόρευση μακρινών μετακινήσεων  και η αναφορά σε αυτές απαγορεύτηκε μετά την Δεύτερη Πανδημία, κάποια ανώτερη δύναμη θέλησε να μας βοηθήσει, συνοδοιπόροι μου και έτσι βρέθηκε στα  χέρια μας ένα αντίτυπο της Οδύσσειας.»

(Της ποιας;)

Και λέγοντας αυτό, άρχισε να κραδαίνει προς την πλευρά του μικρού πλήθους ένα βιβλίο που φαινόταν έτοιμο να διαλυθεί . Θα πρέπει να είχαν περάσει  πάνω από εκατό χρόνια από την έκδοσή του.

«Οδυσσέας- Οδυσσέας – Οδυσσέας» άρχισαν να φωνάζουν οι συγκεντρωμένοι χτυπώντας  ρυθμικά τις γροθιές τους στο τραπέζι και ο Μάξιμος ξαφνικά κατάλαβε! Το μυστικό σήμα του κύκλου με το τρίγωνο, ήταν στην πραγματικότητα ένα όμικρον με ένα δέλτα μέσα του! «Οδυσσέας». Τι ήταν αυτός ο Οδυσσέας; Τι ήταν αυτά για ανώτερη δύναμη; Μήπως είχε έρθει σε καμμιά τελετή νέας θρησκείας; Τότε υπήρχε παραβίαση και τέταρτης νομοθεσίας περί σύστασης και λατρείας  θρησκείας.

«Συνοδοιπόροι….συνοδοιπόροι…» το κορίτσι ύψωσε τη φωνή του και οι ιαχές καταλάγιασαν.

«Μας έχουν απαγορέψει να κάνουμε, να διαβάζουμε και να μιλάμε για ταξίδια.  Λοιπόν, σας λέω ΤΕΡΜΑ ΟΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ. ΤΕΡΜΑ Η ΥΠΑΚΟΗ.»

«ΤΕΡ-ΜΑ, ΤΕΡ-ΜΑ, ΤΕΡ-ΜΑ» . Το κοινό είχε έναν ζωώδη ενθουσιασμό που προκαλούσε ανησυχία στον Μάξιμο.

«Τέρμα στην εξουσία τους. Η δική μας ώρα έφτασε.  Συνοδοιπόροι,  δυστυχώς μόνο ένα μέρος της Οδύσσειας έφτασε στα χέρια μας. Το υπόλοιπο  πρέπει να χάθηκε στις φωτιές των διωγμών  πριν από 80 χρόνια. Οφείλουμε να απαντήσουμε σε αυτό όμως. Τι κρύβει η Οδύσσεια και μας την απαγορεύουν; Ποια ανατροπή έρχεται με τα ταξίδια; Τι γνώριζε ο Οδυσσέας; Ταξιδεύοντας μαθαίνεις την αλήθεια. Και δεν θέλουν να μάθουμε την αλήθεια συνοδοιπόροι!» Νέες φωνές την διέκοψαν και κάποιοι φώναξαν «Θέλουμε αλήθεια.»

 «Μπορούμε να ανακαλύψουμε μόνοι μας τι είναι αυτό που μας στέρησαν τόσα χρόνια;»

«ΜΠΟΡΟΥΜΕ»

 « Ο συνοδοιπόρος Κρανιάς , συνοδοιπόροι, ισχυρίζεται πως βρήκε τα χαμένα μέρη του βιβλίου. Υποστηρίζει πως μια συρραφή από φύλλα χαρτιού που περιέχουν τις περιπέτειες ενός ήρωα στην χώρα των Λιλλιπούτειων , είναι μέρος της Οδύσσειας – παρ’ όλο που εκεί ο ήρωας αναφέρεται με το όνομα Γκιούλιβερ. Καλώ στο βήμα τον συνοδοιπόρο Κρανιά.»

Η μικρόσωμη αλλά ηγετική φιγούρα της κοπέλας απομακρύνθηκε από το βήμα και πριν ανέβει ο επόμενος ομιλητής ο Μάξιμος πρόλαβε να δει ένα σήμα κάτω από την ανησυχητικά περίεργη εικόνα με το καράβι και τις γυναίκες-πουλιά. Το σήμα  πρέπει να ήταν το έμβλημα του εκδοτικού οίκου στο αντίτυπο που  είχε στα χέρια της  το κορίτσι. Ήταν μια κουκουβάγια με τα χαρακτηριστικά μεγάλα διαπεραστικά μάτια της, καθισμένη σε μια στοίβα από βιβλία. Γούρλωσε τα μάτια του και άνοιξε το στόμα του αλλά ευτυχώς  συγκρατήθηκε και δεν φώναξε.

Όσο μπορούσε πιο διακριτικά, έκανε βήματα προς τα πίσω , ώσπου βρέθηκε κοντά στην πόρτα εξόδου. Εκεί , όσο ο κόσμος είχε σηκωθεί ξανά όρθιος  για να υποδεχθεί τον νέο ομιλητή, ο Μάξιμος συμπλήρωνε ξανά το password σε μια οθόνη ενσωματωμένη στην πόρτα και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα βρισκόταν ξανά πάνω, στην επιφάνεια, όπου αφήνοντας πίσω του το αμυδρό φως της επιγραφής, προχώρησε προς το σκοτάδι.

Πώς λέγεται αυτό το συναίσθημα όταν ο φόβος μπλέκεται με την προσμονή, η αγωνία με τον ενθουσιασμό, η αποστροφή με την γοητεία;  Μακάρι να ήξερε αν υπήρχε μία λέξη για αυτό. Όμως λέξεις δεν είχε πολλές στο λεξιλόγιό του για να αντλήσει από αυτές και να περιγράψει αυτό που του συνέβαινε τώρα, καθώς άπλωνε το χέρι του για να ανοίξει το μπαούλο με τα πράγματα που είχε κληρονομήσει από τον παππού του. Εκεί, κάτω από μερικές ψηφιακές κορνίζες, κανά –δυο κουστούμια από αληθινό κασμίρι και τρεις σκληρούς δίσκους  υπολογιστή, βρήκε αυτό που έψαχνε.

Ήταν ένα βιβλίο- και παλιό βιβλίο μάλιστα. Ήταν ντυμένο όλο με μαύρο πλαστικό και μια χειρόγραφη ετικέτα επάνω του  έγραφε «Τετράδιο Μαγειρικής», μα ο Μάξιμος ήξερε πως αυτό ήταν ψέμα. Και το ήξερε γιατί, όταν το ξεφύλλισε την πρώτη φορά που παρέλαβε τα πράγματα του παππού, κατάλαβε ότι ήταν κάθε άλλο παρά τετράδιο και αυτό ήταν ικανό να τον τρομοκρατήσει.   Ακόμα και η κατοχή παλαιών βιβλίων ήταν παράνομη, γι’ αυτό και δεν το είχε κρατήσει τότε  στα χέρια του παρά τόσο όσο χρειαζόταν για να το παραχώσει στο βάθος αυτού του μπαούλου και να κρύψει το μπαούλο στο υπόγειο του σπιτιού. Πριν το κάνει, πρόλαβε να δει στην πρώτη του σελίδα το σήμα της κουκουβάγιας , που καθισμένη σε μια στοίβα βιβλία, εστίαζε τα τεράστια μάτια της επάνω σου.

Γυρίζοντας τώρα στην δεύτερη σελίδα, αντίκρυσε και αυτό που έτρεμε μα και  υπόγεια επιθυμούσε κιόλας. Την εικόνα του καραβιού με τον άντρα δεμένο στο κατάρτι και τις γυναίκες-πουλιά να βουτούν από τους αιθέρες.

Βρισκόμενος ακόμα υπό την επήρεια αυτών των πρωτόγνωρων και αντικρουόμενων συναισθημάτων , με το βιβλίο πάντα στα χέρια ανέβηκε από το υπόγειο. Μπαίνοντας στο σαλόνι, είπε : «Κλείσε τα σκίαστρα και τις κουρτίνες, άναψε το φωτιστικό δίπλα στην πολυθρόνα.» Η εικονική προσωπική βοηθός ενεργοποιήθηκε αυτόματα.  Αφού τα  ηλεκτρικά  σκίαστρα έκλεισαν και το φωτιστικό άναψε, το ολόγραμμα μιας πολύ ελκυστικής νέας κοπέλας, που δεν υπήρξε ποτέ, υποκλίθηκε και με την ηλεκτρονική φωνή της, τον ρώτησε αν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο και πρόσθεσε πως είχε να προτείνει μια πολύ ωραία ταινία που άρχιζε σε λίγο στο e-cinema και πως το λευκό κρασί στην συντήρηση είχε την κατάλληλη θερμοκρασία και πως ένα ποτηράκι, αλλά όχι παραπάνω, ήταν μια θαυμάσια ιδέα…. Ο Μάξιμος είπε δυνατά : “Hibernation  Mode” και απότομα  το ολόγραμμα έσβησε.  Κάθισε έπειτα στην πολυθρόνα και ξεκίνησε το διάβασμα.

Δεν είχαν περάσει παρά λίγα λεπτά  ανάγνωσης και οι ιδέες άστραφταν στο κεφάλι του σαν πυροτεχνήματα. Μετάνιωσε που είχε κλείσει την εικονική βοηθό και την επανέφερε λέγοντας  «Ηχογράφηση» .  Άρχισε να εκφέρει δυνατά όσα σκεφτόταν.

«Η Οδύσσεια είναι πράγματι  ένα έργο γεμάτο με εικόνες από…από ταξίδια σε τόπους της φαντασίας , τόσο μαγικούς που δεν μπορείς να αφήσεις το βιβλίο κάτω. Όμως τόσο ο Οδυσσέας, όσο και οι θεοί που είναι με το μέρος του δεν σταματούν να αναφέρουν πως ο σκοπός δεν είναι το ταξίδι.  Ο ύστατος σκοπός είναι η επιστροφή στην πατρίδα. Με αυτήν την οπτική- που είναι ξεκάθαρη  από την αρχή- οι συνοδοιπόροι της Αδελφότητας του Ταξιδευτή, έχουν κάνει λάθος. Το βιβλίο δεν ήταν ένας ύμνος στα ταξίδια , αλλά στο μέρος που αποκαλείς σπίτι, εκεί που είναι η βάση σου και οι άνθρωποί σου. Έτσι, το βιβλίο, από το να αποτελεί εχθρό της Καινούριας Εποχής, αποτελεί μάλλον τον καλύτερο σύμμαχό της, αφού οι περιπλανήσεις  του Οδυσσέα, αποτελούν κίνδυνο, αν όχι καταδίκη, για την ζωή των συντρόφων του και τη δική του. Η απαγόρευση των μετακινήσεων, αναδεικνύεται έτσι ώς το πλέον φιλάνθρωπο μέτρο από την αρχή της ιστορίας.»

Ο ήλιος είχε ξεπροβάλει στην ανατολή όταν  ο Μάξιμος συνειδητοποίησε ότι είχε περάσει όλο το βράδυ διαβάζοντας, από ένα παλιό βιβλίο- από ένα παλιό απαγορευμένο βιβλίο για την ακρίβεια.

Σηκώθηκε νοιώθοντας όλο το σώμα του να πονάει και ξεχνώντας το την ίδια στιγμή. Πήγε ως το παράθυρο και τράβηξε το σκίαστρο στην άκρη. Κάτω από το μπαλκόνι του, ο δρόμος ήταν ακόμα έρημος. Τόσο έρημος που σχεδόν άκουσε προτού δει το ηλεκτρικό πατίνι. Ένα αγόρι που μπορεί να ήταν ή και να μην ήταν εκείνος που έχασε το χαρτάκι για την μυστική συνάντηση, πέρασε κατηφορίζοντας και έστριψε στην  25η.

Η Αδελφότητα του Ταξιδευτή! Σίγουρα κάποιο καινούριο ραντεβού ετοιμαζόταν . Αλλά για πού και πότε; Δεν είχε καμμία ελπίδα να μάθει. Ή ίσως υπήρχε μία πιθανότητα στο εκατομμύριο. Αν το κορίτσι ήταν και σήμερα στο πάρκο Ελούντα, προσκαλώντας συνωμοτικά τους μυημένους στην Αδελφότητα.

Έπρεπε να πάει. Έπρεπε να τους πει πως έκαναν λάθος, πως αυτός είχε διαβάσει ολόκληρη την Οδύσσεια και ολόκληρη η Οδύσσεια δείχνει πως οι νόμοι για τις μετακινήσεις είναι καλώς καμωμένοι.

Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του, χτενίστηκε και βγήκε από το σπίτι. Ο σκοπός του τον γέμιζε, του έπαιρνε την κούραση , του έδινε νέα δύναμη.

Το ασανσέρ που ήταν εκτός λειτουργίας δεν του χάλασε την διάθεση.  Όρμησε προς τις σκάλες αλλά την φόρα του έκοψε η γριά Μαυρέα. Χτενισμένη και ντυμένη λες και πήγαινε σε γάμο , τον κοίταξε μέσα από τα γυαλιά της.

Μα τι έκανε έξω η μουρλόγρια πρωινιάτικα. Προσπάθησε να την προσπεράσει αλλά εκείνη πρόλαβε  και του έκλεισε το δρόμο.

«Έχω να σου πω δυο πράγματα νεαρέ.» Το είπε τόσο αργόσυρτα αυτό που ο Μάξιμος σιγουρεύτηκε ότι δεν θα ξεμπέρδευε εύκολα μαζί της.

» Πρώτον , την επόμενη φορά που θα αποφασίσεις να απαγγέλεις στις τρείς η ώρα μετά τα μεσάνυχτα τις ασυναρτησίες σου, φρόντισε να είναι κλειστές οι γρίλιες του εξαερισμού γιατί δεν μ’ άφησες να κοιμηθώ όλο το βράδυ.»

Ο Μάξιμος έχοντας κοκκινήσει ως τα αυτιά ξεκίνησε να ψελλίζει κάτι για συγγνώμη και μέσα του ευχόταν να μην είχε πάρει χαμπάρι η γριά για ποιο πράγμα μιλούσε. Αδιάφορη για την συγγνώμη του, εκείνη ,τον διέκοψε.

«Και δεύτερον. Το έχεις πάρει όλο λάθος.»

«Ορίστε;»

«Το θέμα με τον Οδυσσέα. Πέρα για πέρα λάθος. Έχει δεκάδες συμβολισμούς στην Οδύσσεια κι εσύ δεν έπιασες ούτε έναν. Πώς το κατάφερες αυτό;»

Κι έτσι ξαφνικά η γειτόνισσά του σταμάτησε να είναι μια  τρελή γριά .Τώρα που το σκεφτόταν, μάλλον δεν ήταν ποτέ.

«Έχετε διαβάσει την Οδύσσεια; ρώτησε  νοιώθοντας ανήμπορος να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο. 

Η Μαυρέα κατέβασε τα κοκκάλινα μυωπικά γυαλιά της και τον κοίταξε σαν να προσπαθούσε να υπολογίσει πόσο ανόητος ήταν.

«Επειδή απαγορεύεται; Επειδή το έχουν εξαφανίσει; Δεν μπορείς να θάψεις κάτι ζωντανό και να περιμένεις να μείνει για πάντα θαμμένο» είπε με την αργόσυρτη φωνή της. Έπειτα τον πλησίασε και με τον δείκτη της υψωμένο, σαν δασκάλα του περασμένου αιώνα, του είπε:

«Νομίζεις ότι όλα αυτά είναι αληθινά; Οι εικονικές βοηθοί, οι απαγορεύσεις η Καινούρια εποχή , οι ταχύτητες σύνδεσης που όλο αυξάνονται μα δεν σε πάνε πουθενά , σε αφήνουν μέσα στους τέσσερις τοίχους σου; Είναι τόσο ψεύτικα όλα αυτά που αν φυσήξεις θα πέσουν.»

Ο Μάξιμος είχε μείνει ακίνητος και την κοιτούσε. «Και τι είναι αληθινό;» ψέλλισε με μια φωνή που δεν του φάνηκε σαν την δική του.

Η Μαυρέα γέλασε στην αρχή σιγά κι έπειτα όλο και πιο δυνατά ώσπου μια κρίση βήχα την διέκοψε. Όταν συνήλθε κοίταξε προς το μέρος του διαμερίσματος του Μάξιμου και είπε :

«Οι Κύκλωπες, οι Λωτοφάγοι, η Σκύλλα, η Χάρυβδη, η Κίρκη, η Καλυψώ. Ο Οδυσσέας . Η Πηνελόπη. Και η Ιθάκη. Αυτά είναι αληθινά.»

Για λίγο δεν είπε κανείς τίποτα και έπειτα η Μαυρέα πέρασε το χέρι της στο μπράτσο του. «Τι θα έλεγες για εκείνο το κρασάκι που έλεγε η ηλεκτρονικιά σου εχθές;»

Ο Μάξιμος τινάχτηκε. «Κι αυτό το ακούσατε;»

Η Μαυρέα δεν πτοήθηκε και συνεχίζοντας να στηρίζεται στο μπράτσο του, άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες. Ο Μάξιμος ακολούθησε.  Μα λίγο πριν το τελευταίο σκαλοπάτι σταμάτησε απότομα, έτσι που η Μαυρέα κόντεψε να πέσει.

«Γνωρίζετε μήπως εσείς πώς λέγεται το συναίσθημα εκείνο όταν ο φόβος μπλέκεται με την προσμονή, η αγωνία με τον ενθουσιασμό, η αποστροφή με την γοητεία;» Την κοιτούσε με μάτια που έμοιαζαν εμπύρετα, ίσως από την  αϋπνία, ίσως από τον ειλικρινή προβληματισμό.

Σαν να κατάλαβε πως η γνώση αυτή του ήταν απαραίτητη εκείνη την στιγμή, η Μαυρέα αποκρίθηκε σχεδόν αμέσως.

«Αποκάλυψη , νεαρέ. Αποκάλυψη»

Photo by Thomas Le on Unsplash

Η Αδελφότητα του Ταξιδευτή (Μέρος Πρώτο)

Ένας κύκλος με ένα τρίγωνο μέσα του. Ήταν απλά δυο σχήματα, πλεγμένα το ένα μέσα στο άλλο και δυο σχήματα δεν έπρεπε να του έχουν προκαλέσει τόση αναστάτωση.  Ωστόσο…

«Πού το βρήκες αυτό;» Η φωνή της συναδέλφου, εκείνης της μελαχρινής με την αλογοουρά από το τμήμα επικοινωνίας,  έβγαλε τον Μάξιμο από τις σκέψεις του. Δεν είχε συνηθίσει να βρίσκεται τόση ώρα με τόσους ανθρώπους μαζί στον ίδιο χώρο. Παρηγορήθηκε στην ιδέα ότι και οι άλλοι θα πρέπει να αισθάνονταν την  ίδια δυσφορία. Κανείς δεν είχε συνηθίσει να δουλεύει  εκτός   σπιτιού. Τους περισσότερους από τους συναδέλφους του , τους είχε συναντήσει μόνο άλλη μία φορά στη ζωή του. Σε κάποια γιορτή της εταιρίας ίσως. Ή σε κάποια παρουσίαση νέου προϊόντος, πολύ μυστικού και πολύτιμου για  να διακινδυνεύσουν διαδικτυακή παρουσίαση. Όπως σήμερα.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η Αδελφότητα του Ταξιδευτή (Μέρος Πρώτο)»

Γεννημένος να πεθάνει

Σε κάποια μέρη της Ελλάδας, ακόμη, λαμβάνει χώρα το  έθιμο. Μετά την περιφορά του επιταφίου ο ιερέας επιστρέφει στον ναό , για να βρει τις πύλες κλειστές.  Τις χτυπά  με δύναμη και φωνάζει:

ἱερεὺς : Ἄρατε Πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης.
Μια φωνή ακούγεται τότε από μέσα από την εκκλησία:  Τίς ἐστιν οὗτος ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης;
ἱερεὺς: Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ. Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης.
Ξανά:  Τίς ἐστιν οὗτος ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης;
ἱερεὺς: Κύριος τῶν δυνάμεων, αὐτός ἐστιν ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης.

Και με αυτό το τελευταίο, ο ιερέας σπρώχνει βίαια τις πύλες του ναού και εισέρχεται συμβολίζοντας το ασυμβίβαστο της καθόδου του Ιησού στον Άδη.

Συνέχεια ανάγνωσης «Γεννημένος να πεθάνει»

Οι Καιροί Αλλάζουν

Βγαίνω από τον ναό, έξω στο φως. Ο ήλιος κάνει τα μάτια μου να πονάνε. Μόνο αυτό κάνει. Ούτε με ξυπνά, ούτε με ζεσταίνει.

«Νοιώθω τόσο κουρασμένη. Στην πραγματικότητα, δεν νομίζω ότι ξεκουράζομαι καθόλου κι ας πέφτω ξερή κάθε βράδυ» λέω δυνατά για να με ακούσει ο  πρώτος ιερέας που μόλις βγήκε και αυτός από τον ναό. Δεν έχω διάθεση σήμερα να καθαρίσω πάλι τα ιερά σκεύη.

Με πλησιάζει και στέκεται δίπλα μου. Δεν με κοιτά ωστόσο. Η ματιά του χάνεται πέρα μακρυά από το βράχο, φτάνει στα σύνορα της πόλης, ίσως και ακόμα παραπέρα, ίσως εκεί που έχουν στρατοπεδεύσει  εκείνοι , ποιος ξέρει;

Συνέχεια ανάγνωσης «Οι Καιροί Αλλάζουν»

Το Δυσ- της Δυστοπίας

Ο,τι κι αν έχεις εναντίον της φυλής , οφείλεις να παραδεχθείς ότι στην γλώσσα και στη φιλοσοφία, μα πιο πολύ στην φιλοσοφία της γλώσσας, οι Έλληνες είναι  άφταστοι.

Σαν λαός μιας χώρας που έχει  ταυτιστεί με το φως του ηλίου, συνδέσαμε τις αρνητικές έννοιες με την απουσία φωτός, με την απουσία ηλίου, με την δύση του. Δυσ-αρμονία, δυσ-τυχία, δυσ-κολία.

Δυστοπία.

Συνέχεια ανάγνωσης «Το Δυσ- της Δυστοπίας»

200 χρόνια μέσα μας

To 1989 μια ανόητη αισθηματίας, μαθήτρια Γυμνασίου, είχε εντυπωσιαστεί από τους εορτασμούς των 200 ετών από την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης.  Ζήλευε τους Γάλλους που είχαν την ευκαιρία να διαφημίσουν μια από τις σημαντικότερες στιγμές της ιστορίας τους (και ταυτόχρονα της παγκόσμιας ιστορίας) αλλά και να διαφημιστούν ως οι κατέχοντες τα πνευματικά δικαιώματα του τρίπτυχου ελευθερία- ισότητα-αδελφότητα  , αξίες που εμπνέουν κάθε άνθρωπο , κάθε εποχής , πολλώ δε μάλλον έναν έφηβο.

Η ίδια μαθήτρια Γυμνασίου έδινε κρυφά μια υπόσχεση στον λαό της Μασσαλιώτιδας. «Θα τα πούμε το 2021, στα 200 χρόνια της δικιάς μας επανάστασης Φραντσέζοι ! Εκεί να δείτε τι θα γίνει!» Μάλλον ήταν τα άστρα ανάποδα ή ο Θεός με το μέρος των Γάλλων και παρ’ όλο που έφτασε στο 2021 δεν αξιώθηκε να δει το όνειρό της να γίνεται πραγματικότητα.

Συνέχεια ανάγνωσης «200 χρόνια μέσα μας»

Η Κρυφή Γοητεία του Μπάχαλου

Ο Douglas Murray είναι Βρετανός δημοσιογράφος και συγγραφέας. Έχει γυρίσει όλο τον κόσμο καλύπτοντας τα πιο σημαντικά γεγονότα , συμπεριλαμβανομένων πολέμων και αναταραχών. Με αυτήν του την ιδιότητα, βρέθηκε τον περασμένο Νοέμβριο στο Portland του Oregon και ήταν μάρτυρας των βίαιων ταραχών που ακολουθούσαν τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας για τον θάνατο του Αφροαμερικανού George Floyd. Ο απολογισμός των  διαδηλώσεων που ξεκίνησαν περίπου τον Μάιο και κορυφώθηκαν στο τέλος της περασμένης χρονιάς    περιελάμβανε  , βανδαλισμούς μνημείων , λεηλασίες καταστημάτων αλλά και φόνους πολιτών. Ο Murray σοκαρισμένος από όσα είδε, σχολίασε σε ένα podcast πως «Κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε ποτέ στην Ευρώπη, σίγουρα όχι σε μια δημοκρατική χώρα.» Και κάπου εκεί έπαθα σοκ και δεν μπόρεσα να ακούσω το υπόλοιπο podcast.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η Κρυφή Γοητεία του Μπάχαλου»

Η Πτώση

Μια εικόνα πόλης σε καταστροφή: ο κόσμος τρέχει αλλόφρων στους δρόμους , ενώ τα αγάλματα των ηγεμόνων, των σημαντικών ανθρώπων και των θεών γκρεμίζονται από τα βάθρα τους και γίνονται κομμάτια. Η πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας απεικονίστηκε έτσι ακριβώς από τον ζωγράφο Thomas Cole το 1836.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η Πτώση»

Παλαιό Αρσενικό και Νέα Δαντέλα

Πολύς θόρυβος έγινε την εβδομάδα που πέρασε για –ο,τι στριμώχτηκε κάτω από την ταμπέλα- «σεξ και βία στο Ελληνικό θέατρο», φυσικός θόρυβος και τεχνητός. Στον τεχνητό θόρυβο θα καταχωρήσω την συζήτηση που προκλήθηκε γύρω από την έκφραση «αρσενικό παλαιάς κοπής» που χρησιμοποίησε (εντελώς λάθος, προφανώς) ένας από τους φερόμενους ως δράστες πράξεων προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας.

Συνέχεια ανάγνωσης «Παλαιό Αρσενικό και Νέα Δαντέλα»

Εμείς και οι Γερμανοί

Δεν μπορεί να μην τους έχετε συναντήσει. Είτε στους Avengers  της Marvel, είτε στα τραγούδια των Manowar , είτε μέσα από την μουσική του Wagner για τους πιο κλασσικούς, οι γερμανο-σκανδιναβικοί μύθοι είναι παρόντες στην κουλτούρα μας. Ο Θωρ και το σφυρί του, η Βαλχάλα και οι Βαλκυρίες, ο  Όντιν και το άρμα του που σκίζει τον ουρανό στο χειμερινό ηλιοστάσιο, όλα τα έχουμε δει ή ακούσει αλλά δεν γνωρίζουμε ακριβώς τους μύθους που τα συνδέουν. 

Συνέχεια ανάγνωσης «Εμείς και οι Γερμανοί»